Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

μπονσάι - Alejandro Zambra



Στο τέλος εκείνη πεθαίνει κι εκείνος μένει μόνος, αν και στην πραγματικότητα είχε μείνει μόνος πολλά χρόνια πριν πεθάνει εκείνη, η Εμίλια. Ας πούμε πως εκείνη λέγεται ή λεγόταν Εμίλια και πως εκείνος λέγεται, λεγόταν και εξακολουθεί να λέγεται Χούλιο. Χούλιο και Εμίλια. Στο τέλος η Εμίλια πεθαίνει και ο Χούλιο δεν πεθαίνει. Τα υπόλοιπα είναι λογοτεχνία:

Ο Σάμπρα, καθηγητής και κριτικός λογοτεχνίας, κλείνει το μάτι στον αναγνώστη από την πρώτη κιόλας παράγραφο, στο συγγραφικό του ντεμπούτο, και τον καθιστά συνένοχο σε αυτή την ιστορία, αφήνοντας ανοιχτή μια χαραμάδα στην κρυψώνα που χτίζει για να κρυφτεί η πραγματικότητα, η δική του πραγματικότητα. Ή μπορεί και όχι. Ας πούμε πως εκείνη λέγεται ή λεγόταν Εμίλια και πως εκείνος λέγεται, λεγόταν και εξακολουθεί να λέγεται Χούλιο. Στο τέλος η μοναδική φιλοσοφική βεβαιότητα, ο θάνατος, πρώτα ο συντελεσμένος της Εμίλια, εκείνος του Χούλιο θα ακολουθήσει μετά το τέλος της ιστορίας αυτής. Τα υπόλοιπα είναι λογοτεχνία.

Είναι η ιστορία της Εμίλια και του Χούλιο, που κάποτε ήταν μαζί. Λάθος. Είναι οι ιστορίες του Χούλιο και της Εμίλια, που κάποτε πλησίασαν. Όλα ξεκίνησαν ένα βράδυ μελέτης, σε ένα σπίτι με άλλους φοιτητές, μελέτη που κατέληξε σε μια αυτοσχέδια γιορτή και ένα άσχημο μεθύσι.

Η σχέση της Εμίλια και του Χούλιο ήταν μια σχέση που τη μάστισαν οι αλήθειες, προσωπικές αποκαλύψεις που δημιούργησαν γρήγορα μια συνενοχή που εκείνοι ήθελαν να τη θεωρούν οριστική. Αυτή εδώ είναι, λοιπόν, μια ιστορία ανάλαφρη που γίνεται βαριά. Είναι η ιστορία δύο φοιτητών που είχαν πάθος με την αλήθεια, με το να πετάνε φράσεις που φαίνονταν αληθινές, να καπνίζουν αιώνια τσιγάρα και να κλείνονται στη βίαιη αυταρέσκεια εκείνων που αισθάνονται καλύτεροι, πιο αγνοί απ' τους άλλους, απ' αυτή την τεράστια και αξιοπεριφρόνητη ομάδα που αποκαλείται οι άλλοι.

Γρήγορα έμαθαν να διαβάζουν τα ίδια, να σκέφτονται παρόμοια, να κρύβουν τις διαφορές. Πολύ σύντομα δημιούργησαν μια ματαιόδοξη οικειότητα. Τουλάχιστον εκείνο τον καιρό ο Χούλιο και η Εμίλια κατάφεραν να ενωθούν οι δυο τους σε μια μάζα. Ήταν, εντέλει, ευτυχισμένοι. Για τούτο δεν χωρά καμία αμφιβολία.

Ο αφηγητής αφαιρεί όλο το -αχρείαστο- λίπος από την ιστορία αυτή και καταφεύγει στην αποσπασματικότητα, αυτός είναι ο τρόπος του να ανατρέξει στο παρελθόν, να διηγηθεί τις δύο αυτές ιστορίες τώρα, που εκείνη της Εμίλια έχει πια τελειώσει, κάπου στη Μαδρίτη, σε ένα σταθμό του μετρό, βάζοντας μια άνω τελεία, ένα ανεπαίσθητο ανάχωμα σε εκείνη του Χούλιο, που συνεχίζεται. Επιθυμεί να είναι αντικειμενικός, ναι, αντικειμενικός, σωστά διαβάσατε. Δεν αφαιρεί την ποιητικότητα και τη μαγεία των στιγμών εκείνων: ήταν, εντέλει, ευτυχισμένοι. Για τούτο δεν χωρά καμία αμφιβολία. Αρνείται όμως να ωραιοποιήσει τις καταστάσεις και να διαστρεβλώσει την πολυδιάστατη πραγματικότητα της Εμίλια και του Χούλιο. Δεν μοιράζει ενοχές και δικαιώσεις, μην πάει ο νους σας εκεί, ποιο το νόημα άλλωστε; Στοχάζεται, στο περιθώριο της ιστορίας, για τον έρωτα, ή για αυτό που τέλος πάντων ο καθένας αποκαλεί έρωτα. Στοχασμός ήπιος και χαμηλότονος, δεν είναι εκείνος ο πρωταγωνιστής, δεν είναι δική του η ιστορία. Ή μήπως είναι;

Μια συμπυκνωμένη αφήγηση, που υπαινίσσεται περισσότερα απ' όσα μαρτυρεί, που αφήνει ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα και καλοδέχεται όλες τις ερμηνείες εκ μέρους του αναγνώστη, δίνοντάς του τη δυνατότητα να κρίνει από την ασφάλεια της απόστασης, να θεωρήσει εαυτόν ξεχωριστό και ίσως, κάποια στιγμή, να νιώσει τη ντροπή εκείνου που σκέφτεται: εγώ δεν θα το έκανα αυτό.

Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης, που αναπόφευκτα ακολούθησε την επόμενη κιόλας μέρα, ένιωθα το Μπονσάι ως λογοτεχνικό αντίποδα ενός ακόμα αριστουργήματος -η στιγμή που μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει μια λέξη με τέτοιο βάρος και υπερβολή όπως αυτή δίχως την παραμικρή ενοχή- της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, του μυθιστορήματος Το Παρελθόν, του Αργεντίνου Άλαν Πάουλς. Όσα υπαινίσσεται ο Σάμπρα, τα καταγράφει με εμμονή στη λεπτομέρεια ο Πάουλς, με το αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις κοινό: αναγνωστική απόλαυση.



υ.γ Υπεύθυνη για την ανακάλυψη εκ μέρους μου αυτού του υπέροχου μυθιστορήματος η Έφη Γιαννοπούλου, όχι μόνο ως μεταφράστρια αλλά και ως αναγνώστρια. Είναι κάτι που ξεχνάμε συχνά, τους μεταφραστές που διαβάζουν και προτείνουν στους εκδοτικούς οίκους έργα προς μετάφραση. Το Μπονσάι αποτελεί τον τρίτο κόμπο ενός νήματος εμπιστοσύνης στην Έφη Γιαννοπούλου και αναγνωστικής συγγένειας μαζί της, που άρχισε να υφαίνεται με την Καρδιά τόσο άσπρη του Χαβιέρ Μαρίας, για να ακολουθήσει το Παρελθόν του Άλαν Πάουλς.

υ.γ2 Και εκεί που ευχόμασταν να μεταφραστούν και τα υπόλοιπα βιβλία του Σάμπρα στα ελληνικά ήρθε η ανακοίνωση των εκδόσεων Ίκαρος για την απόκτηση των δικαιωμάτων του βιβλίου του Χιλιανού συγγραφέα, Τρόποι επιστροφής στο σπίτι (Formas de volver a casa)!


Μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου
Εκδόσεις Πατάκη

1 σχόλιο: