Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Ο τσιμεντόκηπος - Ian McEwan





Το έψαχνα αυτό το βιβλίο, όχι απελπισμένα αλλά το έψαχνα, και το είδα ένα βράδυ στη βιτρίνα ενός παλαιοβιβλιοπωλείου, και μέχρι να ξημερώσει, να πάω και να γυρίσω από τη δουλειά, γύριζε στο μυαλό μου η σκέψη -συνοδευόμενη από μία ιδέα άγχους- αν θα υπήρχε ακόμα όταν θα έμπαινα στο παλαιοβιβλιοπωλείο, αργά το μεσημέρι εκείνης της Τετάρτης, που έχει πια περάσει από καιρό, και ήταν εκεί, το πήρα στο χέρια μου μόνος μου από την άκρη της βιτρίνας μπαίνοντας και πήγα κατευθείαν στο ταμείο. Το είχα βρει.

Η γνωριμία με το λογοτεχνικό σύμπαν του ΜακΓιούαν ήταν κάπως παράξενη. Αξίζει να πω αυτή την ιστορία, νομίζω. Πάνε χρόνια, αρκετά χρόνια, από τότε που ένας φίλος διάβασε το Σάββατο και μου μίλησε με ενθουσιασμό γι' αυτό, σίγουρα δέκα χρόνια, ίσως και έντεκα, με βάση τη χρονολογία έκδοσης του βιβλίου στα ελληνικά από τις εκδόσεις Νεφέλη. Το βιβλίο με ενόχλησε. Δεν μου άρεσε καθόλου. Μια τετραμελής οικογένεια, όλοι τους υπερεπιτυχημένοι και υπέροχοι, μια ανατροπή στην καθημερινότητα και η επαφή τους με έναν κόσμο μέχρι πρότινος αθέατο και άγνωστο σ' εκείνους. Δεν ταυτίστηκα και δεν μου άρεσε η ιστορία παρότι διέκρινα δεδομένες αρετές στη γραφή του συγγραφέα. Και εκεί ήταν το κλειδί για την απόφασή μου να διαβάσω και κάτι ακόμα δικό του, και διάβασα τα Μαύρα Σκυλιά, και συγκλονίστηκα, και διάβασα το Στην Ακτή, και μου άρεσε πάρα πολύ, και βρήκα το εξαντλημένο Άμστερνταμ και το απόλαυσα. Στο ενδιάμεσο είχα διαβάσει και άλλα δικά του, της πρώτης περιόδου (Ξένοι στη Βενετία, Ο αθώος). Και είχα -και ακόμα έχω- άρνηση να διαβάσω τα τελευταία του, και αναζητούσα τον Τσιμεντόκηπο, και τον βρήκα, και την Έμμονη αγάπη, που ακόμα την αναζητώ.
Δεν σκότωσα εγώ τον πατέρα μου, αλλά καμιά φορά μου φαινόταν ότι τον είχα βοηθήσει να πεθάνει. Και με εξαίρεση το γεγονός ότι συνέπεσε μ' ένα ορόσημο στη δική μου σωματική ανάπτυξη, ο θάνατός του μου φάνηκε ασήμαντος σε σύγκριση μ' αυτά που ακολούθησαν. Οι αδερφές μου κι εγώ μιλούσαμε γι' αυτόν τη βδομάδα μετά τον θάνατό του, κι η Σου οπωσδήποτε έκλαιγε όταν οι νοσοκόμοι του ασθενοφόρου τον τύλιξαν σε μια ζωηρόχρωμη κόκκινη κουβέρτα και τον πήραν από το σπίτι. Ήταν ένας φιλάσθενος, ευέξαπτος, ψυχαναγκαστικός άνθρωπος με κιτρινωπά χέρια και πρόσωπο. Συμπεριλαμβάνω την ιστοριούλα του θανάτου του, μόνο και μόνο για να εξηγήσω πώς οι αδερφές μου κι εγώ βρεθήκαμε να έχουμε μια  τόσο μεγάλη ποσότητα τσιμέντου στη διάθεσή μας.
Μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του έφηβου γιου, ο ΜακΓιούαν διηγείται την ιστορία τριών αδερφών που βρέθηκαν χωρίς γονείς, σ' ένα τεράστιο σπίτι σ' ένα εγκαταλελειμμένο συγκρότημα κατοικιών, με μια μεγάλη ποσότητα τσιμέντου στην κατοχή τους.

Ο τσιμεντόκηπος λοιπόν, το πρώτο βιβλίο ενός σημαντικού σύγχρονου συγγραφέα, του Ίαν ΜακΓιούαν, διαθέτει αρκετές από τις αρετές των πρωτόλειων έργων, την ένταση και το πάθος, τη δεδομένη ανάγκη για γραφή, την επιθυμία να κλείσει λογαριασμούς με το παρελθόν, αλλά και αρκετά από τα προβλήματα κάθε πρωτόλειας απόπειρας, την ένταση της φωνής και το αδάμαστο πάθος, την επίδειξη της δεδομένης ανάγκης για γραφή, τη βιασύνη να κλείσει λογαριασμούς με το παρελθόν. Όψεις του ίδιου νομίσματος.

Εκείνο που αποτελεί το μεγαλύτερο προσόν το μυθιστορήματος είναι η επιλογή του αφηγητή. Ο έφηβος με το ψυχρό βλέμμα καταφέρνει να μετατρέψει κάθε υπόνοια συναισθηματικού εκβιασμού του συγγραφέα σε καθαρό συναίσθημα, να δικαιολογήσει κάθε αποκρουστική και πρόστυχη εικόνα, να μετατρέψει σε άκρως ανθρώπινη την κάθε μη συμβατική συναισθηματική αντίδραση του ήρωα-αφηγητή.

Ο τσιμεντόκηπος είναι μια ιστορία οικογενειακή, οικιακή, που ελάχιστα κοιτάζει τον εξωτερικό κόσμο ή επηρεάζεται απ' αυτόν, ένα δράμα δωματίου, σε μεγάλο βαθμό άχρονο, με διάθεση για παραβολή -που πότε λειτουργεί και πότε όχι-, μια ιστορία δυνατή, σφιχτή και σκοτεινή, ένα υποσχόμενο πρώτο δείγμα δουλειάς, σίγουρα όχι αριστούργημα, αλλά χωρίς αμηχανία και με πίστη στη γραφή εκ μέρους του συγγραφέα.

Τώρα μένει η Έμμονη αγάπη.

Μετάφραση Ρένα Χατχούτ
Εκδόσεις Γράμματα 

Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

Υπηρέτησα τον Άγγλο βασιλιά - Bohumil Hrabal




Προσέξτε τώρα τι θα σας πω.
Είναι η ιστορία ενηλικίωσης του Γιαν Ντίτιε, του κοντούλη και ταπεινού, μα όλο φιλοδοξίες νεαρού αφηγητή, που πιάνει αρχικά δουλειά ως βοηθός σερβιτόρου σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο, μαθαίνει τη δουλειά δίπλα σε πεπειραμένους μαιτρ, γνωρίζει ανθρώπους πλούσιους, βιώνει την απαξίωση αλλά και τη δύναμη της θέσης του και διανύει, με σύμμαχο την τύχη και την επιμονή, τον δρόμο προς την καταξίωση που μπορούν να προσφέρουν τα χρήματα, παρά το γεγονός πως η ταπεινή του καταγωγή πάντα θα αποτελεί τροχοπέδη για την αποδοχή του στους αριστοκρατικούς κύκλους.

Είναι όμως και η παράλληλη ιστορία της Τσεχίας μέχρι το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, η είσοδός της στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και η τελική επικράτηση του σοσιαλισμού, μιας αδύναμης χώρας με μακρά ιστορία στο επίκεντρο των διενέξεων των μεγάλων δυνάμεων, μια κωμικοτραγική ιστορία σε δεύτερο πλάνο, παράλληλο με εκείνο της ενηλικίωσης του  αφηγητή, που, παρά την αφέλεια που τον διακρίνει, δεν καταφέρνει να προκαλέσει την αμέριστη συμπάθεια του αναγνώστη, παρότι δεν μπορει να θεωρηθεί πλήρως υπεύθυνος για την αλλοτρίωση και την κατ' ανάγκη μεταμόρφωσή του, για να επιβιώσει σε έναν απαιτητικό, συνεχώς μεταβαλλόμενο και δύσκολο κόσμο.

Και αυτή η κάθε άλλο παρά αμέριστη και λειψή συμπάθεια του αναγνώστη για το πρόσωπο του Ντίτιε είναι καθοριστική και για την αναγνωστική απόλαυση και για τη λογοτεχνική αξία του μυθιστορήματος του Χράμπαλ, καθώς έτσι καταφέρνει να μετατρέψει μία προσωπική ιστορία σε πανανθρώπινη, χωρίς ταυτόχρονα να χάνει τις αρετές του μυθιστορήματος ενηλικίωσης, χωρίς να παραμελεί την εξέλιξη του ήρωά του, μέσω, μάλιστα, της δικής του αφήγησης.

Χωρισμένο σε κεφάλαια, τα οποία ξεκινούν με την προτροπή του αφηγητή: "Προσέξτε τώρα τι θα σας πω", για να καταλήξουν "Σας φτάνει αυτό; Μ' αυτό τελειώνω για σήμερα", το μυθιστόρημα διαθέτει μια αίσθηση απολογισμού, ασχέτως αν καμία στιγμή ο Ντιτιέ δεν επιχειρεί να δικαιολογήσει κάποια πράξη του, παρά εντάσσει το σύνολο της ζωής του στο ευρύτερο περιβάλλον που επικρατούσε, μη διστάζοντας να δείξει καιροσκόπος, φέρνοντας στο προσκήνιο τη βαρύτητα της ατομικής ευθύνης, αναδεικνύοντας εαυτόν σε αντιήρωα, έναν από τους πάμπολλους αντιήρωες που συνθέτουν τη μεγάλη ιστορία.
  
Η ανάγνωση του Υπηρέτησα τον Άγγλο βασιλιά μού έφερνε διαρκώς στον νου τον Παραγιό του Ρόμπερτ Βάλζερ, και τη γνώριμη αίσθηση της κεντροευρωπαϊκής λογοτεχνίας, εκεί που το κωμικό συνυπάρχει με το τραγικό. Η κυκλοφορία στα ελληνικά μετά από χρόνια ενός ακόμα βιβλίου του Χράμπαλ αποτελεί ένα σημαντικό γεγονός, ενώ τώρα έπεται η κινηματογραφική προβολή της ομότιτλης ταινίας.

Σας φτάνει αυτό; Μ' αυτό τελειώνω για σήμερα.

Μετάφραση Σόνια Στάμου-Ντορνιακόβα
Εκδόσεις Καστανιώτη


Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Πλάσματα μιας μέρας - Irvin Yalom





Το Όταν έκλαψε ο Νίτσε είναι το βιβλίο εκείνο που με ξενύχτησε περισσότερο από κάθε άλλο, θυμάμαι να ξυπνάω στο μέσο της νύχτας και να διαβάζω λίγες σελίδες πριν με πάρει ξανά ο ύπνος, αναγνωστική μανία να φτάσω στο τέλος να δω πού θα κατέληγε αυτή η μάχη ιδεών ανάμεσα στον ψυχολόγο Μπρόιερ και στον Νίτσε. Ύστερα διάβασα και κάποια ακόμα βιβλία του Γιάλομ, το αίσθημα ενθουσιασμού υποχωρούσε από βιβλίο σε βιβλίο, κάποια στιγμή ένιωσα πως δεν ήταν πια του γούστου μου. Πέρασαν χρόνια από τότε.

Πρόσφατα βρέθηκα χωρίς βιβλίο. Στη βιβλιοθήκη του σπιτιού που βρισκόμουν υπήρχε το βιβλίο του Γιάλομ, Πλάσματα μιας μέρας. Σκέφτηκα να δοκιμάσω ξανά, να δω πώς θα μου φαινόταν σήμερα, μετά τόσα χρόνια, η γραφή του διάσημου Αμερικανού ψυχιάτρου.

Αν και δεν ενθουσιάστηκα, εντούτοις υπήρξαν κάποια πράγματα που μου τράβηξαν την προσοχή και μου προκάλεσαν διάφορες σκέψεις και συναισθήματα, για τον λόγο αυτό έφτασα μέχρι το τέλος, με αρκετές σημειώσεις.
Άλλωστε εγώ δεν ήμουν εκείνος που κατείχε τη μέσα αλήθεια, εκείνος που γνώριζε την αληθινή, την αυθεντική Άτριντ; Όσο περνούσε η ώρα όμως και άκουγα τον έναν φίλο της μετά τον άλλο, άρχισα να κλονίζομαι. Ίσως η πίστη μου ότι κατείχα προνομιακή θέση στη ζωή της να ήταν μια αυταπάτη. Ναι, για πολλά χρόνια μοιραζόμασταν την ιδιαίτερη συνάντησή μας μια φορά την εβδομάδα. Και είχα πρόσβαση στο αυθεντικό υλικό, γνώριζα από μέσα τους φόβους και τα πάθη της, τις εσωτερικές της συζητήσεις, τις φαντασιώσεις και τα όνειρά της. Ήταν όμως αυτά πιο πραγματικά, πιο αληθινά, πιο προνομιακά από το να ξέρω τι την έκανε να χαμογελάει; Τι της άρεσε να τρώει, τις αγαπημένες της ταινίες, τα αγαπημένα της βιβλία και μαγαζιά, τις στάσεις που της άρεσαν στη γιόγκα, την αγαπημένη της μουσική, τα σύννεφα, τα περιοδικά, τα παιχνίδια, τα μεζεδάκια και τα σήριαλ που την ευχαριστούσαν; Τα προσωπικά αστεία που έκανε με τον άντρα και με τους φίλους της, τα σεξουαλικά της μυστικά που ήταν γνωστά μόνο στους εραστές της;
Η δύναμη που απαιτείται από κάποιον για να κλείσει ραντεβού με έναν ψυχοθεραπευτή, να έχει δηλαδή αντιληφθεί πως κάτι δεν πάει καλά, να φτάσει στο σημείο εκείνο όπου η ανάγκη για βοήθεια ξεπερνάει σε ένταση την άρνηση, τα ταμπού και τον φόβο. Και η επιπλέον δύναμη που απαιτείται, ώστε να εμπιστευτεί κάποιον ολοκληρωτικά, να του αποκαλύψει σκέψεις και μυστικά, να αφεθεί. Πόση σημασία έχει επίσης το περιβάλλον του ασθενούς, η αδυναμία να κατανοήσουμε συχνά ένα πρόβλημα, το οποίο δεν αποτυπώνεται σε αποτελέσματα εξετάσεων, την υπέρβαση της φράσης: έλα μωρέ, όλα στο κεφάλι του είναι· την προσέγγιση του άλλου με τη δική μας λογική.

Η τύχη -και η οικονομική δυνατότητα όμως- να κλείσεις ραντεβού με έναν θεραπευτή που εκτός από ικανότητα, έχει και τη διάθεση να βοηθήσει, να παρατηρήσει από κοντά το πρόβλημα, να ακούσει με προσοχή τα αιτήματα και να επιχειρήσει να σκεφτεί έξω από το πλαίσιο, χωρίς να αναζητήσει την εύκολη κατηγοριοποίηση με την πρώτη ευκαιρία. Να νιώσει ο ασθενής μοναδικός.

Η ενασχόληση με τον ανθρώπινο εγκέφαλο, τη βάση όλης της λειτουργίας του ανθρώπινου σώματος, τη σύγχρονη ψυχή. Τις δυνατότητες που έχει αλλά και τις τρικλοποδιές που βάζει.

Και πάνω απ' όλα το αίσθημα αδυναμίας του ανθρώπου απέναντι στην ανικανότητα να προσεγγίσει τον ίδιο του τον εαυτό μέσω της λογικής προσέγγισης, να βάζει κάτω τα δεδομένα και να μην μπορεί να διακρίνει τι είναι εκείνο που πάει λάθος και το σύνολο δεν λειτουργεί όπως νιώθει ότι θα έπρεπε. Τη μοναξιά σε μια εποχή που, περισσότερο από ποτέ, όλα αποτυπώνονται ποσοτικά, που υπάρχουν δείκτες και μετρήσεις για τα πάντα, ακόμα και για την ευτυχία.

Δεν αποτελεί έναν οδηγό αυτοβοήθειας. Κανένα βιβλίο του Γιάλομ δεν μπορεί να λειτουργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο. Το ίδιο θα έλεγε, μάλλον, και εκείνος αν τον ρωτούσε κανείς. Οι ιστορίες ψυχοθεραπείας που παραθέτει σκοπό έχουν να δείξουν πώς λειτουργεί η ψυχοθεραπεία, πώς έφτασαν οι ασθενείς ως εκεί, να παρακινήσει τον αναγνώστη να ξεπεράσει τα ταμπού και τα στερεότυπα, να τον κάνει να αναλογιστεί και να σκεφτεί· περισσότερο από περιστατικά ψυχοθεραπείας αποτελούν σχήματα θεραπείας. Στο συγκεκριμένο δε βιβλίο σκοπός του είναι να αναδείξει τη δύναμη του ενστίκτου κατά τη θεραπεία, το ρίσκο που πρέπει κάποιες φορές να πάρει ο θεραπευτής εγκαταλείποντας το γνωστό μονοπάτι.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Ευαγγελία Ανδριτσάνου
Εκδόσεις Άγρα

Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

Το Σάββατο των ψυχών - Cees Nooteboom




Μόνο λίγα δευτερόλεπτα αφού προσπέρασε το βιβλιοπωλείο, ο Άρτουρ Ντάνε αντιλήφθηκε ότι μια λέξη είχε σκαλώσει στο μυαλό του και ότι στο μεταξύ είχε κιόλας μεταφράσει αυτή τη λέξη στη δική του γλώσσα, με αποτέλεσμα μεμιάς να ακούγεται πιο ακίνδυνη απ' ό,τι στα γερμανικά.
Ο Άρτουρ Ντάνε, μετά τον θάνατο της γυναίκας του και του γιου του σε ένα αεροπορικό δυστύχημα, έχει αποφασίσει να δουλεύει μόνο όσο είναι απαραίτητο, και τριγυρίζει διαρκώς από μέρος σε μέρος, με μια κάμερα ανά χείρας, τραβώντας πλάνα για ένα βίντεο που ετοιμάζει, πλάνα κάπως παράξενα, για να εξηγήσει τα κριτήρια επιλογής ή το σκεπτικό του τελικού του σχεδίου, ένας flaneur χωρίς συγκεκριμένο προορισμό.

Το μυθιστόρημα του σπουδαίου Ολλανδού Νόοτεμποομ, ακολουθώντας τον Άρτουρ, εκτυλίσσεται ανάμεσα στο Βερολίνο, στο Άμστερνταμ και στη Μαδρίτη, αλλά κυρίως στο μυαλό του ήρωα, με τη διαμεσολάβηση ενός ιδιότυπου παντογνώστη αφηγητή, που δεν διστάζει να πάρει τον λόγο και να απευθυνθεί στον αναγνώστη. Ο αφηγηματικός χρόνος, φαινομενικά γραμμικός, κατακερματίζεται διαρκώς λόγω των αναμνήσεων του Άρτουρ από πρόσωπα και καταστάσεις.

Η εμφάνιση μιας νεαρής κοπέλας, η γέννηση, μετά από καιρό, ενός νέου συναισθήματος, θα δώσει μια νέα κατεύθυνση στην περιπλάνηση του Άρτουρ.

Είναι προκλητικά ενδιαφέρον πώς ο Νόοτεμποομ καταφέρνει να παράγει τόσο συναίσθημα παρότι το γράψιμό του είναι τόσο κυρίαρχα εγκεφαλικό, εμπειρία αντίστοιχη με την ανάγνωση του Μαξ Φρις.  Ο Νόοτεμποομ εξουσιάζει τον χρόνο, τον επιβραδύνει κατά το δοκούν, μια στιγμή μπορεί να κρατήσει όσο εκείνος κρίνει απαραίτητο, εμπειρία αντίστοιχη με εκείνη στα τελευταία έργα του ΝτεΛίλο. Καταλαβαίνω ότι θα έπρεπε να προσθέσει κανείς πολλή "σάλτσα" στην υπόθεση του συγκεκριμένου μυθιστορήματος ώστε να έχει πιθανότητες να μη φανεί βαρετή, ίσως η υπόσχεση μιας ερωτικής ιστορίας να πετύχαινε κάτι τέτοιο. Η αίσθηση είναι εκείνη ενός αργού κινηματογραφικού τράβελινγκ, μία αφήγηση χωρίς φαινομενικό ενδιαφέρον από την οποία όμως δεν μπορείς να ξεφύγεις, και κάπου εκεί, στην αφήγηση της περιπλάνησης του Άρτουρ, ο μάστορας τοποθετεί το πλαίσιο, τις φωτογραφίες του Βερολίνου πριν και μετά την πτώση του Τείχους, την ολλανδική πραγματικότητα, τον απαραίτητο στοχασμό, τους δευτερεύοντες χαρακτήρες και φυσικά τον παιχνιδιάρη αφηγητή.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως το όνομα του Νόοτεμποομ εμφανίζεται κάθε χρόνο ανάμεσα στα φαβορί για το βραβείο Νόμπελ, και μάλλον, διαβάζοντας Το Σάββατο των ψυχών, την εβδομάδα πριν την ανακοίνωση του βραβείου, πόνταρα στο δικό του όνομα, συμμετέχοντας με τη σειρά μου στο δημοφιλές στοιχηματικό παιχνίδι των αναγνωστών, με την ελπίδα να δούμε και άλλα βιβλία του σπουδαίου αυτού πικρού ποιητή της παρακμής στα ελληνικά.

υγ. Λίγα λόγια για τα άλλα δύο βιβλία του που κυκλοφορούν στα ελληνικά ( Η ακόλουθη ιστορία, Ιεροτελεστίες) θα βρείτε πατώντας στους αντίστοιχους συνδέσμους.
 
Μετάφραση Ινώ Βαν Ντάικ Μπαλτά
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

Ο υπεύθυνος των βατράχων - Pedro Zarraluki




Θα άξιζε, σκέφτομαι, να διηγηθώ την ιστορία ανακάλυψης αυτού του βιβλίου. Εδώ και ώρα γράφω και σβήνω την πρώτη πρόταση του κειμένου που θα εξιστορούσε εκείνο το σαββατόβραδο στο κέντρο της Αθήνας, την τελευταία καλοκαιρινή αστική βόλτα, το περίπτερο με τα μεταχειρισμένα βιβλία στην Ακαδημίας. Δεν τα καταφέρνω να συνεχίσω όμως. Δεν ξέρω γιατί. Οι συνθήκες σε τίποτα δεν διαφέρουν από τις συνηθισμένες και όμως οι λέξεις δεν πειθαρχούν.

Όχι, δεν μπορώ να διηγηθώ την ιστορία ανακάλυψης του βιβλίου του Θαραλούκι, Ο υπεύθυνος των βατράχων. Αδυνατώ να αποδώσω εκείνο το σαββατόβραδο στο κέντρο της Αθήνας, την τελευταία καλοκαιρινή αστική βόλτα, τη στάση στο περίπτερο με τα μεταχειρισμένα στην Ακαδημίας.

 Ναι, της διάβασα την πρώτη παράγραφο, περπατώντας:
Ανάμεσα στα πολλά πράγματα που δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω, ένα από τα πιο ανεξήγητα, είναι το πώς στο διάβολο κατέληξα να γίνω ο υπεύθυνος αυτών των σιχαμένων βατράχων, ενώ εγώ είχα βάλει σκοπό να ζήσω μια συναρπαστική ζωή. Ο κατήφορος άρχισε μια βροχερή νύχτα, όταν άνοιξα την τηλεόραση και είδα τη συνέντευξη μιας συγγραφέως που είχε κερδίσει σ' ένα διαγωνισμό πορνογραφικής ποίησης.
Συνεχίσαμε τη βόλτα. Κρατούσα το βιβλίο στο χέρι όλο το βράδυ, δεν είχα πάρει τσάντα μαζί μου, γεγονός σπάνιο. Πέρασαν εβδομάδες από τότε, τώρα δεν κάνει ζέστη.

Ο Θαραλούκι ήταν ένας από τους συγγραφείς πάνω στον οποίο έπεφτα διαρκώς και όλο ανέβαλλα τη γνωριμία για αργότερα. Εκείνη η πρώτη παράγραφος έμεινε χαραγμένη στη μνήμη, ο παραλογισμός και η τρέλα της ιστορίας που υποσχόταν.

Ο ήρωας-συγγραφέας θα αποφασίσει να μείνει σε ένα εγκαταλελειμμένο χωριό, σε απόσταση αναπνοής από ένα εργοστάσιο χημικών, εκεί θα βρεθεί και η νικήτρια του διαγωνισμού πορνογραφικής ποίησης, εθισμένη στον καφέ και τα χάπια, και ένα ζευγάρι, που εγκατέλειψε τη ζωή στην πόλη για χάρη της φύσης. Σε αυτό το ουτοπικό περιβάλλον κυριαρχεί, όπως φαντάζεστε, το παράλογο. Κάπως έτσι ο ήρωας-συγγραφέας θα βρεθεί υπεύθυνος των βατράχων, ενός είδους βατράχων, το οποίο ζει μόνο στους νερόλακους του χωριού εκείνου.

Ο αφηγηματικός ιστός δεν παύει στιγμή να ακολουθεί τις πλέον απροσδόκητες κατευθύνσεις, μακριά από την οποιαδήποτε αναγνωστική προσδοκία, σε ένα εγκεφαλικό παιχνίδι φαντασίας, θαρρείς, του συγγραφέα με αντίπαλο τον ίδιο του τον εαυτό, μια ιστορία με δεδομένο τέλος, τον ήρωα ως υπεύθυνο των βατράχων, μα με απροσδόκητη διαδρομή μέχρι εκεί. Έξυπνη και καλογραμμένη, αν και μερικές φορές η υπερβάλλουσα φαντασία βαραίνει την αφήγηση, η νουβέλα του Θαραλούκι είναι ένα συμπαθητικό και τρελό ανάγνωσμα, ιδιαίτερα για τους λάτρεις της ισπανόφωνης λογοτεχνίας.

Η νουβέλα διαθέτει ένα σπουδαίο και λειτουργικότατο εύρημα, που της χαρίζει πολλούς πόντους, και αυτό είναι το επάγγελμα του αφηγητή, που δουλεύει για ένα περιοδικό ως συγγραφέας βιογραφιών, με τον τίτλο Υποδειγματικοί βίοι. Ζητούμενο, κατά τον εκδότη, η κατάδειξη των μηχανισμών της ψυχής και ο έντονος διδακτισμός, η γαλήνη του Σωκράτη μπροστά στο κώνειο, η μυστικιστική τόλμη της Ζαν ντ' Αρκ και η αποφασιστικότητα του Τόμας Έντισον. Βιογραφίες οι οποίες παρεμβάλλονται στην αφήγηση, ως εγκιβωτισμένες ιστορίες, και οξύνουν την τρέλα και το παράλογο του κειμένου.

Τρελό, ευφάνταστο, γλυκόπικρο και απολαυστικό, όπως το αστικό τοπίο ένα Σαββάτο βράδυ.


Μετάφραση Βιβή Φωτοπούλου
Εκδόσεις Σέλας 

Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

Ενάντια στο εφήμερο





Τι είναι, σκέφτομαι, εκείνο που δελεάζει κάποιον στον εφήμερο χαρακτήρα των κοινωνικών δικτύων και τον αποκόπτει από την τήρηση ενός ιστολογίου; Το σκεφτόμουν αυτό αναλογιζόμενος όλα εκείνα τα ιστολόγια, κυρίως για την γραφή και την ανάγνωση, που παρακολουθώ και τα βλέπω να εγκαταλείπονται πλήρως ή σχεδόν, να μην διαθέτουν πια εκείνη τη φρεσκάδα και τη διάθεση για έκφραση και επικοινωνία που τα διέκρινε, να δίνουν τη θέση τους σε αναρτήσεις, όχι απαραίτητα μικρές σε μέγεθος, αλλά σίγουρα εφήμερες, παρά τη φαινομενική -αλλά πρόσκαιρη- "επιτυχία" τους.

Και σίγουρα δεν μπορώ να γνωρίζω τα κίνητρα του καθενός, ούτε τις συνθήκες της καθημερινότητάς του. Δεν μπορώ επίσης να ευαγγελιστώ κάποιου είδους υποχρέωση ως προς την ανάγκη ή την επιθυμία να αφήσει κάποιος ένα κείμενο στο διαδίκτυο, προσβάσιμο και παρόν, ακόμα και όταν ο αλγόριθμος του οποιουδήποτε κοινωνικού δικτύου θα το αφήσει πίσω του ως παρωχημένο. Κοινώς, δεν είναι ένα ερώτημα σωστού ή λάθους. Είναι μια απλή απορία.

Θα μπορούσα εδώ να παραθέσω όλα εκείνα τα οποία μου προσφέρει η διάδραση με το ιστολόγιο, όμως ούτε αυτό είναι το θέμα.

Θα μπορούσα επίσης να αναφερθώ σε έννοιες όπως η μόδα και η επιτυχία -όπως την ορίζει ο καθένας- του μέσου, όμως ούτε αυτό είναι το θέμα.

Εκείνο που με απασχολεί είναι ο εφήμερος χαρακτήρας, εκείνο το νήμα που θα χαθεί για πάντα. Σε μια εποχή ολοένα αυξανόμενης ταχύτητας και υπερπληροφόρησης, που η συντομία του κειμένου και η εικόνα μοιάζουν να επικρατούν ολοκληρωτικά, που τα βιβλία -ακόμα και αυτά- είναι αναλώσιμα, που κάθε καινούρια έκδοση έρχεται να ρίξει στη λήθη κάθε προηγούμενη, τα κοινωνικά δίκτυα επιτείνουν το φαινόμενο αυτό.

Και προφανώς θα κοινοποιήσω το κείμενο αυτό στα κοινωνικά δίκτυα, γιατί δεν φταίει -σχεδόν- ποτέ το μέσο αλλά η χρήση του.

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Ίσως την επόμενη φορά - Κωνσταντίνος Τζαμιώτης



Από τη δυσάρεστη αίσθηση πως είναι κανείς μονίμως στο λάθος μέρος έως την ακόρεστη επιθυμία να βρίσκεται ταυτόχρονα παντού και πουθενά μεσολαβεί ακριβώς μια συνηθισμένη ζωή.
Ο Πέτρος, ανήμερα των τεσσαρακοστών δεύτερων γενεθλίων του, αφήνει το σπίτι του νωρίς το πρωί, γεγονός ασύμβατο με τη συνήθη καθημερινότητά του, περπατάει μέχρι τον σταθμό του ηλεκτρικού και στην απέναντι αποβάθρα βλέπει τη Βασιλική, αν και το όνομά της δεν θα το μάθει παρά αργότερα, να διαβάζει το τελευταίο του μυθιστόρημα. Έτσι ξεκινάει η ιστορία για εκείνον.

Η Βασιλική, νεαρή νηπιαγωγός, εκμεταλλεύεται το ρεπό της για να βγει μόνη της για έναν καφέ, στην τσάντα της έχει το βιβλίο ενός Έλληνα συγγραφέα, το οποίο άφησε σπίτι της η αδερφή της, περιμένοντας στην αποβάθρα το βγάζει από την τσάντα και το ξεφυλλίζει, μπαίνοντας στο τρένο παρατηρεί τον Πέτρο, αν και το όνομά του δεν θα το μάθει παρά αργότερα, να κάθεται απέναντί της. Έτσι ξεκινάει η ιστορία για εκείνην.

Ο Πέτρος και η Βασιλική, λοιπόν. Το κέντρο της Αθήνας. Η ανάγκη για συντροφικότητα και η προάσπιση της ατομικότητας. Η μοίρα και η συγκυρία. Το πάθος και οι άμυνες. Η λογική και το συναίσθημα. Η στρατηγική και η παράδοση.

Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, στο όγδοο βιβλίο του, επιλέγει να διηγηθεί μια ερωτική ιστορία, την ιστορία του Πέτρου και της Βασιλικής, με το γνώριμο ύφος του, διαποτισμένο από σκεπτικισμό, με επιμονή στους πρωταγωνιστές της ιστορίας του, που διαδραματίζεται στο κέντρο της Αθήνας, στο κέντρο με τον ετερόκλητο χαρακτήρα. Διηγείται την ιστορία και από τις δύο πλευρές, επιτυγχάνοντας έτσι να δημιουργήσει εκτός της κοινής τους ιστορίας, ακόμα δύο, τις ατομικές ιστορίες του Πέτρου και της Βασιλικής.

Δυστυχώς νιώθω την ανάγκη να αναφερθώ σε αρετές του βιβλίου που θα έπρεπε να θεωρούνται δεδομένες σε κάθε μυθιστορηματική απόπειρα που φλερτάρει με τον ρεαλισμό, χωρίς όμως κάτι τέτοιο να αποτελεί τον κανόνα αλλά την εξαίρεση, και γι' αυτό ακριβώς δυστυχώς, που όμως το Ίσως την επόμενη φορά τις διαθέτει. Το κέντρο της πόλης και η ζωή του, για παράδειγμα, τα ετερόκλητα στοιχεία που μαγεύουν και απωθούν, δοσμένα από τον συγγραφέα με τέτοιο τρόπο που καταδεικνύουν τόσο την καθημερινή τριβή του στη ζωή του κέντρου της Αθήνας όσο και την οξυδερκή παρατήρησή της. Ή επίσης την ικανότητά του στο χτίσιμο και την απόδοση των χαρακτήρων του, που είναι άνθρωποι πραγματικοί και όχι εξολοκλήρου και αφελώς επινοημένοι. Ή ακόμα, το κεντρικό εύρημα της συνάντησης των δύο ηρώων, το οποίο αποτελεί την αφετηρία για την ιστορία τους και δεν καταλήγει παγίδα αυτοεγκλωβισμού του Τζαμιώτη.

Ρυθμός στακάτος και λεπτομέρειες δουλεμένες σε μια υπόθεση φαινομενικά απλή, χωρίς διάθεση για γλωσσική υπερβολή και μελό εξάρσεις, με λειτουργικά ευρήματα και ανατροπές, περιθώρια για κοινωνικό σχολιασμό, ένα μυθιστόρημα σύγχρονο, που αγγίζει συναισθηματικά τον αναγνώστη με την αλήθειά του, επιτρέπει, χωρίς να επιβάλλει, τη συγκίνηση αλλά και την ταύτιση, και όμως δεν αρκείται σε αυτές. Μυθιστόρημα από το οποίο δεν απουσιάζει η σεξουαλικότητα και ο ερωτισμός, δίπλα στο ξενέρωμα και την ύφεση του πάθους. Ιστορία που κουβαλάει στις πλάτες της το παρελθόν, γεμάτο απογοητεύσεις, προσδοκίες και ανασφάλειες, ιστορία που κάθε στιγμή μετατρέπεται και η ίδια σε παρελθόν, για να βαρύνει και να οδηγήσει στο αβέβαιο μέλλον.

Εκδόσεις Μεταίχμιο  

    

Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

Η βλάβη - Friedrich Dürrenmatt





Ήταν Σάββατο, αν και συνήθως είναι Κυριακή όταν βγαίνω για κυνήγι βιβλίου, αλλά αυτό δεν έχει σημασία στην ιστορία μας. Περπατούσα στα στενά του κέντρου, λοιπόν, όταν είδα ένα ταπεινό πανί, μικρού εμβαδoύ, απλωμένο στον πεζόδρομο στο τέλος της Ηφαίστου με λίγα βιβλία πάνω του. Πλησιάζω με ελάχιστες προσδοκίες, το μάτι μου πέφτει κατευθείαν στη Βλάβη του Ντύρενματ. Καταπίνω τον ενθουσιασμό μου, παίρνω το πλέον αδιάφορο ύφος, κάνω βαθύ κάθισμα και αρχίζω να χαζεύω τα βιβλία, χωρίς να χάσω στιγμή το αντικείμενο του πόθου από το οπτικό μου πεδίο. Ο πωλητής με προτρέπει: ένα ευρώ το ένα. Το αγόρασα.

Επιτρέψτε μου να σας δώσω μία συμβουλή: μην αφήνετε ποτέ τον ενθουσιασμό σας να φανεί όταν βρίσκετε έναν θησαυρό μπροστά από κάποιον πάγκο με μεταχειρισμένα βιβλία, καθώς διακινδυνεύετε την εκτόξευση της τιμής του στα ύψη. Ας ξεκαθαρίσω πως η συγκεκριμένη συμβουλή έχει εφαρμογή όταν ο πωλητής δεν ξέρει τι είναι αυτό που πουλάει, ενώ στα ενημερωμένα παλαιοβιβλιοπωλεία ο θησαυρός έχει και το ανάλογο αντίτιμο, αν και πάντα υπάρχει ένα περιθώριο για παζάρια.

Η Βλάβη, που χρόνια αναζητούσα και ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά μου, για να δώσει κάπως έτσι στο Σάββατο εκείνο άλλη τροπή από την προγραμματισμένη, επιστροφή στο σπίτι, γρήρορο φαγητό και καναπές. Αργότερα ήρθαν οι δικαιολογίες, όχι και πολύ πειστικές, σ' εκείνους που έστησα και ποτέ δεν ενημέρωσα, πράγμα που με απασχόλησε μόνο όταν σηκώθηκα πια από τον καναπέ. Αργότερα το ίδιο βράδυ αναλογιζόμουν πόσο καιρό είχα να διαβάσω ένα ολόκληρο βιβλίο (έστω και εβδομήντα σελίδων) σε μία μόνο μέρα, κατέληξα πως δεν θυμόμουν και άρα πρέπει να ήταν μεγάλο χρονικό διάστημα, και δικαιολόγησα τον εαυτό μου πως παρασύρθηκα από τον ενθουσιασμό μου και καταπάτησα την αναγνωστική μου αρχή, που λέει πως πρέπει να κοιμάσαι τουλάχιστον ένα βράδυ με το βιβλίο που διαβάζεις πριν το τελειώσεις, έτσι ώστε οι υποθέσεις σχετικά με τις πιθανές εκδοχές της πλοκής να συναντούν τα βαθύτερα στρώματα της συνείδησης, να εγγράφονται στα όνειρα και να μπλέκονται με την πραγματικότητα. Όμως η παράβαση σημειώθηκε και τίποτα δεν μπορούσε να γίνει πια.

Η ιδέα πίσω από τη Βλάβη είναι ευφυώς απλή: ένας εμπορικός αντιπρόσωπος υφασμάτων θα δει το πανάκριβο αυτοκίνητό του να χαλάει κατά την επιστροφή του από κάποιο ταξίδι και, ενώ προλαβαίνει το τελευταίο τρένο, θα προτιμήσει να διανυκτέρευση στη μικρή επαρχιακή πόλη, προσδοκώντας κάποια εφήμερη ερωτική απόλαυση. Όμως το πανδοχείο είναι πλήρες και η μόνη λύση είναι η βίλα κάποιου ηλικιωμένου που ενίοτε φιλοξενεί ταξιδιώτες και μάλιστα χωρίς αμοιβή. Το βράδυ ο οικοδεσπότης τον καλεί σε δείπνο με τρεις ακόμα φίλους του, ο αντιπρόσωπος από ντροπή δέχεται και έτσι αποχαιρετά την ιδέα της εξόδου προς άγραν ερωτικής συντροφιάς. Όλα αρχίζουν όταν θα του προτείνουν ένα φαινομενικά αθώο παιχνίδι το Δικαστήριο, στο οποίο εκείνος θα είναι ο ένοχος και ο καθένας από τους ηλικιωμένους συνταξιούχους θα αναβιώσει το επάγγελμά του. Έτσι έχουμε έναν δικαστή, ένα εισαγγελέα, έναν δικηγόρο και έναν δήμιο...

Αγωνία και μαύρο χιούμορ, οι σπεσιαλιτέ του Ντύρενματ δηλαδή, με την απαραίτητη πολιτική και ηθική διάσταση και την κριτική για τον σύγχρονο κόσμο. Ένα βιβλίο λακωνικό και απλό, αντιπροσωπευτικό όμως του ύφους και του ταλέντου του Ελβετού συγγραφέα, που καταφέρνει πολλά με τα πλέον απλά υλικά.

Στο ιστολόγιο έχουν προηγηθεί κείμενα για τα εξής βιβλία του Ντύρενματ: Η κοιλάδα της αταξίας, Η υποψία, Η αποστολή, Ο δικαστής και ο δήμιος του.

Μετάφραση Γιώργος Βαμβαλής
Εκδόσεις Επίκουρος

  



Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2017

Άσωτοι - Greg Jackson




Ούτε κι εγώ ήμουν αθώος, δεν αγνοούσα την αργή και ύπουλη διολίσθηση με την οποία τα μέσα για την επίτευξη των πιο πολύτιμων και ευγενών σκοπών μας γίνονται τα ίδια σκοποί -έτσι που, για παράδειγμα, το να γράψεις κάτι που θα αλλάξει τον κόσμο γίνεται το να γράψεις κάτι που θα έχει αξία για σένα τον ίδιο, που γίνεται το να εκδώσεις κάτι σχετικά αξιοπρεπές, που γίνεται το να γράψεις κάτι που να μπορεί απλώς να εκδοθεί· ή, για να δώσω άλλο ένα αυθαίρετο παράδειγμα, η αναζήτηση του αιώνιου έρωτα γίνεται η αναζήτηση ενός έρωτα που μπορεί και να κρατήσει, που γίνεται η αναζήτηση ενός συνετού μείγματος ανοχής και πάθους, που γίνεται η αναζήτηση ενός ταιριαστού κοινωνικού συντρόφου. Και φυσικά με κάθε αναπροσαρμογή δεν πιστεύεις ότι συμβιβάζεσαι ή ότι προδίδεις τις αρχές σου αλλά ότι ωριμάζεις. Κι ίσως και να 'ναι έτσι. Ίσως να κάνεις το καλύτερο που μπορείς. Αλλά η αλήθεια είναι ότι μια μέρα ξυπνάς νεκρός.
Θα τολμούσα να πω ότι η ολοένα αυξανόμενη ταχύτητα της πραγματικότητας, ή της ζωής αν προτιμάτε, έχει μεταφέρει, κατά τουλάχιστον μία δεκαετία νωρίτερα, τη πιθανότητα να βρεθεί κάποιος αντιμέτωπος με τη στιγμή εκείνη, που τόσο ρεαλιστικά την περιγράφει ο Καμύ, όταν στη στροφή ενός δρόμου, ανηφορικού και σε τοπίο βραχώδες όπως τον αντιλαμβάνομαι εγώ, θα δει, λίγο πριν ο ορίζοντας αποκτήσει και πάλι το βάθος του, τη ζωή του να περνάει μπροστά από τα μάτια του, και, αντιλαμβανόμενος το ερώτημα της αυτοκτονίας ως το μόνο που πραγματικά αξίζει να απαντηθεί, θα αμφιταλαντευτεί ανάμεσα στο βάρος της ύπαρξης και της αδιαφορίας. Εκεί λοιπόν, λίγο μετά τα τριάντα, εκτός από την προσωπική αξιολόγηση, είναι πιθανόν να παρουσιαστεί ξαφνικά μια απομάγευση του κόσμου, του οικείου κόσμου, του ελάχιστου κόσμου, για τον οποίο ως τότε θα έβαζες το χέρι σου στη φωτιά, πιστεύοντας στη διαφορετικότητά σου, και ακριβώς εκείνη τη στιγμή της απομάγευσης αντιλαμβάνεσαι την απάτη πίσω από το ρήμα ωριμάζω.

Κουβαλούσα το βιβλίο του Τζάκσον μαζί μου, ακόμα και όταν δεν επρόκειτο να διαβάσω ούτε γραμμή, ακόμα και όταν το είχα τελειώσει και θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ήταν μόνο ένα επιπρόσθετο περιττό βάρος, για να μπορώ να διαβάζω το παραπάνω απόσπασμα σε φίλους, γύρω στα τριάντα πέντε, να λέω από μνήμης τη φράση Και φυσικά με κάθε αναπροσαρμογή δεν πιστεύεις ότι συμβιβάζεσαι ή ότι προδίδεις τις αρχές σου αλλά ότι ωριμάζεις, έτσι ώστε να μπορώ να έχω καρφωμένο το βλέμμα στο πρόσωπό τους, να βλέπω την έκφρασή του να μεταβάλλεται από το "ναι, έτσι είναι" στο "λες, να είναι έτσι;" Και ύστερα να στεκόμαστε για λίγο αμίλητοι πάνω από φλιτζάνια καφέ ή ποτήρια μπύρας.

Συμβιβασμός και απομάγευση· μια φωνή από το παρελθόν ακούγεται: έτσι είναι η ζωή, θα μεγαλώσεις, και θα δεις. Μια φωνή που πάντα μας προκαλούσε αλλεργία και θυμό, ακόμα και ένα σαρκαστικό γέλιο, μια τόνωση στην αυτοπεποίθησή μας: ναι, σιγά μη γίνω έτσι εγώ. Και έρχεται τώρα εκείνο το παρελθόν να μας περιγελάσει δικαιωμένο, με τον δείκτη στον κρόταφο. Σ' τα 'λεγα εγώ, μας λέει.

Οι ιστορίες του Τζάκσον εκτυλίσσονται  στο πρόσφατο παρελθόν του αφηγητή, αφού το βάρος τους τις έχει μετατρέψει πια σε ιστορίες προς αφήγηση. Οι ιστορίες του Τζάκσον εκτυλίσσονται σ' ένα μέρος μακριά από τη ρουτίνα των ηρώων του, σε κάποιες διακοπές, σε ένα ησυχαστήριο, στο σπίτι του παππού. Καμία από τις δύο επιλογές δεν μοιάζει τυχαία, κάθε άλλο, μετατρέπουν το χωροχρονικό σημείο αφήγησης σε σημείο παρατήρησης.

Η ανάγνωση των διηγημάτων προκαλεί μια συναισθηματική αναστάτωση, οι ήρωες μοιάζουν οικείοι και γνώριμοι, μοιάζουν με αντικατοπτρισμό σε καθρέφτη, σε καθρέφτη ακριβείας και κάθε άλλο παρά παραμορφωτικό. Και ο συνδυασμός εγκεφαλικής και συναισθηματικής γραφής ενισχύει το αίσθημα αυτό, λέξη τη λέξη, πρόταση την πρόταση, χωρίς να περισσεύει τίποτα, παρά τις παρεκβάσεις στην κάθε ιστορία. Ο Τζάκσον, γεννημένος το 1983, γράφει κάτι που αφορά τη γενιά του, τη γενιά μας, έτσι το εξέλαβα εγώ τουλάχιστον, και θα ήθελα να μιλήσω με μεγαλύτερους σε ηλικία αναγνώστες, να δω πώς το εξέλαβαν εκείνοι, πώς βίωσαν την ανάγνωση, αν, πίσω από την σπουδαία πρόζα και τις υπέροχες προτάσεις, διέκριναν αυτό το βάρος της απομάγευσης. Και όλα αυτά συμβαίνουν στο πρώτο βιβλίο του Τζάκσον.

Μετάφραση Παναγιώτης Κεχαγιάς
Εκδόσεις αντίποδες   

Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Το τέλος της ιστορίας - Lydia Davis




Την τελευταία φορά που τον είδα -τότε δεν ήξερα ότι θα ήταν η τελευταία- καθόμουν στη βεράντα με μια φίλη. Εκείνος μπήκε απ' την αυλόπορτα ιδρωμένος, με ροδαλό το πρόσωπο και το στήθος, με τα μαλλιά βρεγμένα, και κοντοστάθηκε ευγενικά, για να μας μιλήσει. Κάθισε οκλαδόν στο κεραμιδί τσιμεντένιο δάπεδο, ή μπορεί και στην άκρη ενός ξύλινου πάγκου.
Ήταν μια καυτή μέρα του Ιουνίου.
Το τέλος της ιστορίας, εκ των υστέρων, συρρικνώνεται σε μια ελάχιστη και δεδομένη χρονική στιγμή. Το τέλος, βέβαια, μπορεί να επαναπροσδιοριστεί ή ακόμα και να θεωρηθεί προσωρινό. Το τέλος χωρίζει το πριν από το μετά, όσα προηγηθήκαν απ' όσα ακολούθησαν, και αυτή είναι στην πραγματικότητα η ιστορία κάθε τέλους. Για το τέλος αυτό καθαυτό λίγα μπορούν να ειπωθούν, ελάχιστοι κύκλοι να διαγραφούν, ωστόσο σε όσα προηγήθηκαν και σε όσα ακολούθησαν μπορούν να προστεθούν πολλά αν και ίσως, λεπτομέρειες του τότε και μύχιες σκέψεις του μετά να έρθουν στην επιφάνεια της σκέψης, της αναβίωσης της ιστορίας, μέχρι να καταλύσει ο χρόνος, κυρίως αυτός, τις εξουσίες του συναισθήματος.   

Η ιστορία αυτή μπορεί να μοιάζει με άλλες ιστορίες, φαινομενικά μπορεί και να υστερεί σε σύγκριση με άλλες ιστορίες, όμως διαθέτει μια ισχύ εμμονική, επαναπροσέγγισης και μηρυκασμού, και τότε τα πώς και τα γιατί που βασανίζουν το τέλος μετατρέπονται σε πώς και σε γιατί που βασανίζονται από την επιμονή του συναισθήματος. Και όταν, όπως στην περίπτωση της αφηγήτριας, εμφανιστεί η επιθυμία για εξωστρέφεια και δημοσιοποίηση, τότε εμφανίζεται ακόμα ένα πώς. Πώς γράφει κανείς για κάτι προσωπικό; 

Φαινομενικά, το μυθιστόρημα της Lydia Davis, γνωστής κυρίως για τις πολύ σύντομες ιστορίες της, διαπραγματεύεται το τέλος μιας ερωτικής ιστορίας, χρόνια μετά. Όμως, και αυτό είναι που το κάνει πραγματικά σπουδαίο, στην πραγματικότητα πρόκειται για μία άσκηση γραφής, χωρίς να αφήνεται στιγμή έξω το συναίσθημα, καθώς εκείνο που διακυβεύεται είναι η ένταξη του προσωπικού, με το άγχος της έκθεσης και το βάρος του πόνου να υπερισχύουν της ανάγκης για δημιουργία και του θράσους που συχνά συνοδεύει την ανάγκη αυτή.

Η Davis υποδεικνύει και ενσωματώνει στην ιστορία της όλες τις κρυψώνες που θα χρησιμοποιούσε συγκαλυμμένες κάθε συγγραφέας που θα τολμούσε να αφηγηθεί μία πραγματική ερωτική ιστορία. Και ακριβώς αυτή η διαφάνεια της γραφής και των συστατικών της είναι που συγκινεί πραγματικά, η διαρκής ανασφάλεια για τις προθέσεις της και τις συνέπειες τους. Έτσι αναδεικνύεται πραγματική η ανάγκη της να καταφύγει στη γραφή. Γιατί θα ήταν αφελής εκείνος που θα απέκλειε την εγκεφαλική γραφή από μία τόσο έντονη συναισθηματική ιστορία, αρκεί να αναλογιστεί ο ίδιος την προσωπική του εμπειρία στην επεξεργασία κάθε συναισθήματος.

Κάποια στιγμή, κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, ένιωσα τη συγγένεια της γραφής της Davis με εκείνη της Lispector, τουλάχιστον στην Ώρα του αστεριού, που διάβασα λίγους μήνες πριν, βιβλίο που εκτός των αναμενόμενων ένθερμων θαυμαστών γνώρισε και τη χλεύη μικρής μερίδας του αναγνωστικού κοινού, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι, θα έλεγα γι' αυτούς αν ήμουν καλός χριστιανός. Κάθε μία, με τον δικό της τρόπο και στη δική της εποχή, με τις δικές της καταβολές και τα δικά της βιώματα, ενσωματώνει κάτι το έντονα προσωπικό στην ιστορία που επιλέγει να αφηγηθεί. Και είναι ενδιαφέρον, αν και μετά την ανάγνωση προφανές, το πώς καταφέρνουν να κινητοποιήσουν συναισθηματικά τον αναγνώστη, διηγούμενες ταυτόχρονα και την ιστορία της συγγραφής, ξεναγώντας τον στην κατασκευή του οικοδομήματος, αρνούμενες να αφαιρέσουν εργαλεία και σκαλωσιές.

Η Davis γνωρίζει καλά πως μια ιστορία μπορεί να έχει ένα τέλος, όμως η αφήγηση του τέλους μιας ιστορίας δεν μπορεί παρά να μην έχει τέλος, να είναι ατελής και διαρκώς, ακόμα και χρόνια μετά, μεταβαλλόμενη, καθώς η αφήγηση των γεγονότων πάντα θα συνοδεύεται από την ανασφάλεια για τη σημαντικότητα και τη χρησιμότητά τους. 

Μετάφραση Ρίτα Κολαΐτη
Εκδόσεις Παπαδόπουλος   

Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

Από την Άιντα στον Χαβιέρ - John Berger




Από την Άιντα στον Χαβιέρ, γράμματα σ' έναν φυλακισμένο, σπεύδει να διευκρινίσει ο υπότιτλος στο εξώφυλλο του βιβλίου του Μπέργκερ, βιβλίο για το οποίο μου μίλησε εκείνη η αναγνώστρια που τόσο εκτιμώ με τόσο ενθουσιώδη λόγια· ίσως το καλύτερο βιβλίο που διάβασα τον τελευταίο καιρό, είπε, και κάπως έτσι έφτασα ένα πρωί στο βιβλιοπωλείο για ν' αναζητήσω το βιβλίο αυτό, έκδοση του 2013, που βρίσκεται πλέον στο ράφι με τις προσφορές.

Τι βιβλίο!

Αν και το θαυμαστικό στέκει μάλλον παραπλανητικό σε σχέση με το συναίσθημα θλίψης και οργής, που αναπόφευκτα γεννάει η ανάγνωση, των επιστολών αυτών, επιστολών της Άιντα προς τον Χαβιέρ, που βρίσκεται καταδικασμένος σε ισόβια δεσμά στη φυλακή της πόλης Σούζε.

Μια απλή αναζήτηση θα δείξει πως η πόλη αυτή δεν υπάρχει. Αυτό όμως δεν σημαίνει και πολλά. Το μυαλό του αναγνώστη ίσως πάει στην Παλαιστίνη, ίσως κάπου αλλού. Δεν έχει και τόση σημασία. Άλλωστε και η εύρεση των επιστολών αυτών από τον Τζον Μπέργκερ, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος στον πρόλογο του βιβλίου, δεν πρέπει να είναι τίποτε άλλο παρά ένα αφηγηματικό τέχνασμα αληθοφάνειας, τέχνασμα κάπως παλαιάς κοπής. Ούτε όμως και αυτό σημαίνει πολλά. Γιατί η Άιντα και ο Χαβιέρ, όχι μόνο υπήρξαν, αλλά συνεχίζουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν.

Η πολιτική και ο έρωτας λοιπόν.

Πώς γράφει ένας άνθρωπος μια ερωτική επιστολή στον άνθρωπό του, όταν ξέρει πως η επιστολή του θα λογοκριθεί; Αλλά ταυτόχρονα, πώς γράφει ένας άνθρωπος μια ερωτική επιστολή στον άνθρωπό του, όταν τους χωρίζει ένας τοίχος;

Ας μιλήσουμε πρώτα για τον έρωτα.

Θυμήθηκα πάλι το μυθιστόρημα του Μισέλ Φέιμπερ Το βιβλίο των παράξενων νέων πραγμάτων. Δύο εραστές που ζουν πια σε διαφορετικούς πλανήτες, με τις ζωές τους να ακολουθούν αναπόφευκτα διαφορετική πορεία και την απόσταση που τους χωρίζει να μεγαλώνει καθημερινά λαμβάνοντας τις πραγματικές της διαστάσεις. Αν και το σκληρότερο επιστολικό μυθιστόρημα που έχω διαβάσει είναι Το μαύρο κουτί του Άμος Οζ, με τους δύο πρώην εραστές να ανταλλάσσουν επιστολές με σκοπό να πλήξουν συναισθηματικά ο ένας τον άλλον.

Η καθημερινότητα του Χαβιέρ στη φυλακή, μέσα στο κελί της απομόνωσης, στον προαυλισμό, στη στάση απέναντι στους δεσμοφύλακες, όσες περιγραφές, όσες σελίδες και αν καταφέρει να γράψει εκείνος, για την Άιντα θα είναι μια καθημερινότητα ξένη και μακρινή. Η δική της καθημερινότητα πάντα θα περιβάλλεται από ένα πέπλο νοσταλγίας για εκείνον, πέπλο ολοένα και πιο βαρύ, παρά τα σκληρά λόγια και της περιγραφές φρίκης που χρησιμοποιεί εκείνη στα γράμματά της, για ν' αναφερθεί στην καθημερινότητα, στις επιθέσεις που συνεχίζονται, στις μάχες που κερδίζονται αλλά δεν εξισώνουν τις απώλειες, τις αλλεπάλληλες ήττες.
Όταν ξύπνησα σήμερα, ο ουρανός ήταν γαλάζιος.
Η γεύση των φιλιών και οι άοπλες γυναίκες που στέκονται απέναντι στον εχθρό, τα ιδρωμένα σεντόνια και οι σύντροφοί τους που πέφτουν νεκροί, η ανάμνηση του οργασμού και η πίστη σε ένα καλύτερο αύριο.

Πώς διατηρεί ένας άνθρωπος την ακεραιότητα των ιδανικών του μέσα στο κελί της απομόνωσης ή την ώρα του βομβαρδισμού;

Αυτός ο κόμπος στον λαιμό που δεν υποχωρεί κατά την ανάγνωση. Σε τι διαφέρει ένας άνθρωπος καταδικασμένος σε ισόβια δεσμά από έναν νεκρό; Ούτε ένα επισκεπτήριο δεν τους δίνεται. Θα μπορούσαν να μην είναι επιστολές, αλλά ημερολογιακές καταγραφές της Άιντα.

Και μετά την ανάγνωση δεν υποχωρεί ο κόμπος, κρύβεται κάπου εκεί περιμετρικά στον λαιμό, έτοιμος να εμφανιστεί στην πρώτη ανάμνηση από το βιβλίο, στην απλή θέα του βιβλίου πάνω στο τραπέζι.

Συνεχίζουν άραγε να αποκαλούνται εραστές δύο άνθρωποι που δεν έχουν και δεν θα ξαναέχουν ποτέ πια σαρκική επαφή;

Έχουν περάσει μέρες από την ανάγνωση. Πίστευα πως θα μπορούσα να αποστασιοποιηθώ κάπως. Δεν ξέρω γιατί το πίστευα αυτό. Ίσως στην αρχή αυτού του κειμένου κάτι να κατάφερα, ύστερα όμως μάλλον έχασα τη συνοχή της σκέψης μου και πήρε τον λόγο το συναίσθημα. Δεν αλλάζω τίποτα.


Μετάφραση Άννα Παπασταύρου
Εκδόσεις Πατάκη

Πέμπτη, 2 Νοεμβρίου 2017

2666 - Roberto Bolaño






Πρώτα θα αναφωνήσω: Τι βιβλίο, τι βιβλίο! Ύστερα θα δηλώσω την ξεκάθαρη αδυναμία μου να γράψω γι' αυτό με έναν τρόπο -για τα δικά μου δεδομένα- συμβατό, πριν ακόμα αναμετρηθώ με την άδεια οθόνη. Σκέφτομαι πως το κείμενο αυτό θα έπρεπε ίσως να συνοδεύεται από τον υπότιτλο: τρόποι να ξεκινήσει ένα κείμενο για το 2666.

Της ανάγνωσης προηγήθηκε ο συνήθης προσωπικός φόβος αναμέτρησης με τον Μπολάνιο, ο φόβος των κατάλληλων συνθηκών, όπως τον ονομάζω. Στο τέλος κάθε ανάγνωσης ενός βιβλίου του Χιλιανού κυριαρχεί η αίσθηση της επαφής με ένα αριστούργημα, και εντυπώνεται με τέτοιον τρόπο, που κάθε άλλο συναίσθημα με τον καιρό υποχωρεί. Κάπως έτσι γεννιέται ο φόβος των κατάλληλων συνθηκών για την επόμενη επαφή με το έργο του. Φόβος που υποχωρεί από τις πρώτες κιόλας γραμμές. Έτσι έγινε και αυτή τη φορά.

Εκείνη περίμενε υπομονετικά να το τελειώσω κι εγώ με τη σειρά μου, ενώ εκείνη συνέχιζε να διακατέχεται από τον ενθουσιασμό της ανάγνωσης και κατέβαλλε προσπάθεια να μην προχωρήσει σε αποκαλύψεις επί της πλοκής, αποφεύγοντας τις κακοτοπιές στις οποίες περιέπεσαν τόσες και τόσες παρουσιάσεις, συμβάλλοντας με τον τρόπο τους στην απόφαση μου για να αναβάλλω την ανάγνωση του 2666 τον πρώτο καιρό που κυκλοφόρησε. Κάθε τόσο με ρωτούσε πού βρισκόμουν, και ένα πονηρό χαμόγελο εμφανιζόταν για όσα με περίμεναν.

Ο Μπολάνιο, γνωρίζοντας πως θα πεθάνει σύντομα, εξέφρασε την επιθυμία του η έκδοση του 2666 να μην είναι ενιαία αλλά να χωριστεί σε πέντε ξεχωριστές εκδόσεις, όσα και τα μέρη στα οποία χωρίζεται το μυθιστόρημα, και κάθε βιβλίο να κυκλοφορήσει με απόσταση ενός χρόνου, έτσι ώστε να εξασφαλίσει μεγαλύτερα έσοδα για τον εκδοτικό οίκο και για τους κληρονόμους του. Ευτυχώς η επιθυμία του δεν έγινε σεβαστή, ακόμα μία προδομένη διαθήκη στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Αν δεν διαβάζεις Μπολάνιο για πρώτη φορά, γνωρίζεις πως με τον συγγραφέα αυτόν ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις τι είναι σημαντικό και τι δευτερεύον στις ιστορίες που εμφανίζονται, για να εξαφανιστούν λίγο αργότερα, με πλήθος λεπτομερειών να τις συνοδεύουν, κάποιες εκ των οποίων επανεμφανίζονται και κάποιες άλλες πάλι όχι, πράγμα που μόνο στο τέλος μπορεί να επιβεβαιωθεί. Με τη γνώση αυτή, και τη δεδομένη ικανότητα του Μπολάνιο, τον αναγνώστη, ταυτόχρονα με το συναίσθημα της λογοτεχνικής απόλαυσης, τον διακατέχει και το συναίσθημα μιας διαρκούς επιφυλακής.

Τέσσερις παθιασμένοι καθηγητές της γερμανικής φιλολογίας αναζητούν τα ίχνη του Γερμανού συγγραφέα Μπένο φον Αρτσιμπόλντι. Συμμετέχουν σε συνέδρια, διαβάζουν ξανά και ξανά τα βιβλία του, αναζητούν το παραμικρό ίχνος που θα τους οδηγήσει σε εκείνον. Δεν μπορώ να ξέρω αν ο Μπολάνιο είχε στον νου του κάποιον συγκεκριμένο συγγραφέα όταν επινόησε τον Αρτσιμπάλντι, άλλωστε ο Χιλιανός είναι μάστορας και στην κατασκευή χαρακτήρων της γραφής. Οι ιστορίες των τεσσάρων καθηγητών μπλέκονται, ακόμα περισσότερα πρόσωπα που σχετίζονται με κάποιον τρόπο με τον Αρτσιμπόλντι εμφανίζονται, και το μυστήριο εντείνεται. Κάπως έτσι ξεκινά το βιβλίο διαθήκη για τον εικοστό πρώτο αιώνα και τη συνέχεια κανείς δεν θα μπορούσε να τη φανταστεί, ακόμα και ο πλέον δυνατός αναγνώστης.

Το 2666 με βοήθησε να απαντήσω στο ερώτημα, ποια είναι τα βιβλία εκείνα που ξεχωρίζουν μέσα στο μεγάλο υποσύνολο των ωραίων μυθιστορημάτων, για να σχηματίσουν ένα, κατά πολύ μικρότερο, νέο υποσύνολο, εκείνο των αριστουργημάτων. Είναι τα μυθιστορήματα εκείνα που μου δημιουργούν την επιθυμία να γράψω, να συνδιαλαγώ μαζί τους, να αποτελέσουν διακειμενικές αναφορές, έστω και ελάχιστα ορατές. Ήδη από τις πρώτες σελίδες είχα την επιθυμία να γράψω. Βέβαια, αν υπάρχουν τέτοια βιβλία, τότε τι απομένει, αλήθεια, να ειπωθεί;

Το 2666 κυκλοφόρησε το 2004, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Μπολάνιο, σύμφωνα με τον ίδιο δεν ήταν πλήρως και οριστικά ολοκληρωμένο, όμως σε μεγάλο ποσοστό, και με την πλήρη εμπιστοσύνη στο πρόσωπο εκείνου που είχε επιλέξει ως επιμελητή, πλησίαζε το όραμά του. Γραμμένο τόσο πρόσφατα και όμως μοιάζει ήδη κλασικό, γραμμένο από πάντα, θαρρείς, και όμως ταυτόχρονα σαν να έρχεται από το μέλλον, σαν να μην έχει υπάρξει ακόμα, σαν να αποτελεί τη σχεδόν μεταφυσική αποκάλυψη ενός συλλογικού ασυνείδητου, ένας τρομακτικά εκρηκτικός συνδυασμός, η αποτύπωση ενός τερατώδους κόσμου, που μέσα του αγωνίζεται να υπάρξει η ομορφιά.

Σκεφτόμουν να ξεκινήσω το κείμενο αυτό παραθέτοντας μία σειρά από επίθετα: εντυπωσιακό, υπέροχο, συναρπαστικό, ασύλληπτο, καταιγιστικό, τρομακτικό, αποκαλυπτικό, συγκλονιστικό κ.τ.λ. κ.τ.λ. αλλά μάλλον δεν θα σήμαιναν τίποτα.

Η μουσική που "άκουγα" κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης ήταν ορχηστρική, χωρίς ευδιάκριτη δομή, ένα πλήθος ήχων που απομακρύνονταν προς το χάος, για να ξεπηδήσει σε κάποια στιγμή μια ελάχιστη μελωδία, που σταδιακά επανέφερε τα υπόλοιπα όργανα, το νήμα που συγκρατούσε και νοηματοδοτούσε τις άπειρες ιδέες.

Η εικόνα του συγγραφέα που ζει αποκομμένος από τον κόσμο καταρρέει, ο Μπολάνιο είναι μέρος του κόσμου για τον οποίο γράφει, ο κόσμος του είναι πραγματικός, παρών και τρομακτικός, το καταφύγιο της τέχνης δεν είναι αδιαπέραστο, η μάχη για την ομορφιά δεν στέφεται σχεδόν ποτέ με επιτυχία, το αρχέγονο κακό μεταμφιέζεται και επανέρχεται.

Θα μπορούσε κάποιος, λίγα μόλις χρόνια μετά την κυκλοφορία ενός βιβλίου, να το ονομάσει κλασικό; Το 2666 ναι, θα μπορούσε.

Τι βιβλίο, τι βιβλίο!


Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις Άγρα


Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

Το Αρχέγονο και άλλοι καιροί - Olga Tokarczuk





Έκλεισα το ραδιόφωνο· ένιωθα να με ενοχλεί. Όταν διάβαζα το βιβλίο, έξω είχε ήλιο· καιρός που ερχόταν σε πλήρη αντίστιξη με τον καιρό που επικρατούσε στο Αρχέγονο, υγρασία και ομίχλη, σίγουρα όχι πάντα, αλλά καταλαβαίνετε, κάποιοι τόποι έχουν μέσα μας τον ίδιο καιρό πάντα. Τώρα, που επιτέλους κάθισα να γράψω γι' αυτό, έξω βρέχει. Ίσως γι' αυτό να γράφω τώρα γι' αυτό το βιβλίο και όχι για κάποιο άλλο. Αφήνω τις σημειώσεις στην άκρη προς το παρόν, θα εμπιστευτώ την αναγνωστική ανάμνηση. Στο τέλος ίσως κάνω μια σύγκριση ανάμεσα στο τότε και στο τώρα. Ίσως και όχι.
Το Αρχέγονο βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος.
Για να διασχίσει κανείς με γρήγορα βήματα το Αρχέγονο απ' τον βορρά στον νότο, χρειάζεται μια ώρα. Το ίδιο για να το διασχίσει απ' την ανατολή στη δύση. Αν πάλι κανείς θελήσει να τριγυρίσει απ' άκρη σε άκρη το Αρχέγονο με την ησυχία του, παρατηρώντας προσεκτικά και με περίσκεψη το καθετί, θα του πάρει μια ημέρα. Απ' το πρωί ως το βράδυ.
Θεωρώ δεδομένο πως κάποιος που θα διαβάσει την πρώτη παράγραφο του βιβλίου της Πολωνής συγγραφέως θα συνεχίσει την ανάγνωση, και θεωρώ επίσης πιθανό πως το Αρχέγονο και οι ιστορίες όσων γεννήθηκαν ή βρέθηκαν εκεί θα στοιχειώσουν τον αναγνώστη που θα φτάσει μέχρι το τέλος, απλώς πιθανό το θεωρώ αυτό και όχι δεδομένο εξαιτίας της απομάγευσης της περιόδου. Το Αρχέγονο, τόπος ελάχιστος μέσα στη μεγάλη χώρα και στην τεράστια ήπειρο, μέρος ενός σκηνικού κανονικότητας και φρίκης, τόπος που τα όριά του καθορίζονται από τον τρόπο -ή μήπως ικανότητα;-, που έχει ο καθένας να κοιτάζει. Κάτοικοι και περαστικοί, περαστικοί που αποφάσεις δικές τους ή άλλων, εραστών και ηγετών, οδήγησαν εκεί, κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, πότε από τη δύση και πότε από την ανατολή, κάτοικοι και περαστικοί αρχετυπικοί ανθρώπινοι χαρακτήρες, που επισημαίνουν τη διαφορετικότητα ακόμα και των αδερφών, που τονίζουν τη δυσκολία της συνύπαρξης, που αναδεικνύουν την ανάγκη για ανοχή και σεβασμό.

Για να δείξει κανείς τη μεγάλη εικόνα, χρειάζεται να πλησιάσει σε εκείνην αρκετά, τόσο που μόλις ένα ελάχιστο μέρος της να ορίζεται από το βλέμμα, ένας τόπος μικρός όπως το Αρχέγονο για παράδειγμα· ύστερα, να αφήσει το βλέμμα να καθαρίσει και να το εστιάσει εκεί· και τότε να παρατηρήσει ό,τι συνέβαινε εκεί· ίσως έτσι καταφέρει να έχει μια αρκετά σαφή εικόνα για όσα συνέβαιναν στη μεγάλη εικόνα κατά τη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου, του εικοστού αιώνα για παράδειγμα. Αυτό επιλέγει να κάνει η Τόκαρτσουκ, και το κάνει καλά.

Επιλέγει επίσης να αφήσει έξω τον στεγνό ρεαλισμό, τη γλώσσα των ιστορικών και των στρατευμένων λογοτεχνών, να αφήσει έξω τους αριθμούς και τον διαχωρισμό καλοί - κακοί, να προσθέσει στην εξίσωση τη ζωή, που στις αναλύσεις κρύβεται εντελώς πίσω από τα ιστορικά γεγονότα, να θυμίσει, σε όποιον ξεχνάει ή κάνει πως δεν καταλαβαίνει, πως η μεγάλη ιστορία αποτελεί σύνθεση από εκατομμύρια ατομικές ιστορίες.

Είναι ενδιαφέρον το γεγονός πως κάποιες από τις βασικές επιρροές της βρίσκονται κάπου στη Λατινική Αμερική, ο μέγας Γκομπρόβιτς, Πολωνός μετανάστης στην Αργεντινή, και ο Μάρκες, ο πατέρας του μαγικού ρεαλισμού, ίσως ακριβέστερα ο προφήτης του Χουάν Ρούλφο. Βέβαια, θα ήταν λάθος να παραλείψει κανείς την επίδραση  των λαϊκών δοξασιών και μύθων στο έργο της, που οι πηγές τους χάνονται στα βάθη των αιώνων.

Και αν κάποιος ισχυριζόταν πως το μεταφυσικό στοιχείο στην αφήγηση της ιστορίας του Αρχέγονου και των ανθρώπων του κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα αποτελεί μια απόπειρα εκ μέρους της συγγραφέως να ωραιοποιήσει και να μετατρέψει την ιστορία σε παραμύθι, ο ισχυρισμός εκείνος θα φανέρωνε πλάνη και άγνοια της πραγματικής ψυχής των παραμυθιών, της σκοτεινής και αμείλικτης ψυχής τους.

Η επινόηση ενός φανταστικού τόπου, σίγουρα δεν αποτελεί πρωτοτυπία της Τόκαρτσουκ. Είναι συνήθης ανάγκη κάποιων συγγραφέων, ώστε να φέρουν τον κόσμο στα δικά τους μέτρα. Κάποιοι άλλοι επιλέγουν να ακολουθήσουν τον ήρωά τους στο πέρασμα των χρόνων, να τον κάνουν μάρτυρα των γεγονότων. Το Αρχέγονο θα μπορούσε να μετακινηθεί στο χώρο και στο χρόνο για να μιλήσει και για κάποιον άλλο τόπο σε κάποιους άλλους καιρούς.

Τελικά δεν άντεξα και έριξα μια ματιά στις σημειώσεις που κράτησα κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, τα αποτελέσματα της σύγκρισης όμως θα τα κρατήσω για προσωπική χρήση, κυρίως μελλοντική.

Ακόμα βρέχει έξω και ο αέρας έχει δυναμώσει.

Μετάφραση Αλεξάνδρα Ιωαννίδου
Εκδόσεις Καστανιώτη  

Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017

Η μπαλάντα της αμμουδιάς των σκύλων - José Cardoso Pires





Ακόμα και αν κάποιος δεν γνώριζε τον γεννημένο το 1925 Ζοζέ Καρντόζο Πιρές, έναν από τους σημαντικότερους και επιδραστικότερους Πορτογάλους συγγραφείς του εικοστού αιώνα, ο πρόλογος του σπουδαίου Αντόνιο Ταμπούκι, αυτού του λάτρη της πορτογαλικής κουλτούρας, θα αποτελούσε το απαραίτητο εχέγγυο, την καθοριστική αφορμή για την επαφή με το έργο του.
Ο Ηλίας ήταν, στη κυριολεξία, ο ταπεινός χρονικογράφος των συμβάντων που διαδραματίστηκαν σ' αυτό το μέρος της γης, για τα οποία και παρέδωσε εμπεριστατωμένη αναφορά προς χρήση της Δικαιοσύνης και παρηγοριά των πιστών. Σύμφωνα με τη γνώμη των δημοσιογράφων, των πιο προσκολλημένων στην Ασφάλεια, αυτός ο σκαλιστής και γραφειοκράτης του εγκλήματος παραμένει ανεξήγητο πρόσωπο στα μάτια της Ασφάλειας. Οι επιθεωρητές βασίζονται στη μεγάλη εμπειρία του στη διαλεύκανση εγκλημάτων· έχει πολύ προσωπικές μεθόδους, έτσι λένε, η φιλοδοξία του όμως σταματάει εκεί, κανείς δεν καταλαβαίνει γιατί. Γι' αυτόν το λόγο οι προϊστάμενοί του δέχονται πάντα με επιείκεια την ανεξαρτησία του.
Ένας σκύλος τράβηξε την προσοχή ενός ψαρά και τον οδήγησε έτσι στην ανακάλυψη του πτώματος, παρατημένου μάλλον και όχι θαμμένου, ή θαμμένου βιαστικά και πρόχειρα, τέλος πάντων. Η αστυνομία θα κάνει τις πρώτες έρευνες, γρήγορα όμως θα ανακατευτεί η ασφάλεια, καθώς όπως όλα δείχνουν ο δολοφονημένος είναι δραπέτης των στρατιωτικών φυλακών, βρισκόμαστε άλλωστε στην περίοδο Σαλαζάρ, και κάθε τι εξετάζεται ως απειλή για το καθεστώς, ως απειλή για την παρεκτροπή από την ομαλότητα, όπως την ονομάζει το καθεστώς.

Είναι δηλαδή Η μπαλάντα της αμμουδιάς των σκύλων ένα αστυνομικό μυθιστόρημα; Ναι, είναι. Ο Πιρές χρησιμοποιεί το κατ' εξοχήν λογοτεχνικό είδος ανακάλυψης της αλήθειας, ασχέτως αν πιστεύει πως δεν υπάρχει μία και μοναδική αλήθεια, ποιος άλλωστε θα πίστευε σε μία και μοναδική αλήθεια; Και αν το αστυνομικό μυθιστόρημα αποτελεί τη βάση αυτού του οικοδομήματος, οι τεχνικές εξέλιξης και διαμόρφωσής του περιλαμβάνουν αφηγηματικές οδούς που συγγενεύουν με το μυθιστόρημα-ντοκουμέντο, καταθέσεις, αναφορές και αποσπάσματα εφημερίδων, με μια διάθεση φιλοσοφική και σαφή πολιτική στόχευση, που παραμένει ωστόσο υπόγεια.

Η μπαλάντα της αμμουδιάς των σκύλων μού ξύπνησε μια αναγνωστική λαχτάρα παρόμοια με εκείνη, που, πριν από κάποιους μήνες, μου γέννησε η ανυποψίαστη επαφή με το έργο του Αργεντίνου Ρικάρντο Πίλια, αυτό το υβρίδιο αστυνομικής λογοτεχνίας, αυτή η τρέλα στην αφήγηση, η αχαλίνωτη φαντασία και η μαστοριά στις ραφές, το πώς όλο αυτό το φαινομενικό συνονθύλευμα εικόνων και σκέψεων, παράλληλων και εγκιβωτισμένων ιστοριών, το ρεαλιστικό και το φανταστικό, έρχονται και δένουν έτσι αρμονικά σε ένα ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο, από το οποίο τίποτα από τα παραπάνω δεν θα μπορούσε να λείπει.

Σπουδαίο, πράγματι σπουδαίο.

Μετάφραση Μαρία Φερέιρα Χιδίρογλου
Εκδόσεις Στοχαστής

      
  

Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

Πνιγμός - Chuck Palahniuk





Παρότι είχαν περάσει χρόνια από την τελευταία φορά που διάβασα ένα βιβλίο του Αμερικανού συγγραφέα -πρέπει να ήταν ο Επιζών από τις εκδόσεις Οξύ-, ήξερα ή μάλλον φανταζόμουν ότι γυρίζοντας την πρώτη σελίδα του Πνιγμού θα με περίμενε εκείνο το συναίσθημα έλξης και απώθησης ταυτόχρονα, γνώριμο από τότε παλιά, όταν λόγω του Fight Club, είχα διαβάσει τρία ή τέσσερα δικά του βιβλία, και είχα διακρίνει και τότε, αν και πιο ανώριμος αναγνωστικά, εκείνες τις ευκολίες ως προς την πρόκληση, αλλά είχα θαυμάσει τη φαντασία του, την οποία ίσως και τότε να είχα χαρακτηρίσει αρρωστημένη, και δεν μπορούσα να μη διακρίνω τα ίχνη ρεαλισμού και την πρόθεση του συγγραφέα να αναφερθεί σε κάτι πέρα από την ίδια την ιστορία.
Αν πρόκειται να διαβάσετε παρακάτω, μην μπείτε στον κόπο.
Ύστερα από δυο σελίδες, θα θέλατε να βρισκόσασταν κάπου αλλού. Οπότε ξεχάστε το. Φύγετε. Αφήστε το όσο προλαβαίνετε.
Σωθείτε.
Σίγουρα θα υπάρχει κάτι καλύτερο στην τηλεόραση. Εφόσον έχετε τόσο πολύ ελεύθερο χρόνο στη διάθεσή σας, θα μπορούσατε να παρακολουθήσετε νυχτερινά μαθήματα. Να γίνετε γιατρός. Να κάνετε κάτι αξιόλογο. Βγείτε έξω για φαγητό. Βάψτε τα μαλλιά σας.
Τα χρόνια δεν γυρίζουν πίσω.
Στην αρχή θα εξοργιστείτε με αυτά που συμβαίνουν εδώ. Και μετά έρχονται τα χειρότερα.
Ο Βίκτορ Μανσίνι, εθισμένος στο σεξ, δουλεύει σε ένα ζωντανό μουσείο-χωριό του 18ου αιώνα και προσπαθεί να πληρώνει τα μηνιαία νοσήλια της μητέρας του που πάσχει από Αλτσχάιμερ. Όμως δεν τα καταφέρνει μόνο με την πρωινή δουλειά και για τον λόγο αυτό έχει επινοήσει τον εκούσιο πνιγμό σε ακριβά εστιατόρια, με αποτέλεσμα ο εκάστοτε σωτήρας του να νιώθει δια βίου υπεύθυνος για το παρ' ολίγον θύμα.

Η υπόθεση δεν θα ξένιζε κανέναν, αρκεί να είχε έρθει σε επαφή με το έργο του Πόλανικ, έστω και μια φορά μόνο. Με βάση αυτό το γεμάτο υπερβολές και ευρήματα σενάριο, ξεδιπλώνει την ιστορία του, με διαρκή φλας μπακ στη σχέση του ήρωα με τη μητέρα του, και συνεχή παράλληλη διπλή αφήγηση. Η γραφή του μοιάζει με επαναλαμβανόμενη ρίψη φλας, όταν, με τα μάτια κλειστά, το έντονο φως δημιουργεί εικόνες σε μαύρο φόντο. Εκείνο που εντυπωσιάζει είναι η έρευνα του συγγραφέα, και ο Πόλανικ μοιάζει να είναι μανιώδης μελετητής της σύγχρονης ποπ αλλά και τρας κουλτούρας, μέσα από την οποία αντλεί τους ήρωες και τα θέματα των βιβλίων του.

Ο Πόλανικ επιδιώκει να κινείται στα όρια της πολιτικής ορθότητας, ή και να τα υπερβαίνει, χωρίς να  διστάζει να βάζει τους ήρωές του να εκφέρουν λόγο σεξιστικό και ακραίο, χρήσιμο για την ιστορία που διηγείται αλλά συχνά ενοχλητικό για τον αναγνώστη. Βέβαια, η πρόκληση και η όχληση μοιάζουν να αποτελούν αναπόσπαστο και κυρίαρχο στοιχείο των επιδιώξεών του. Το ερώτημα που τίθεται, και η απάντησή του διχάζει το αναγνωστικό κοινό σε φίλους και πολέμιους του έργου του, είναι το κατά πόσο η πρόκληση γίνεται απλώς για την πρόκληση ή όχι.

Οφείλω να παραδεχτώ πως το αναγνωστικό συναίσθημα της κακοποιητικής γραφής, όπως τη χαρακτήρισε μια φίλη, μου προξένησε μια ένταση, με ενοχλούσε διαρκώς, όμως ήθελα να δω τι θα γίνει παρακάτω, και ενώ ήθελα να εκσφενδονίσω το βιβλίο στον απέναντι τοίχο, το ανέβαλλα συνεχώς, για να διαβάσω λίγες σελίδες ακόμα, και τελικά να τελειώσω το βιβλίο με ανάμικτα συναισθήματα, αναγνωρίζοντας πολλές αρετές του και αναιρώντας πολλές από τις ενστάσεις μου περί ακραίας, χωρίς λόγο, πρόκλησης, αποδεχόμενος την αλήθεια που κρύβει η υπερβολή της ιστορίας και νιώθοντας, όσο περνούν οι μέρες από το τέλος της ανάγνωσης, κάποια συναισθήματα για τους ήρωες, γεγονός που σε καμία περίπτωση δεν συνέβαινε κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Ωστόσο δεν νομίζω πως αυτό το είδος λογοτεχνίας μου ταιριάζει.

Ο Πνιγμός είναι ένα μυθιστόρημα που σίγουρα δεν θα αφήσει κανέναν αναγνώστη αδιάφορο.

Μετάφραση Πάνος Τομαράς
Εκδόσεις Αίολος  

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Δενδρίτες - Κάλλια Παπαδάκη




Ήταν είκοσι δύο χρονών, ορφανός από μάνα και πατέρα, σπίτι και συγγενείς, σε μια πόλη που το όνομά της δεν κουβαλούσε μνήμες, παρά μόνο παρόν, και τότε από το πουθενά συνέβη μέσα του κάτι αναπάντεχο, ο θάνατος της μάνας του τον απελευθέρωσε από τις ενοχές που τον κρατούσαν πίσω, γιατί είχε ο δόλιος πάντα στο μυαλό του την επιστροφή, και τα λεφτά που έβαζε στην άκρη τα μετρούσε και τα υπολόγιζε με τις δεκάρες, κάθε δολάριο που στριμωχνόταν στο φάκελο κάτω από το στρώμα τον έφερνε πιο κοντά στη μάνα του, στη γη που θ' αγόραζαν να καλλιεργήσουν, και στις ξερολιθιές που θα 'χτιζαν για να φτιάξουν πεζούλες, ο θάνατός της τον βρήκε με τριάντα δύο δολάρια και πενήντα τρία σεντς που δεν θα έπιαναν ποτέ τόπο, και μια βδομάδα μετά ξέκλεψε μια ώρα από τη δουλειά και πήγε στο πολυκατάστημα του Κοτλικόφ κι αφού περιπλανήθηκε τρεις ώρες σε ράφια και βιτρίνες, αγόρασε καλό κουστούμι κι ένα ζευγάρι δερμάτινα παπούτσια, κι ήταν τα πρώτα σπάταλα έξοδα που 'κανε στη ζωή του, χαλάλι τα χρήματα, στο μυαλό του κάθε Αμερικανού ήσουν αυτό που προσπαθούσες να γίνεις, και στο κάτω κάτω της γραφής οι οικονομίες ήταν για να ξοδεύονται, έπρεπε λοιπόν κι αυτός με τη σειρά του να βρει το κουράγιο ν' αποχωριστεί το παρελθόν του και να τα καταφέρει να γίνει κάποιος, κάποιος άλλος.
Ιστορίες μετανάστευσης, δεκάδες απ' αυτές υπάρχουν, σε κάθε οικογένεια σχεδόν, σε κάθε σπίτι, ο θείος που άφησε νύχτα το καράβι για να βγει στη Νέα Υόρκη και να κατέβει στο τρίτο ή τέταρτο υπόγειο και να πλένει πιάτα για ένα δολάριο την ημέρα και ο πατριώτης, αφεντικό του εστιατορίου, να τον απειλεί πως αν δεν του αρέσει θα τον καταγγείλει στις αρχές, και εκείνος να φεύγει, νύχτα ξανά, να βρει να παντρευτεί να πάρει τα χαρτιά, τα πολυπόθητα χαρτιά, και ακόμα μία ιστορία να πάρει τον δρόμο της. Και ύστερα η δεύτερη γενιά, γεννημένη εκεί, χιλιόμετρα μακριά από τη γη για την οποία με τόση νοσταλγία μιλούν στην οικογένεια, ένας τόπος ευλογημένος αλλά φτωχός, το όνειρο της επιστροφής, η γλώσσα και ο ίσκιος κάτω από τα πλατάνια, τα κτήματα με τις ελιές και οι παραλίες, και οι απόγονοι ακούν, μαγεύονται και παραξενεύονται, και άλλες γενιές ακολουθούν και η νοσταλγία μεταμορφώνεται σε ανάμνηση ενός τόπου μακρινού, ένα στοιχείο ταυτότητας που όλο και μικραίνει.

Και όσα έκαναν για να επιβιώσουν, οι συνθήκες και τα όρια του νόμου, μένουν κρυφά, ανομολόγητα μυστικά που δεν χωρούν στα γράμματα που φτάνουν πίσω στο σπίτι, εκεί που ο δάσκαλος ή ο παππάς τα διαβάζουν στους αγράμματους γονείς, παραφράζουν και ερμηνεύουν, και οι φωτογραφίες δείχνουν πρόσωπα χαμογελαστά, με ρούχα κομψά και αυτοκίνητα λαμπερά μπροστά από σπίτια μεγάλα στο φόντο, κρεμιούνται στους τοίχους και γίνονται μνημεία περηφάνιας που απαλαίνουν τον πόνο. Και τα χρόνια περνούν, και οι άνθρωποι ξεχνάνε πώς τα κατάφεραν, από πού πέρασαν, και νιώθουν δυνατοί και άτρωτοι, κοιτάζουν τους ξένους και τους αδύναμους από ένα βάθρο πια, που είναι σαθρό.

Και δεν γίνεται το μυθιστόρημα της Παπαδάκη να μην παρασύρει τον αναγνώστη σε ιστορίες λιγότερο ή περισσότερο οικείες, για ανθρώπους που επέλεξαν ή αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και να αναζητήσουν μία καλύτερη ζωή, μακριά απ' όσα θεωρούσαν δεδομένα, να προσαρμοστούν σε νέα περιβάλλοντα, να υπομείνουν τόσα και τόσα, όχι μόνο στην αρχή. Και είναι η γλώσσα, ο μακροπερίοδος λόγος, καλοδουλεμένος στον ρυθμό και τη λεπτομέρεια, η σπάνια παρουσία τελείας που προκαλεί αυτό το αίσθημα πτώσης, αίσθημα που διατηρείται και μετά το κλείσιμο των σελίδων, σαν ηχώ.

Βιβλίο για το οποία πολλά καλά λόγια ειπώθηκαν, και δικαιολογημένα, γιατί οι Δενδρίτες το αξίζουν. Και σκεφτόμουν πως ένα θέμα κοινότοπο, όπως οι ιστορίες κάποιων Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική, είναι δυνατόν να μην κουράσει και να μην θυμίσει απλώς κάτι ήδη ειπωμένο, να μην καταπέσει σε εύκολους συναισθηματικούς εκβιασμούς και κοινοτοπίες, αρκεί ο συγγραφέας να έχει την ανάγκη να διηγηθεί την ιστορία του, να έχει τα κατάλληλα τεχνικά εργαλεία για να το κάνει, να έχει το πείσμα να συγκρατήσει το θυμικό και να κάνει την απαραίτητη έρευνα, χωρίς όμως να ξεχάσει πως πρόκειται για μυθιστόρημα και όχι για δοκίμιο. Και να μη διστάσει να τα βάλει με ένα θέμα ταμπού, εκείνο της αγιοποίησης της ελληνικής μετανάστευσης και της παρελκόμενης δαιμονοποίησης της σύγχρονης μετανάστευσης ανθρώπων προς την Ελλάδα, τη διάκριση σε καλούς και κακούς μετανάστες με κριτήριο το μύθο περί γονιδίων, και τελικά η ιστορία κάποιας οικογένειας Καμπάνη να επιτελέσει τον διττό ρόλο που κάθε ιστορία θα έπρεπε να έχει, εκείνον της γοητείας της αφήγησης του παρελθόντος και των μαθημάτων που προκύπτουν ως γνώση για το παρόν και το μέλλον.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Εκδόσεις Πόλις 

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Τρέχοντας με την αγέλη - Mark Rowlands




Για να αξίζει να κάνεις κάτι, θα πρέπει αυτό το κάτι να εξυπηρετεί κάποιον άλλο στόχο. Αν αξίζει να τρέχεις -είτε τρέχεις μαραθώνιο είτε κάνεις ένα ελαφρύ τζόγκινγκ γύρω απ' το τετράγωνο του σπιτιού σου- θα πρέπει να σου χρησιμεύει για λόγους υγείας, ή επειδή σου δημιουργεί ένα αίσθημα ικανοποίησης και αυτοεκτίμησης, ή επειδή σε ανακουφίζει από το άγχος, επειδή παρέχει κάποιες ευκαιρίες σε κοινωνικό επίπεδο, κ.λ.π. Για να έχει μια οποιαδήποτε αξία κάποια δραστηριότητα, θα πρέπει να χρησιμεύει σε κάτι. Και η υπόρρητη αντίληψη που έχουμε για αυτό το κάτι -μια αντίληψη ενσωματωμένη στο Gestell που μας καθορίζει- είναι ότι βρίσκεται έξω από την ίδια τη δραστηριότητα, ότι είναι κάτι διαφορετικό από αυτήν.

Το ενδιαφέρον στο βιβλίο του Ουαλού φιλοσόφου Μαρκ Ρόουλαντς, Τρέχοντας με την αγέλη, σε σχέση με άλλα βιβλία σχετικά με το τρέξιμο, είναι πως πρόκειται για την προσωπική, συναισθηματική προσέγγιση ενός ερασιτέχνη των δρόμων, χωρίς να επικεντρώνεται σε συμβουλές και τεχνικές -χρήσιμες και αυτές- για τη βελτίωση και την επίτευξη ενός δρομικού στόχου. Εκείνο που αποτελεί τον πυρήνα του δοκιμίου αυτού είναι το ερώτημα: Γιατί τρέχω; Ερώτημα στο οποίο η απάντηση είναι απλή, γιατί μου αρέσει, εντούτοις, λόγω του περιβάλλοντος κόσμου και της άποψης πως το κάθε τι θα πρέπει σε κάτι να αποσκοπεί, απαιτεί μια λογική διαδικασία εξαγωγής της απάντησής του.

Και μπορεί το τρέξιμο -και το παιχνίδι γενικότερα- να είναι το κεντρικό θέμα του βιβλίου αυτού, όμως θα μπορούσε, αντικαθιστώντας το με κάποια άλλη δραστηριότητα ή πάθος, να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωστικής απόλαυσης και προσωπικής ταύτισης για ένα μεγαλύτερο ποσοστό αναγνωστών.

Δεν είναι κακό ή κατακριτέο να κάνει κανείς κάτι αποσκοπώντας σε κάτι άλλο, αν και θα ήταν ωραίο αυτό να του προσφέρει μια ικανοποίηση. Εκείνο που δεν είναι εύκολα διαχειρίσιμο, για να βάλω και τον προσωπικό παράγοντα στο κείμενο αυτό, είναι η ανικανότητα κάποιου τρίτου να καταλάβει πως κάποιος κάνει κάτι απλώς και μόνο επειδή τον ευχαριστεί. Και είναι κάπως μάταιο να προσπαθείς να εξηγήσεις ένα συναίσθημα τόσο απλό αλλά τελικά σύνθετο. Για παράδειγμα, το τρέξιμο ή η άσκηση γενικότερα δεν απευθύνεται μόνο σε ανθρώπους που επιθυμούν να χάσουν κιλά, ούτε περιορίζεται στους μήνες πριν από την έξοδο στις παραλίες, όταν και οι εγγραφές στα γυμναστήρια γνωρίζουν άνθηση, αλλά σε οποιονδήποτε αντλεί ικανοποίηση από την άθληση. Όπως αντίστοιχα δεν μαθαίνει κάποιος μια ξένη γλώσσα αποκλειστικά και μόνο για να αυξήσει τις επαγγελματικές του προοπτικές, αλλά γιατί μπορεί η μάθηση να του προσφέρει μια ικανοποίηση.

Είναι συγκινητικό θα έλεγα να διαβάζεις τις σκέψεις και τα βιώματα κάποιου που μοιράζεται μαζί σου το ίδιο πάθος, να αναγνωρίζεις τον εαυτό σου πίσω από μικρές αποστροφές του λόγου, να ακολουθείς τον φιλοσοφικό στοχασμό που αποδεικνύει το προφανές, αυτό που εσύ αλλά και εκείνος νιώθει ως προφανές, πως το τρέξιμο είναι κάτι που δεν απαιτεί απαραίτητα κάποιο πλαίσιο υποστήριξης αλλά περιορίζεται στην απλή ευχαρίστηση.

Γραμμένο απλά, αλλά σε καμία περίπτωση απλοϊκά, το βιβλίο του Ρόουλαντς είναι κάτι παραπάνω από ενδιαφέρον.

Μετάφραση Ελένη Βαχλιώτη
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου


Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Πανσέληνος - Antonio Muñoz Molina





Υπάρχει ένα παλαιοβιβλιοπωλείο στη Θεσσαλονίκη, κοντά στην Ροτόντα, που δεν θυμάμαι τ' όνομά του, μ' ένα τεράστιο υπόγειο γεμάτο θησαυρούς. Εκεί βρήκα το βιβλίο αυτό, του αγαπημένου μου Μολίνα, συγγραφέα που τα τελευταία χρόνια οι Έλληνες εκδότες έχουν δυστυχώς ξεχάσει, ένα βιβλίο από χρόνια εξαντλημένο, όπως και αρκετά ακόμα δικά του, που κάποτε κυκλοφόρησαν στα ελληνικά.

Και όμως, παρά τη δεδομένη προσδοκία και την τεράστια χαρά στη θέα του, δεν ήμουν έτοιμος γι' αυτό που ένιωσα διαβάζοντάς του. Βλέπετε, κάποτε οι προσδοκίες, όσο υψηλές και αν είναι, καταρρίπτονται από την επέλαση της ομορφιάς και του ενθουσιασμού. Τέτοιο τεράστιο μυθιστόρημα είναι η Πανσέληνος.
Τριγύριζε νυχθημερόν στην πόλη, αναζητώντας ένα βλέμμα. Δε ζούσε παρά μόνο γι' αυτό, κι ας προσπαθούσε να κάνει κι άλλα πράγματα ή προσποιούνταν ότι τα έκανε, όμως απλώς κοιτούσε, παρακολουθούσε τα μάτια των ανθρώπων, τα πρόσωπα των αγνώστων, των σερβιτόρων των μπαρ και των υπαλλήλων των καταστημάτων, τα πρόσωπα και τα βλέμματα των κρατούμενων στα αστυνομικά τμήματα. Ο επιθεωρητής αναζητούσε το βλέμμα κάποιου που είχε δει κάτι υπερβολικά τερατώδες, ώστε να έχει μπορέσει η λήθη να το ηρεμήσει ή να το ναρκώσει, δυο μάτια στα οποία έπρεπε να παραμείνει κάποιο χαρακτηριστικό ή κάποια συνέπεια του εγκλήματος, δυο κόρες ματιών που μέσα τους θα μπορούσε να ανακαλύψει ανενδοίαστα την ενοχή, απλώς κοιτάζοντάς τες, όπως αναγνωρίζουν οι γιατροί τα σημάδια μιας αρρώστιας με το που πλησιάζουν στο σώμα έναν μικρό φακό.
Ο επιθεωρητής, που μετά από χρόνια καταφέρνει να πετύχει την πολυπόθητη μετάθεση πίσω στον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο ίδρυμα για ορφανά, μακριά από το Μπιλμπάο, εκεί όπου υπηρέτησε για χρόνια με τον καθημερινό φόβο για τη ζωή του, θα αναλάβει να διευθύνει την πρώτη σπουδαία έρευνα, αναζητώντας τον δολοφόνο βιαστή ενός μικρού κοριτσιού, και παράλληλα θα αναμετρηθεί με τους προσωπικούς του δαίμονες.

Ο Μολίνα, με αφορμή μια τυπική αστυνομική υπόθεση, ξεδιπλώνει την αφηγηματική του ικανότητα σε όλο της το μεγαλείο, μην παραλείποντας την πλοκή και το σασπένς, συστατικό απαραίτητο για τη συγκεκριμένη ιστορία, χρησιμοποιεί μια γλώσσα ποιητική και απαιτητική, και επιτυγχάνει να μαγεύσει ακόμα και τον αναγνώστη εκείνο που με αδικαιολόγητη σιγουριά κατατάσσει την αστυνομική λογοτεχνία στα αποπαίδια της γραφής, αρνούμενος πεισματικά την καταβύθιση σε έναν κόσμο σκοτεινό και επικίνδυνα γοητευτικό. Είναι η ατμόσφαιρα των βιβλίων του που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο με ελκύει στον Μολίνα, αυτή η καταχνιά και η θλίψη που κυριαρχούν, η ματαιότητα, συνυφασμένη με την ανθρώπινη ύπαρξη, η επίγνωση της ανικανότητας για ευτυχία, παρά τις όποιες εκλάμψεις, η διαρκής σύγκρουση με το παρελθόν και ο αναπόφευκτος απολογισμός, όλα εκείνα που έμοιαζαν καμωμένα σωστά, μα που από καιρό έχουν πέσει από το ίδιο τους το βάρος, η ανθρώπινη αδυναμία.

Ξέρω πως οφείλω ν' αφήσω ένα χρονικό διάστημα να περάσει πριν αποφανθώ αν είναι η Πανσέληνος ή Ο χειμώνας στη Λισαβόνα το βιβλίο του Μολίνα που περισσότερο με διέλυσε, και επομένως με στοίχειωσε. Ξέρω όμως σίγουρα πως η αναζήτηση και για τα υπόλοιπα έργα του θα συνεχιστεί με επιμονή και υπομονή, σε σκονισμένα υπόγεια και σεντόνια απλωμένα, εδώ και αλλού.

Μετάφραση Δημήτρης Δημουλάς
Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

Θα περάσει και αυτό - Milena Busquets




Για κάποιον λόγο ποτέ δεν μου πέρασε απ' το μυαλό ότι θα έφτανα τα σαράντα. Στα είκοσι με φανταζόμουν στα τριάντα, να ζω με τον έρωτα της ζωής μου και με μερικά κουτσούβελα. Και στα εξήντα να φτιάχνω μηλόπιτες για τα εγγόνια μου, εγώ που δεν ξέρω να φτιάξω ούτε τηγανητό αυγό, αλλά θα μάθαινα. Και στα ογδόντα, σαν μπαμπόγρια, να πίνω ουίσκι με τις φίλες μου. Όμως ποτέ δε με φαντάστηκα στα σαράντα, ούτε καν στα πενήντα. Κι όμως να που είμαι εδώ. Στην κηδεία της μητέρας μου, και επιπλέον σαράντα χρονών.
Υποθέτω πως εκείνο που αρχικά μου τράβηξε την προσοχή στο συγκεκριμένο βιβλίο με αποτέλεσμα να το κατεβάσω από το ράφι του βιβλιοπωλείου και να το ξεφυλλίσω, ήταν η καταγωγή της συγγραφέως από την Ισπανία. Εκείνο όμως που με έκανε να θέλω να το διαβάσω ήταν σίγουρα το παραπάνω εναρκτήριο απόσπασμα· ένιωσα μια ειλικρίνεια που ολοένα και σπανίζει στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ένιωσα πως με αφορούσε η ιστορία της αφηγήτριας. Και δεν έκανα λάθος.

Η Μπλάνκα, στα σαράντα της, βρίσκεται στο χωριό της μητέρας της για την κηδεία της, στο χωριό των παιδικών της καλοκαιριών, μακριά από τη Βαρκελώνη. Παρ' ότι η υγεία της μητέρας της όλο και χειροτέρευε το τελευταίο διάστημα, και το τέλος έμοιαζε όχι μόνο δεδομένο αλλά και ανακουφιστικό, όσο ανακουφιστικό μπορεί να είναι το τέλος ενός ανθρώπου, δεδομένης της ταλαιπωρίας του ίδιου αλλά και των κοντινών του ανθρώπων, ο θάνατός της σοκάρει τη Μπλάνκα. Ποτέ δεν είναι έτοιμος κανείς για τον θάνατο.

Αποφασίζει, με παρότρυνση των φίλων της, να περάσει κάποιες μέρες στο παραθαλάσσιο χωριό, μακριά από την κανονικότητα της καθημερινότητας στη Βαρκελώνη. Στο ευρύχωρο σπίτι, εκτός από τα δυο παιδιά της, θα μείνουν και δυο φίλες της, ενώ θα κάνουν την εμφάνισή τους και οι πρώην σύζυγοι. Η φιλία, ο έρωτας, το σεξ, η αγάπη, η μητρότητα, ο θάνατος, οι αναμνήσεις, οι ενοχές και η ζωή που συνεχίζεται παρά τις απώλειες.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της Μπλάνκα πότε απευθύνεται στη νεκρή μητέρα της, σαν ένα γράμμα, και πότε μοιάζει με ένα προσωπικό ημερολόγιο των ημερών στο Καδακές, μια καταγραφή σκέψεων και γεγονότων, κάποια από εκείνα θα ήθελε ίσως να τα έχει μοιραστεί με τη μητέρα της, κάποια άλλα ίσως με τις φίλες της. Ως πενθούσα βρίσκεται στο απυρόβλητο, σε ένα περιβάλλον φιλικό, αλλά κρατώντας τις περισσότερες από τις σκέψεις της για τον εαυτό της, δημιουργεί μια απενοχοποίηση του πένθους, που της παραχωρεί τη δυνατότητα να παραστρατήσει από την πεπατημένη του πένθους, όπως ορίζεται εδώ και γενιές, από ένα πρωτόκολλο θλίψης και άρνησης της ζωής, και της επιτρέπει να βιώσει το πένθος με τον δικό της προσωπικό και αβίαστο τρόπο, όπως θα έπρεπε να γίνεται δηλαδή. Γεγονός που προσδίδει ειλικρίνεια και δημιουργεί έδαφος για ταύτιση στον αναγνώστη, ίσως όχι σε εκείνον τον αναγνώστη που πιστεύει στη γενίκευση μιας τόσο προσωπικής υπόθεσης όπως το πένθος, και όλα αυτά του μοιάζουν ίσως προκλητικά και ασεβή ακόμη.

Η Μπουσκέτς καταφέρνει να αναμετρηθεί με ένα θέμα κοινότυπο χωρίς να αναπαραγάγει λογοτεχνικά στερεότυπα. Το Θα περάσει κι αυτό δεν είναι αριστούργημα, σίγουρα δεν είναι, είναι όμως ένα ειλικρινές βιβλίο, και ας μην προκύπτει από πουθενά πως πρόκειται για πραγματική ιστορία, βιβλίο που αποτυπώνει το γλυκόπικρο αίσθημα της ζωής, την αδυναμία ένταξης του προσωπικού στο εγχειρίδιο καλής συμπεριφοράς. Μυθιστόρημα σύγχρονο με την εποχή του και με δεδομένη λογοτεχνική αξία, που δεν δικαιολογεί απλώς την επιλογή της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, αλλά τη μετατρέπει σε αφηγηματικό εργαλείο.

Μια ευχάριστη έκπληξη.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Χριστίνα Θεοδωροπούλου
Εκδόσεις Πατάκη  



Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

Illska Το Κακό - Έιρικουρ Ερτν Νόρδνταλ





Μια νεαρή ιστορικός, η Άγκνες, γράφει τη διπλωματική της με θέμα την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ισλανδία και την Ευρώπη. Δεύτερης γενιάς μετανάστρια, παιδί Λιθουανών, που βρήκαν καταφύγιο στην Ισλανδία και έχουν πια επιστρέψει στη χώρα τους, η Άγκνες επέλεξε να μείνει εκεί που ένιωθε ότι ανήκει. Η Άγκνες και ο Όμαρ γνωρίστηκαν ένα παγωμένο βράδυ, που και οι δύο είχαν ανάγκη από αγάπη, περιμένοντας, αρκετά μεθυσμένοι, στη σειρά για ταξί. Για την έρευνά της η Άγκνες θα επιδιώξει να διεισδύσει στους κόλπους της ισλανδικής ακροδεξιάς, θα γνωρίσει τον Άρνορ, νεοναζί διανοούμενο, με τον οποίο συναντιέται συχνά, παρά τη δεδομένη απέχθειά της προς την ιδεοληψία του. Η απέχθεια όμως συχνά μετασχηματίζεται σε έλξη.

Είναι όμως το Illska απλώς ένα μυθιστόρημα για τον νεοφασισμό με ένα ερωτικό τρίγωνο στον πυρήνα του; Σίγουρα όχι. Και αν αυτός είναι ο κεντρικός άξονας της ιστορίας που αποφασίζει να διηγηθεί ο Νόρδνταλ, ο γεννημένος το 1978 Ισλανδός συγγραφέας, αποφασίζει να το κάνει με έναν τρόπο αρκετά φιλόδοξο, όχι μόνο ως προς την αφηγηματική φόρμα αλλά και προσθέτοντας στην ιστορία του τα απαραίτητα εκείνα συμπληρώματα, με σκοπό να εξηγήσει πώς η Ευρώπη βαδίζει ξανά στα φασιστικά βήματα του πρόσφατου παρελθόντος, πορεία που δεν γεννήθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη, αλλά φέρει έναν ρυθμό που δεν έπαψε ποτέ να χτυπά, πληγές που δεν επουλώθηκαν, ρίζες που δεν κόπηκαν.

Η σημερινή Ισλανδία, λίγα χρόνια μετά την οικονομική κατάρρευση και την έκρηξη του ηφαιστείου που παρέλυσε τις αεροπορικές συνδέσεις πάνω από την Ευρώπη, με το αίσθημα της απομόνωσης μες στη μέση του ωκεανού έντονο, αποτελεί το τέλειο σκηνικό, θαρρείς, για να αναπτυχθούν θεωρίες σχετικά με την καθαρότητα του αίματος και της φυλετικής υπεροχής, το σκηνικό στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία της Άγκνες, του Όμαρ και του Άρνορ. Με διαρκή εναλλαγή ανάμεσα στο πρώτο αφηγηματικό πρόσωπο και στο τρίτο, εκείνο του παντογνώστη αφηγητή, και με μπρος-πίσω στον χρόνο, ο Νόρδνταλ συνθέτει το μυθιστόρημά του, μοιράζοντας το έδαφος ανάμεσα στις προσωπικές ιστορίες των ηρώων του και την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, και έτσι επιτυγχάνει μια ολοκληρωμένη εικόνα, μια αιτιολογική σύνδεση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν.

Με αφηγηματική άνεση και έλεγχο της ιστορίας του, ο Νόρδνταλ καταφέρνει να εγκλωβίσει τον αναγνώστη, να τον παρασύρει σε μια αχόρταγη ανάγνωση, χωρίς να χαλαρώνει στιγμή τον ρυθμό, παρά το μέγεθος του βιβλίου. Κανένας ήρωας του βιβλίου δεν αφήνει αδιάφορο τον αναγνώστη, καθώς ένα ανάμεικτο αίσθημα ταύτισης, λύπησης και θυμού, γεννιέται με το πέρας της ιστορίας, κανείς δεν έχει απόλυτο δίκιο, κανείς δεν μπορεί να κατηγορηθεί για το σύνολο των πράξεων και των αποφάσεών του, και ίσως εκεί να δημιουργείται μία ταύτιση, χάρη σε αυτή την ανθρώπινη ατέλεια.

Με το Illska επιβεβαιώνεται ξανά και ξανά πως ο τρόπος να διηγηθείς μια ιστορία είναι εκείνος που μπορεί να απογειώσει ή όχι την ιστορία, και ο Νόρδνταλ μοιάζει να το γνωρίζει καλά, παρά τις όποιες υπόνοιες για διάθεση επίδειξης ικανοτήτων σε κάποια σημεία, δεν διστάζει να θέσει τον πήχη ψηλά, να αναμετρηθεί με ένα θέμα υψηλής πολεμικής, όπως ο νεοφασισμός, και να βγει, μάλλον, αλώβητος, παραμένοντας πιστός στην πρόθεσή του να γράψει μυθιστόρημα και όχι πολιτική πραγματεία.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Ρούλα Γεωργακοπούλου
Εκδόσεις Πόλις


Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2017

Στην Παταγωνία - Bruce Chatwin





Όταν εκείνη η ρομαντική αναγνώστρια μου έκανε δώρο τη νουβέλα του Τσάτουιν, συγγραφέα που γνώριζα ως όνομα αλλά ποτέ δεν είχα διαβάσει κάτι δικό του, τη νουβέλα με τον παράξενο τίτλο Ουτς, εκτός από την προτροπή να το διαβάσω, έσπευσε να συμπληρώσει πως και τα άλλα του βιβλία είναι υπέροχα, όπως για παράδειγμα εκείνο με τον γεμάτο όνειρα για ταξίδια τίτλο Στην Παταγωνία, τόπο με κάτι το μαγικά απόκοσμο στο άκουσμά του. Και όταν διάβασα το Ουτς και την ευχαρίστησα, πρώτα χαμηλόφωνα στο κλείσιμο της τελευταίας σελίδας και στη συνέχεια με μια αγκαλιά, ήξερα ήδη πως αργά ή γρήγορα θα επέστρεφα σε ακόμα ένα βιβλίο του, ιδανικά σε εκείνο για την Παταγωνία. Έτσι και έγινε.

Το βιβλίο Στην Παταγωνία δεν θα είχε καμία πραγματική αξία, παρά θα θύμιζε κάποιο από τα δεκάδες άρθρα σχετικά με έναν τουριστικό προορισμό, άρθρα συνοδευόμενα από διαφημιστικές καταχωρίσεις, αν ο Τσάτγουιν δεν διέθετε εκείνο το βλέμμα του πραγματικού ταξιδιώτη, και εκείνη την ικανότητα της μεταφοράς του βλέμματος στο χαρτί, χωρίς περιττές φιοριτούρες και διάθεση αυταρέσκειας, παρά μόνο την ανάγκη να καταγράψει εκείνα που αναζητούσε ταξιδεύοντας ως εκεί, και εκείνα τα άλλα, κυρίως εκείνα τα άλλα, που αναζητούσε χωρίς να το γνωρίζει και το συνειδητοποίησε μόνο αντικρίζοντάς τα. Η ικανότητα της μεταμόρφωσης ενός απόλυτα προσωπικού βιώματος σε κάτι με ευρύτερο ενδιαφέρον, σε κάτι μαγικό, με έναν τρόπο που μου θύμισε το Σατόρι στο Παρίσι ενός άλλου σπουδαίου ταξιδευτή, του Τζακ Κέρουακ.
Εγκατέλειψα τα κόκκαλα του Λα Πλάτα, παραπατώντας κάτω από τα πλήγματα των λατινικών του Καρλ φον Λίννε κι επέστρεψα βιαστικά στο Μπουένος Άιρες, στον σταθμό της Παταγωνίας, για να πάρω το νυχτερινό λεωφορείο προς τα νότια.
Το μόνο κακό, αν πραγματικά το θεωρεί κάποιος κακό, είναι αυτή η δίψα για ταξίδι που σου δημιουργεί η ανάγνωση ενός τέτοιου βιβλίου, για ένα ταξίδι προσωπικό και όχι στα βήματα εκείνου του συγγραφέα, αυτή η αίσθηση της περιπλάνησης, με τις άσκοπες στιγμές και τις ενστικτώδεις αποφάσεις. Παρ' όλ' αυτά η διεισδυτική ματιά του Τσάτγουιν στο φαινομενικά μικρό και αδιάφορο είναι ικανή να κάνει μαγική και την ελάχιστη ακόμα βόλτα, την παραμικρή περιδιάβαση ακόμα και σε ένα περιβάλλον γνωστό, ή όχι και τόσο εξωτικό, δημιουργώντας σου μια δίψα, εν τέλει, για ζωή.

Μετάφραση Τάκη Κίρκη
Εκδόσεις Χατζηνικολή  

Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

Με αφορμή τα Τρία δωμάτια στο Μανχάτταν του Georges Simenon




αλλά και τους Αρραβώνες του κυρίου Ιρρ, βιβλία που διάβασα φέτος το καλοκαίρι, ακολουθώντας μία παράδοση χρόνων, αν και συνήθως αρκούμαι σε ένα βιβλίο του Σιμενόν κάθε έξι μήνες περίπου, καλοκαίρι και Χριστούγεννα, νομίζω πως κατάλαβα τι είναι εκείνο που με συγκινεί και με έλκει στα έργα του σπουδαίου αυτού Βέλγου συγγραφέα, που κατά τη διάρκεια της ζωής του γνώρισε την απαξίωση των λογοτεχνικών κύκλων, αλλά ο χρόνος, που είναι και ο τελικός κριτής, τον τοποθέτησε, έστω και αργά, στο πάνθεον των σπουδαίων. Αυτά τα δύο βιβλία σκόπευα να τα κάνω δώρο σε μία φίλη, και τελικά, με δικής της απόφαση, Οι αρραβώνες του κύριου Ιρρ μετατράπηκαν σε δώρο για μία τρίτη φίλη, αφού πρώτα διαβάσαμε και οι δύο την ιστορία του Ιρρ, τη θλιβερή και άτυχη ιστορία του κυρίου Ιρρ, και στη συνέχεια τα Τρία δωμάτια στο Μανχάταν, ένα βιβλίο διαφορετικό από τα υπόλοιπα του Σιμενόν που έχω διαβάσει μέχρι τώρα, και που δεν μπορώ να μιλήσω για την διαφορετικότητά του, καθώς θα αποτελούσε σπόιλερ για εκείνους που δεν έχουν ακόμα διαβάσει την ερωτική ιστορία των δύο μοναχικών ξένων, που γνωρίστηκαν κάποιο βράδυ σε ένα μπαρ του Μανχάτταν.

Μέχρι τώρα πίστευα πως ήταν εκείνη η καφκική τροπή στη ζωή ενός απλού ανθρώπου, εκείνο το χτύπημα της μοίρας που μετέτρεπε σε κόλαση τη ζωή του, που τον έθετε στο στόχαστρο της κοινωνίας και των αρχών, μόνο του και χωρίς κανέναν πραγματικό σύμμαχο, ούτε καν την οικογένειά του, αυτός ο παιδικός εφιάλτης μιας στιγμιαίας, χωρίς σκέψη ενέργειας, που αρκεί για να αποβεί καταδικαστική, εκείνο το μυστικό που αποκαλύπτεται ξαφνικά, το παρελθόν που κάποια στιγμή ξυπνά και έρχεται να συναντήσει το παρόν. Και ήταν, και ακόμα είναι, αυτή η οικεία αίσθηση με κάθε βιβλίο του, ότι οι αναγνωστικές προσδοκίες της περιόδου ξέρω πως θα ικανοποιηθούν σε μεγάλο βαθμό, επιστρέφοντας σε ακόμα μία ιστορία του Σιμενόν.

Όμως, φέτος το καλοκαίρι, διαβάζοντας σχεδόν διαδοχικά τα δύο αυτά βιβλία, και έχοντας τη δυνατότητα να συζητήσω γι' αυτά, σκέφτηκα πως ίσως εκείνο που τελικά κρύβεται πίσω απ' όλες τις ιστορίες τού Σιμενόν είναι η ανθρώπινη αφέλεια, αυτή η διάθεση να φωνάξεις στον ήρωα: μην είσαι αφελής, ρε άνθρωπε· και ταυτόχρονα με τον θυμό να νιώθεις και μία ταύτιση μαζί του, μια βαθιά, ειλικρινή κατανόηση για τις πράξεις του και τις επιλογές του, μια ελπίδα πως στο τέλος θα τα καταφέρει, πως, δεν μπορεί, το δίκαιο θα επικρατήσει. Δεν λέω πως οι ήρωες του Σιμενόν είναι χαζοί, η αφέλεια είναι διαφορετική. Η αφέλεια θα μπορούσε να είναι, σκέφτομαι, εκείνη που ιντρίγκαρε τον Σιμενόν, εκείνη που γεννούσε τους ήρωες και τις ιστορίες τους, ο απλός τρόπος σκέψης, η πίστη στο ένστικτο και στους ανθρώπους, αφέλεια μέσα σε ένα υστερόβουλο περιβάλλον, σε έναν κόσμο στον οποίο η τύχη ευνοεί μόνο τους δυνατούς, ο χρόνος αργά ή γρήγορα βαραίνει τα πάντα ακόμα και η ελάχιστα λανθασμένη απόφαση μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες.

Αναλογίζομαι ξανά όσους ήρωες του Σιμενόν μπορώ ν' ανακαλέσω στη μνήμη μου, και διακρίνω αυτό το νήμα να τους ενώνει, αναλογίζομαι πράγματα δικά μου και των κοντινών μου ανθρώπων, και διακρίνω επίσης το ίδιο νήμα, και μετά σκέφτομαι πως εκείνοι που δεν νιώθουν αφελείς, αλλά αντίθετα διαθέτουν και επιδεικνύουν μια πίστη στην τέλεια ύπαρξή τους, αδικαιολόγητη για το εμβαδόν που καταλαμβάνουν στο σύμπαν, θα ήταν ιδανικοί, αργά ή γρήγορα, για πρωταγωνιστές μιας ιστορίας του Σιμενόν. 
 

(*Και τα δύο βιβλία σε μετάφραση Αργυρώς Μακάρωφ)

Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Τελευταία έξοδος - Federico Axat




Ο Τεντ Μακέι ήταν έτοιμος να ρίξει μια σφαίρα στον κρόταφο, όταν άρχισε να χτυπάει επίμονα το κουδούνι της πόρτας.
Περίμενε. Δεν μπορούσε να πιέσει τη σκανδάλη με κάποιον έξω από την πόρτα.
Φύγε, όποιος κι αν είσαι.
Ξανά το κουδούνι. Μετά, μια αντρική κραυγή:
"Ανοίξτε, ξέρω ότι με ακούτε!"

Με πατημένο το γκάζι, ήδη από την πρώτη πρώτη γραμμή, ξεκινάει ο Αργεντίνος Federico Axat τη διήγηση της ιστορίας του Τεντ Μακέι, τη στιγμή που, ενώ ήταν έτοιμος να πατήσει τη σκανδάλη και να θέσει τέλος στη ζωή του, το επίμονο χτύπημα στο κουδούνι της πόρτας θα τον αναγκάσει να την ανοίξει σε έναν ξένο, που μοιάζει με πωλητή, και έχει να του προτείνει κάτι τρελό: ισχυριζόμενος πως είναι μέλος μιας οργάνωσης, του δίνει τη δυνατότητα να μετατραπεί από υποψήφιος αυτόχειρας σε θύμα δολοφονίας, και να μειώσει με αυτόν τον τρόπο την οδύνη της οικογένειάς του. Πριν απ' αυτό όμως, του προτείνει να δολοφονήσει έναν ατιμώρητο από την δικαιοσύνη εγκληματία και ύστερα ένα μέλος της οργάνωσης, που επίσης επιθυμεί να αυτοκτονήσει. Μπέρδεμα ε;

Με τις ανατροπές να ακολουθούν η μία την άλλη σε ρυθμό καταιγιστικό, θα ήταν ασυγχώρητο εκ μέρους μου να αναφερθώ περαιτέρω στην υπόθεση του βιβλίου, χάνοντας έτσι την ευκαιρία να επισημάνω κάποια αδύνατα σημεία της πλοκής και των ανατροπών, αλλά επιτρέποντας στον υποψήφιο αναγνώστη να ακολουθήσει τον Τεντ Μακέι με σύμμαχο την άγνοια και έπαθλο την έκπληξη και το σασπένς.

Στο βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα αναφέρεται κάτι που, αν και φαίνεται λογικό και όχι και τόσο πρωτότυπο ως αντίδραση σε συναίσθημα, πρώτη φορά αντικρίζω γραμμένο: ξεκίνησε να γράφει από πλήξη. Μόλις το διάβασα σκέφτηκα: άρα λογικό να γράψει ένα θρίλερ γεμάτο ανατροπές κάποιος που αντιμάχεται την προσωπική πλήξη, επιχειρώντας να εντυπωσιάσει τον ίδιο του τον εαυτό, να τον εκπλήξει, να τον ιντριγκάρει και να τον οδηγήσει πιο βαθιά μέσα στην ιστορία την οποία δημιουργεί ο ίδιος από το τίποτα. Και αν έτσι έγινε η πρώτη γραφή, σίγουρα οι επόμενες διέθεταν σημαντικό ποσοστό επιμέλειας και αλλαγών, με σκοπό να δέσει όλο αυτό το συνονθύλευμα ιδεών και εναλλαγών πορείας, να δημιουργηθούν κορυφές για το σασπένς και να διορθωθούν τα φιλολογικά στοιχεία. Κατασκεύασμα κατ' εξοχήν εγκεφαλικό, στρατευμένο να προκαλέσει συγκεκριμένα συναισθήματα, να οδηγήσει τον αναγνώστη σε απώλεια οποιουδήποτε ορίζοντα προσδοκιών και, αν προλάβει, να δημιουργήσει από ανατροπή σε ανατροπή, και τελικώς να προσφέρει μια καλή λύση του μυστηρίου.

Δεν μπορώ να πω πως εντυπωσιάστηκα από το βιβλίο του Axat, παρά το γεγονός πως το διάβασα σε χρόνο ρεκόρ, δεδομένου του όγκου του. Αν και είχε κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία, εντούτοις έπασχε από ένα σύνηθες πρόβλημα, η εντυπωσιακή πρώτη ιδέα γρήγορα ξεμένει από καύσιμα, με αποτέλεσμα το ενδιαφέρον προοδευτικά να μειώνεται.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου
Εκδόσεις Μεταίχμιο