Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

Οι Πληροφοριοδότες - Juan Gabriel Vásquez







Να αντιληφθώ: αυτός ήταν ο σκοπός μου, απλός και, ταυτόχρονα υπερφίαλος· και το ν' αναλογιστώ το παρελθόν, ν' αναγκάσω κάποιον να το θυμηθεί, ήταν ένας τρόπος για να το πετύχω, μια παρορμητική επίθεση κατά της εντροπίας, μια απόπειρα ν' αναχαιτίσω την προϊούσα αταξία του κόσμου, να την αιχμαλωτίσω, να τη δω ηττημένη έστω και μια φορά. Να αντιληφθεί, αυτός ήταν ο σκοπός του Γκαμπριέλ Σαντόρο όταν ζήτησε από τη Σάρα, μια Γερμανίδα που εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της στην Κολομβία λίγο πριν από την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, να απαντήσει σε μια σειρά από ερωτήσεις, που σύντομα πήραν τη μορφή ηχογραφημένων συνεντεύξεων και τελικώς οδήγησαν στην έκδοση της βιογραφίας της με τίτλο: Μια ζωή στην εξορία. Βιβλίο το οποίο, μετά από ένα σύντομο πέρασμα από τις προθήκες, θα ξεχνιόταν χωμένο πίσω σε κάποια ράφια, ένα ακόμα ανάμεσα σε τόσα βιβλία, αν ο ίδιος ο πατέρας του δεν υπέγραφε μια μανιασμένη κριτική εναντίον του, επιτυγχάνοντας να ενεργοποιήσει τη δίψα των αναγνωστών για κουτσομπολιό.  Το όνομα του πατέρα μου μπορεί να το αναγνωρίσει οποιοσδήποτε, κι όχι μόνο γιατί είναι το ίδιο που υπογράφει αυτό το βιβλίο (μάλιστα: ο πατέρας μου ήταν ζωντανό παράδειγμα αυτού του όχι πολύ σπάνιου είδους ανθρώπου που επαίρεται τόσο πολύ για τα επιτεύγματα της ζωής του, ώστε δεν έχει κανένα ενδοιασμό να βαπτίσει τον γιο του με το ίδιο του το όνομα), αλλά και γιατί ο Γκαμπριέλ Σαντόρο ήταν ο άνθρωπος που επί είκοσι χρόνια δίδαξε στο περίφημο Σεμινάριο Ρητορικής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κι εκείνος που, το 1988, εκφώνησε τον πανηγυρικό του εορτασμού των 450 ετών από την ίδρυση της Μπογκοτά, αυτό το θρυλικό κείμενο που έμελλε να θεωρηθεί ισάξιο των καλύτερων δειγμάτων ρητορικής, από τον Μπολίβαρ ως τον Γαϊτάν. Πέρασαν τρία χρόνια από τη δημοσίευση της κριτικής μέχρι να βρεθούν ξανά πατέρας και γιος, και μάλιστα από πρόσκληση του πρώτου, όχι για να διακόψει την πρόοδο της αποξένωσης μας, αλλά για να αισθάνεται λιγότερο μόνος όταν θα του άνοιγαν τον θώρακα μ' ένα ηλεκτρικό πριόνι και θα του έραβαν στην άρρωστη καρδιά μια φλέβα αποσπασμένη απ' το δεξί του πόδι. Αρκετό καιρό μετά το θάνατο του πατέρα του, ο Γκαμπριέλ Σαντόρο θα επιχειρήσει να συνθέσει τις αναμνήσεις του και το αρχείο του σε μια αναφορά που θα τον βοηθήσει να αντιληφθεί.


Η αναμέτρηση με το παρελθόν είναι πράξη υψηλού ρίσκου, καθώς μια ελάχιστη λεπτομέρεια αρκεί να γκρεμίσει ολόκληρο το οικοδόμημα, συμπαγές και στέρεο φαινομενικά μόνο και από απόσταση, αφημένο στην ανακουφιστική επέλαση της λήθης, είναι το τίμημα για όποιον αναζητά την αλήθεια, ή για όποιον ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, δίχως όμως να αφήνει ανεπηρέαστο και όποιον κάθεται ήσυχα στο παρόν του, ή επιμελώς επιχειρεί να το κρατήσει κρυφό. Ο Χουάν Βάσκεζ επιθυμεί να αντιληφθεί, ιντριγκάρεται από το παρελθόν και χτίζει τις διηγήσεις του γύρω από την Ιστορία, ή με αφορμή την Ιστορία, όπως προτιμά να το δει κανείς. Στους Πληροφοριοδότες είναι η σκοτεινή περίοδος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, που εξώθησε πλήθος Ευρωπαίων στη Λατινική Αμερική, κυρίως Γερμανών και Εβραίων, εκείνη που τον απασχολεί. Μετανάστες, που ο καθένας έτρεξε μακριά από τον δικό του εφιάλτη, αναζητώντας πρωτίστως μια κρυψώνα και δευτερευόντως μια νέα αρχή. Η λίστα με τους συμπαθούντες το Ναζιστικό καθεστώς έπρεπε να συνταχθεί, και η εθελοντική συμμετοχή των πολιτών στην παροχή πληροφοριών ήταν κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτη.

Είναι όμως και η σχέση πατέρα γιου που ενδιαφέρει τον Βάσκεζ, με το μυθιστόρημα -ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος του- να καλύπτεται από μια διαρκή αίσθηση αναφοράς στην Επιστολή  προς τον πατέρα του Κάφκα. Η συγγραφική επιλογή για συνωνυμία πατέρα γιου επιτυγχάνει τόσο να βάλει την πλέον χαρακτηριστική πινελιά στον χαρακτήρα του πατέρα, όσο και να υπογραμμίσει την επανάληψη της ιστορίας, όσο προφανές και αν μοιάζει κάτι τέτοιο. Ο γιος, που επιχειρεί να χαράξει αυτόνομη πορεία γράφοντας ένα βιβλίο από το οποίο απουσιάζει εντελώς η οποιαδήποτε αναφορά στον διάσημο πατέρα του, παρότι το βιβλίο αφορά μια παιδική του φίλη, και δεν καταφέρνει να ξεφύγει από τη βαριά σκιά που ρίχνει εκείνος, ακόμα και καιρό μετά τον θάνατό του, αναγκάζεται τελικά, για να αντιληφθεί και άρα να καταφέρει να προχωρήσει, να ανασυνθέσει το παρελθόν του πατέρα του.

Η σφιχτοδεμένη πλοκή του μυθιστορήματος πραγματικά εντυπωσιάζει και αναδεικνύει τα χρονικά πίσω μπρος, στα οποία με άνεση επιδίδεται ο συγγραφέας, επιτυγχάνοντας να δημιουργήσει μια αίσθηση δίνης. Οι ήρωες του Βάσκεζ συχνά αναρωτιούνται για την ικανότητά τους να αντιληφθούν πως κάτι είναι σημαντικό τι στιγμή που συμβαίνει, παρομοίως και ο αναγνώστης αναρωτιέται αν το στοιχείο που εμφανίζει ο Βάσκεζ, φαινομενικά μικρό και ασήμαντο, ένα ελάχιστο στοιχείο της πλοκής, θα επιστρέψει δριμύτερο ή αν θα παρασυρθεί μακριά από τον ποταμό της αφήγησης.

Όπως και στον Ήχο των πραγμάτων όταν πέφτουν, έτσι και εδώ, ο ήρωας κάποια στιγμή εγκαταλείπει την Μπογκοτά γεγονός που του επιτρέπει να δει πιο καθαρά τα πράγματα, μια αντιστοιχία με τον ίδιο τον συγγραφέα που από τότε που άφησε πίσω του την Κολομβία ως τόπο διαμονής μπόρεσε να έρθει συγγραφικά αντιμέτωπος με το παρελθόν της χώρας του.  

Με αφήγηση δουλεμένη ώστε τίποτα να μην περισσεύει, φωνή ευδιάκριτα πια χαρακτηριστική και ορθή χρήση της ανατροπής, οι Πληροφοριοδότες είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα. Η μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη υπηρετεί και αναδεικνύει το κείμενο, ως συνήθως δηλαδή.

Το ένα είναι βιβλίο, το άλλο ήταν ζωή. Πρώτα ήρθε η ζωή, και μετά το βιβλίο. Σου φαίνονται χαζά αυτά που λέω; Έτσι ήταν πάντα. Αυτό δεν αλλάζει. Αργότερα, στα βιβλία, βλέπουμε τα σημαντικά πράγματα. Αλλά όταν τα βλέπουμε, είναι πια αργά, κι αυτό είναι το πρόβλημα, Γκαμπριέλ, συγχώρα μου την ειλικρίνεια, αλλά αυτό είναι το πρόβλημα με τα κωλοβιβλία.

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος
  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου