Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Ο Στόουνερ - John Williams




Ο Γουίλιαμ Στόουνερ γράφτηκε στο πρώτο έτος του Πανεπιστημίου του Μιζούρι το 1910, σε ηλικία δεκαεννέα ετών. Οκτώ χρόνια αργότερα, όταν ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος βρισκόταν στην κορύφωσή του, έπαιρνε το διδακτορικό του δίπλωμα και γινόταν μέλος του διδακτικού προσωπικού στο ίδιο πανεπιστήμιο, όπου δίδαξε μέχρι τον θάνατό του, το 1956. Δεν έφτασε πιο πάνω από τον βαθμό του επίκουρου καθηγητή και ελάχιστοι φοιτητές, απ' αυτούς που είχαν παρακολουθήσει τα μαθήματά του, διατηρούσαν σαφή εικόνα του. Όταν πέθανε, οι συνάδελφοί του, αντί μνημοσύνου, δώρισαν ένα μεσαιωνικό χειρόγραφο στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου. Δεν αποκλείεται το χειρόγραφο αυτό να βρίσκεται ακόμη στη Συλλογή Σπανίων Βιβλίων, με την αφιέρωση: "Δωρεά στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Μιζούρι, στη μνήμη του Γουίλιαμ Στόουνερ. Εκ μέρους των συναδέλφων του του Τμήματος Αγγλικής Φιλολογίας".

Αν έχεις έναν τέτοιο ήρωα, όπως ο Γουίλιαμ Στόουνερ στην προκειμένη περίπτωση, επιβάλλεται να γράψεις ένα μυθιστόρημα, σκεφτόμουν κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, και να του δώσεις το επίθετό του για τίτλο. Έναν ήρωα που φαινομενικά δεν διαθέτει τίποτα ενδιαφέρον προς αφήγηση στη βιογραφία του. Ο Γουίλιαμ Στόουνερ έφυγε από το πατρικό του για να σπουδάσει γεωπονική, επειδή ένας αγροκόμος μίλησε γι' αυτό το νέο τμήμα στον πατέρα του. Ένα μάθημα επιλογής όμως στάθηκε ικανό να τον μαγέψει και να τον στείλει στη φιλολογία. Η τυχαιότητα οδηγούσε τα βήματά του. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και η λειψανδρία που ακολούθησε του έδωσαν την ευκαιρία να γίνει καθηγητής. Του πήρε καιρό να καταλάβει την κλίση του στη διδασκαλία. Κάποιο βράδυ αντίκρυσε την Ίντιθ, την ερωτεύτηκε και τη ζήτησε σε γάμο. Ένας γάμος αποτυχημένος με χάιλαϊτ τη γέννηση της Γκρέις. Η ξεροκεφαλιά του και η ανικανότητά του στις δημόσιες σχέσεις τον καταδίκασαν να μείνει ακαδημαϊκά στάσιμος. Δίδαξε μέχρι τον θάνατό του. Σπουδές από σπόντα, ένας αποτυχημένος γάμο, μια ακαδημαϊκή καριέρα στην αφάνεια, μια ερωτική ιστορία που έσβησε νωρίς, ένας θάνατος ελάχιστα ηρωικός. Και όμως, ο Γουίλιαμ Στόουνερ είναι ένας από εκείνους τους ήρωες που παραμένουν αξέχαστοι στον αναγνώστη, ακριβώς γι' αυτή τη φαινομενική μετριότητά τους που τους κάνει ανθρώπινους, για την ικανότητά τους να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες, όχι με ξεσπάσματα, μα με μια καρτερικότητα κάπως πρωτόγονη, αντίστοιχη εκείνης των αγροτών γονιών του Στόουνερ απέναντι στις αναποδιές του καιρού και του χώματος. Αξίζει να πλησιάσει κανείς κοντά για να παρατηρήσει έναν κοινό άνθρωπο, να διακρίνει τις, μακρόθεν δυσδιάκριτες, αρετές του, να σιχτιρίσει την ανικανότητά του να επιβληθεί πιο δυναμικά, να ταυτιστεί μαζί του με έναν τρόπο ιδιαίτερο. Και όμως ο Στόουνερ δεν έζησε μια θλιβερή ζωή, όσο παράδοξο και αν φαίνεται κάτι τέτοιο από την πρώτη παράγραφο του μυθιστορήματος.

Δεν γνώριζα τίποτα για το μυθιστόρημα αυτό, δεν γνώριζα τον συγγραφέα Τζον Γουίλλιαμς, του οποίου κανένα έργο δεν είχε, έως τώρα, μεταφραστεί στα ελληνικά, και όμως, από την πρώτη στιγμή που έπιασα το βιβλίο στα χέρια μου ένιωσα μια έντονη έλξη, μια επιθυμία να διαβάσω το μυθιστόρημα αυτό, ίσως λόγω του ότι επρόκειτο για ένα ακαδημαϊκό μυθιστόρημα (campus novel), είδος που μου είναι διαχρονικά ιδιαίτερα αγαπητό. Και η διαίσθηση επιβεβαιώθηκε -τι όμορφο που είναι το συναίσθημα της επιβεβαίωσης μιας διαίσθησης, σχεδόν μεταφυσικό- από τις πρώτες κιόλας σελίδες, και η ανάγνωση ολοκληρώθηκε τάχιστα, με μια διάθεση πρωτόγνωρα αχόρταγη για τη δεδομένη αναγνωστική περίοδο που διάγω. Η ικανότητα στην αφήγηση και ο Στόουνερ είναι οι δύο πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίζεται η επιτυχία του μυθιστορήματος, τα δύο αυτά χαρακτηριστικά θα μου μείνουν -πιστεύω- αξέχαστα.

Όμως δεν θα αρκούσαν μόνο αυτά τα δύο χαρακτηριστικά, σε καμία περίπτωση δεν θα αρκούσαν. Αν και σε δεύτερο πλάνο, ο Γουίλλιαμς διατρέχει ένα μεγάλο μέρος του εικοστού αιώνα· δύο πόλεμοι έστω και μακριά από το Μιζούρι, θα σφραγίσουν ανεξίτηλα την περίοδο αυτή, σημαδεύοντας αναπόφευκτα και τους χαρακτήρες του μυθιστορήματος. Η ακαδημαϊκή ζωή με τις χαρές και τα μελανά της σημεία, αυτό το άσυλο μακριά από τον πραγματικό κόσμο, με πολλές από τις παθογένειές του όμως παρούσες, μια θρυαλλίδα ελευθερίας της σκέψης. Οι δεύτεροι χαρακτήρες, δουλεμένοι ενδελεχώς, έτοιμοι, θαρρείς, να λάβουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε κάποιο επόμενο μυθιστόρημα. Στους γυναικείους χαρακτήρες υπάρχει μια ένσταση, ή μάλλον ένας προβληματισμός, για να το θέσω ακριβέστερα· τόσο η γυναίκα του Στόουνερ, η Ίντιθ, όσο και η κόρη του, η Γκρέις, και η ερωμένη του, η Κάθριν, οι τρεις βασικές γυναικείες παρουσίες δηλαδή σε αυτό το ανδροκρατούμενο μυθιστορηματικό σύμπαν, δεν διαθέτουν παρά ψήγματα θετικών στιγμών και χαρακτηριστικών, σε τέτοιο βαθμό που θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί αν τα όσα ήθελε να δείξει ο Γουίλλιαμς θα ήταν μη υλοποιήσιμα σε διαφορετική περίπτωση. Δεν νομίζω όμως ότι θα ευσταθούσε, σε καμία περίπτωση, μια κατηγορία για μισογυνισμό. Ενδιαφέρον έχει και ο στοχασμός, διαμέσου του Στόουνερ κυρίως, ως προς την φιλία, τον έρωτα, το αίσθημα καθήκοντος, την έννοια του δασκάλου, τη σχέση πατέρα-κόρης, τη βαρβαρότητα του πολέμου, την ανάγκη για σταθερότητα. Αποτυπώνει επίσης μια περίοδο σε μια συντηρητική πλευρά της Αμερικής με την παρουσία της ακαδημαϊκής ζωής, πιο προοδευτικής από τη φύση της, να λειτουργεί θαυμάσια ως αντιδιαστολή.

Σπουδαία αμερικανική λογοτεχνία, μου έφερε στον νου δύο άλλους μεγάλους συγγραφείς τον Μπέλοου και τον Μαίηλερ, αναγνωστική απόλαυση και ανυπομονησία για τη μετάφραση κάποιου ακόμα έργου του Γουίλλιαμς.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αθηνά Δημητριάδη
Εκδόσεις Gutenberg

    

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Μητροπολιτική αίσθηση - Georg Simmel




Ο τίτλος ήταν αρκετός για να μου κινήσει το ενδιαφέρον σε μια περίοδο που το ζήτημα της εγκατάλειψης ή όχι της Αθήνας στριφογυρίζει όχι μόνο στο δικό μου μυαλό αλλά και σε διάφορες συζητήσεις με ανθρώπους κυρίως της ηλικίας μου, κάπου στο μεταίχμιο ανάμεσα στην εργένικη ζωή και στην απόφαση για δημιουργία οικογένειας. Ξεφυλλίζοντάς το στάθηκα στην ημερομηνία έκδοσης, 1903, και αυτόματα έκανα τη σκέψη: πόσο επίκαιρη μπορεί να είναι μια κοινωνιολογική μελέτη για τις μητροπόλεις γραμμένη στις αρχές του προηγούμενου αιώνα; Αυτός ακριβώς ήταν και ο λόγος που αποφάσισα να το διαβάσω.

Και η απάντηση ήταν η προφανής. Ένας διορατικός και καταρτισμένος επιστήμονας, όπως αποδείχτηκε με την ανάγνωση ο Georg Simmel, είναι ικανός να διαγνώσει σταθερές και χαρακτηριστικά που παρατηρούνται διαχρονικά, παρατηρήσεις που, προσαρμοσμένες ανάλογα, μπορούν να αποτελέσουν εργαλεία κατανόησης του σύγχρονου κόσμου πάνω από έναν αιώνα μετά.
Τα βαθύτερα προβλήματα της σύγχρονης ζωής πηγάζουν από την αξίωση του ατόμου να διατηρήσει  την αυτονομία και την ιδιοτυπία του Είναι του απέναντι στις υπερκείμενες δυνάμεις της κοινωνίας, της ιστορικής κληρονομιάς, της εξωτερικής κουλτούρας και της τεχνικής οργάνωσης της ζωής -η πιο πρόσφατη μορφή της μάχης με τη φύση, την οποία ο πρωτόγονος άνθρωπος έπρεπε να δώσει για την ίδια του τη σωματική ύπαρξη.
Έτσι ξεκινάει το πρώτο από τα δύο δοκίμια της έκδοσης με τον τίτλο Οι μεγαλουπόλεις και η διαμόρφωση της συνείδησης, και μοιάζει τόσο, μα τόσο επίκαιρος ως συλλογισμός· ίσως μόνο να πρόσθετε κανείς και την υπερπληροφόρηση ανάμεσα στους "εχθρούς" του ατόμου στην προσπάθεια διατήρησης της αυτονομίας και της ιδιοτυπίας του Είναι του. Και ο Simmel συνεχίζει, επιχειρώντας την αντιπαραβολή ανάμεσα στη ζωή στη μεγαλούπολη και στην κωμόπολη, εκεί που ο χρόνος για παράδειγμα δεν είναι τόσο σημαντικός, αντίθετα με τη μεγαλούπολη, όπου μια στιγμιαία βλάβη των ρολογιών είναι ικανή να προκαλέσει χάος και σύγχυση. Επισημαίνει την απάθεια των κατοίκων των μεγαλουπόλεων, απάθεια που δεν πηγάζει από κάποια νοητική αδυναμία, αλλά από την υπέρμετρη τροφοδότηση των αισθήσεων, αυτή τη διαρκή εναλλαγή ερεθισμάτων και την επακόλουθη προσαρμογή σε αυτή τη διαρκώς μεταβαλλόμενη εικόνα.

Διαβάζοντας κείμενα όπως αυτό, αναπόφευκτα ο αναγνώστης κάνει σκέψεις και συνδέσεις με τις δικές του εμπειρίες. Έτσι κι εγώ. Όταν είχα πρωτοέρθει στην Αθήνα, εκεί γύρω στην ενηλικίωση, και με το σύμπλεγμα της μικρής κοινωνίας στην οποία τίποτα δεν παραμένει κρυφό, μου φαινόταν θαυμάσιο το γεγονός της αποξένωσης. Δεν ήξερα τη διπλανή μου στην πολυκατοικία και δεν με ένοιαζε, ποτέ δεν χρειάστηκα άλλωστε να ζητήσω ένα λεμόνι ή λίγο αλάτι, και έτσι ένιωθα ήσυχος και απαλλαγμένος απ' το άγχος της παρατήρησης και της κριτικής. Περπατούσα στους δρόμους και δεν πετύχαινα σχεδόν ποτέ κάποιον γνωστό, συνάντηση η οποία θα ανέκοπτε τη ροή της βόλτας μου στη μεγάλη πόλη με τα τόσα ερεθίσματα. Πόσο σοκαριστικό, αναλογιζόμενος τις πιθανότητες, ήταν όταν κάτι τέτοιο συνέβαινε στα πιο απίθανα μέρη. Με τον καιρό η μεγάλη πόλη με κούρασε, οι αποστάσεις και η ανάγκη οργάνωσης και της πλέον μικρής καθημερινής λεπτομέρειας, ο νεκρός χρόνος σε μετακινήσεις και αναμονές, το συνεχώς αυξανόμενο κόστος, χρηματικό και συναισθηματικό. Έπρεπε να επιλέξω ανάμεσα στη φυγή και την εγγύτητα στο κέντρο της πόλης, επέλεξα το δεύτερο και ανακάλυψα στον πυρήνα της τεράστιας πόλης μια μικρή πόλη, βιώσιμη και προσβάσιμη, με άπειρες δυνατότητες, με διαρκή ζωή και κίνηση, μια ήρεμη γωνιά στο χάος. Και η καθημερινότητά μου μεταβλήθηκε άμεσα, περπατώ περισσότερο, απολαμβάνω τις δυνατότητες και τις επιλογές εκείνες που λείπουν από τη ζωή στην επαρχία, γυρίζω χαρούμενος στο σπίτι.

Ας επανέλθω όμως στο βιβλίο του Simmel. Στο δεύτερο δοκίμιο της συλλογής, συμπληρωματικό κατά μία έννοια του πρώτου, με τίτλο Κοινωνιολογία των αισθήσεων, ο Γερμανός κοινωνιολόγος αναφέρεται κυρίως στην όραση και στην ακοή, επισημαίνοντας τις διαφορές και την κατά κάποιο τρόπο υπεροχή της όρασης έναντι της ακοής, αυτή την ικανότητα ταυτόχρονου πομπού και δέκτη που έχει το μάτι σε αντίθεση με το αυτί. Αλλά και την όραση στη ζωή στην πόλη, με τις εναλλαγές και την απώλεια της μεταβολής και της διάκρισης των λεπτομερειών, μέρος της προαναφερθείσας απάθειας του ατόμου της μεγάλης πόλης που αντίθετα με εκείνον της επαρχίας δέχεται μέγα πλήθος οπτικών πληροφοριών. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων, ο κάτοικος της μεγαλούπολης αναγκάζεται να καταφεύγει στην, συχνά στιγμιαία, παρατήρηση του άλλου για να βγάλει ένα συμπέρασμα σχετικά με αυτόν, να κρίνει βιαστικά και να βιώσει ακολούθως συνήθως το συναίσθημα της αδιαφορίας, όμως ενίοτε και εκείνο του φόβου, του οίκτου, της αποστροφής, της οικειότητας ή και της γοητείας.  Επίσης αναφέρεται στην όσφρηση, ως κατώτερη όμως αίσθηση, και γι' αυτό πιο συνοπτικά, ενώ αντίθετα απουσιάζει εντελώς η οποιαδήποτε αναφορά στην αφή, ίσως δείγμα συντηρητισμού της εποχής και της κοινωνικής τάξης του συγγραφέα, αναπόσπαστο κομμάτι όμως της ζωής στη μεγαλούπολη με τον συνωστισμό και τη διαρκή επαφή αγνώστων μεταξύ τους σωμάτων, απουσία που ίσως οφείλεται σε μια σεξουαλική προέκταση της αφής, ίσως και όχι, πάντως, όπως και αν έχει, σίγουρα δεν αποτελεί αμέλεια εκ μέρους του Simmel αλλά συνειδητή αποφυγή αναφοράς στην αίσθηση της αφής.

Κλείνοντας, τα δύο μικρού μεγέθους δοκίμια της έκδοσης περιέχουν ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις, διαχρονικές και επίκαιρες ως προς τη ζωή στη μεγάλη πόλη, αν και εκπονημένα πάνω από εκατό χρόνια πριν, τότε που άρχισαν να διαμορφώνονται οι μητροπόλεις. Σκέψεις και παρατηρήσεις χρήσιμες στον αναγνώστη, αφορμή για επαναπροσέγγιση της καθημερινότητας και της πλοήγησής του στην πόλη, αφορμή για να παρατηρήσει από κοντά και να επαναπροσδιορίσει ίσως τη θέση του στον αστικό ιστό.

Μετάφραση Ιωάννα Μεϊτάνη
Εκδόσεις Άγρα

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

Ένα δικό σου δωμάτιο - Virginia Woolf




Μα, μπορείτε να πείτε, εμείς σου ζητήσαμε να μιλήσεις για τις γυναίκες και την πεζογραφία - τι δουλειά έχει αυτό μ' ένα δικό σου δωμάτιο; Θα προσπαθήσω να εξηγήσω. Όταν μου ζητήσατε να μιλήσω για τις γυναίκες και την πεζογραφία κάθισα στην όχθη ενός ποταμού κι άρχισα ν' αναρωτιέμαι τι σήμαιναν οι λέξεις. Μπορεί να σήμαιναν απλώς μερικές παρατηρήσεις για την Φάνυ Μπάρνεϋ· μερικές άλλες για την Τζέην Ώστεν· κάποιο φόρο τιμής προς τις Μπροντέ κι ένα σκίτσο του Πρεσβυτέριου του Χάουρθ σκεπασμένο απ' το χιόνι· αν ήταν δυνατόν, μερικά ευφυολογήματα για την μις Μίτφορντ· μια σύντομη και γεμάτη σεβασμό μνεία για την Τζωρτζ Έλιοτ· μιαν αναφορά στην κυρία Γκάσκελ και θα 'χαμε τελειώσει. Όταν όμως τις ξανακοίταξα, οι λέξεις δεν φαίνονταν και τόσο απλές.

Δεν ξέρω τι περίμεναν οι διοργανωτές και οι ακροατές ν' ακούσουν από τα χείλη της Γουλφ σχετικά με τις γυναίκες και την πεζογραφία, το σίγουρο πάντως είναι ότι ο τρόπος σκέψης και προσέγγισης των πραγμάτων της συγγραφέως, που τοποθέτησε το δικό της τεράστιο λιθαράκι στο οικοδόμημα της λογοτεχνίας, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, είναι ιδιαίτερος, εγκεφαλικός και συναισθηματικός ταυτόχρονα, ακαδημαϊκός και διαισθητικός μαζί. Και ο όρος δοκίμιο δύσκολα μπορεί να περιγράψει ικανοποιητικά το κείμενο αυτό, παρότι ξεκάθαρα πρόκειται για δοκίμιο, αλλά όχι μόνο. Το ξεκαθαρίζει και η ίδια η Γουλφ, ήδη από την αρχή: Εδώ είναι δυνατόν η πεζογραφία να περιέχει περισσότερες αλήθειες παρά γεγονότα. [...] Δεν χρειάζεται να πω ότι αυτό που θα περιγράψω δεν υπάρχει. Το Όξμπριτζ είναι πλαστό το ίδιο και το Φέρναμ. Το Εγώ είναι μονάχα ένας βολικός όρος για κάποιον που δεν υπάρχει πραγματικά.

Με έναν τρόπο απλό και κατανοητό, λογοτεχνικό και δοκιμιακό, θα περιδιαβεί την ιστορία της γυναικείας ιστορίας, μέσα από τη λογοτεχνία, χωρίς να αφήσει εκτός τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, τα όρια ελευθερίας και ανεξαρτησίας, την πατριαρχική επιβολή και το φεμινιστικό κίνημα. Οι ελευθερίες που βίωναν το 1928 οι γυναίκες δεν ήταν ούτε πολύχρονες ούτε απεριόριστες, ο αγώνας βρισκόταν (και ακόμα βρίσκεται) σε εξέλιξη, όμως σίγουρα είχαν γίνει κάποια σπουδαία βήματα ενάντια στον αποκλεισμό των γυναικών (και) από τη λογοτεχνία. Η γυναικεία λογοτεχνία, δειλά και διστακτικά, είχε αρχίσει να χτίζει κάποιο παρελθόν, κάποιες βάσεις πάνω στις οποίες στηρίχτηκε και μεγάλωσε, βάσεις οι οποίες έδωσαν τη δυνατότητα σε περισσότερες συγγραφείς να γράψουν γυναικεία, όχι με τον τρόπο τον οποίο οι πατριάρχες όριζαν (και ακόμη ορίζουν) αλλά με τον τρόπο που εκείνες ένιωθαν (και πάντα θα νιώθουν) ν' αναβλύζει από μέσα τους.

Δεν έχει νόημα, μοιάζει να λέει η Γουλφ, να αναφερθούμε στο παρελθόν απλώς και μόνο με χαρακτηρισμούς καλολογικούς και φιλολογικούς, πρέπει, επιμένει, να συνειδητοποιήσουμε τη σημασία της αρχής, την επανάσταση που έφεραν η Ώστεν, η Έλλιοτ, οι αδερφές Μπροντέ, τη σημασία που έχουν για εμάς σήμερα -για όλους μας, όχι μόνο για τις γυναίκες, αν και κυρίως για αυτές- εκείνα τα πρώτα μυθιστορήματα που ίσως σε κάποιους μοιάζουν, όχι απλώς παρωχημένα, αλλά και δεδομένα ως προς την ευκολία των συνθηκών που καθόριζαν (και πάντα καθορίζουν) τη γραφή, όπως για παράδειγμα ένα δικό σου δωμάτιο.

Βιβλίο εξαντλημένο εδώ και καιρό, το οποίο αναζητούσα, για να το βρω τελικά, πού αλλού;, σ' ένα παλαιοβιβλιοπωλείο μια Κυριακή πρωί. Βιβλίο απολαυστικό και σημαντικό, το οποίο επιβάλλεται να κυκλοφορήσει ξανά και να διαβαστεί με προσοχή -όπως και όλα τα βιβλία της Γουλφ.

Μετάφραση Μίνα Δαλαμάγκα
Εκδόσεις Οδυσσέας


Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Μόνος - August Strindberg




Ύστερα από δεκάχρονη παραμονή στην επαρχία, ξαναβρίσκομαι στη γενέθλια πόλη μου και κάθομαι τώρα σ' ένα μεσημεριανό τραπέζι μαζί με τους παλιούς φίλους.
Με όποιες προσδοκίες ή σκέψεις και αν επιστρέψει κανείς, κάποτε, στην παλιά του ζωή, στη γενέθλια πόλη του για παράδειγμα, αναπόφευκτα, ακόμα και ενάντια στις προσδοκίες ή τις σκέψεις που προηγήθηκαν της επιστροφής αυτής, θα βρεθεί να αναζητά την επανασύνδεση με το νήμα εκείνο, η συνέχεια του οποίου διακόπηκε με την αναχώρησή του. Τότε, κατά πάσα πιθανότητα, θα διαπιστώσει, με κάποια θλίψη -ή ίσως ανακούφιση-, πως η τομή δεν γίνεται να αποκατασταθεί, πως ένα χάσμα υπάρχει να χωρίζει εκείνον από εκείνους τους παλιούς φίλους, πως οι ζωές -και πώς όχι;- εξελίχθηκαν διαφορετικά, οι υποσχέσεις και τα κοινά όνειρα ματαιώθηκαν. Δύο δρόμοι θα ανοίξουν τότε μπροστά σε εκείνον που επιστρέφει, από τη μία η απόπειρα για δημιουργία νέων συνεκτικών ιστών, από την άλλη η μοναξιά.

Ο συγγραφέας, επιτυχημένος πια, επιστρέφει εκεί που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Συναντά στο καφενείο τους παλιούς του φίλους και διαπιστώνει πως δεν υπάρχει πια εκείνο το παλιό συναίσθημα οικειότητας. Νοικιάζει δύο δωμάτια επιπλωμένα, και σιγά σιγά προσαρμόζεται σ' αυτό το νέο περιβάλλον. Συνεχίζει να δουλεύει, αναζητώντας την έμπνευση λίγο στο παρελθόν και λίγο στο παρόν, ο ρόλος του παρατηρητή τού ταιριάζει, περιφέρεται στην πόλη, επιλέγοντας δρόμους κεντρικούς ή ερημικούς, ανάλογα με τη διάθεση της στιγμή και την εποχή του χρόνου. Στοχάζεται πάνω στη νέα αυτή κατάσταση, επιχειρεί να ορίσει τον εαυτό του απέναντι στο θηρίο της μοναξιάς, θηρίο, που με την κατάλληλη εσωτερική δύναμη και αντιμετώπιση, δεν αποκλείεται να εξημερωθεί και να μετατραπεί σε συνοδοιπόρο ζωής. Συνειδητοποιεί πως η ύπαρξη εναλλακτικής, κυρίως λόγω της οικονομικής του δυνατότητας, τον ανακουφίζει, του προσφέρει την αίσθηση πως η παρούσα κατάσταση δεν αποτελεί μονόδρομο μα επιλογή. Δεν αναφέρεται  ευθέως στα θεατρικά έργα που γράφει εκείνη την περίοδο, αν και παραθέτει διάφορα σκηνικά που του προσφέρουν έμπνευση, όπως η παρατήρηση από το χωρίς κουρτίνα παράθυρο μιας συντροφιάς συγκεντρωμένης γύρω από ένα τραπέζι ή η διασταύρωση με εκείνους τους άλλους περιπατητές των δρόμων.

Πέραν της δεδομένης αφηγηματικής ικανότητας του Στρίντμπεργκ, εκείνο που κάνει το αυτοβιογραφικό αυτό κείμενο ξεχωριστό είναι η αλήθεια που περιέχει. Η μάχη ενάντια στη μοναξιά και τη θλίψη, η διαχείριση του νεκρού χρόνου, το αίσθημα ανακούφισης κατά τη βραδινή κατάκλιση, η ανάγκη για ανθρώπινη επαφή μέσα από το άγγιγμα με αγνώστους στο τραμ, η -υποχρέωση για- δημιουργία και τα αισθήματα απέναντι στους κοντινούς του ανθρώπους συνθέτουν το πορτρέτο ενός ανθρώπου αληθινού, με οξεία παρατήρηση του εαυτού, με διάθεση (αυτο)κριτικής και στοχασμού. Η αντιμετώπιση του παρελθόντος, το οποίο ο χρόνος έχει ντύσει με έναν μανδύα νοσταλγίας, το παρόν που δυσκολεύει και ανακουφίζει την ίδια στιγμή, το μέλλον που πλησιάζει με απειλές και υποσχέσεις.

Το Μόνος, πέρα από ένα σπουδαίο λογοτεχνικά κείμενο, είναι σημαντικό γιατί αποκαλύπτει τον τρόπο σκέψης και τις οπτικές γωνίες ενός σημαντικού θεατρικού συγγραφέα. Η συγκεκριμένη έκδοση βασίστηκε στη μετάφραση του Ε. Χρυσάφη, που κυκλοφόρησε στις αρχές του εικοστού αιώνα, διορθωμένη και επιμελημένη από τις εκδόσεις Σκαρίφημα.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Ε.Ι. Χρυσάφης
Εκδόσεις Σκαρίφημα

Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

Η νόσος του Μοντάνο - Enrique Vila-Matas





Η αγάπη για τη λογοτεχνία, η ικανότητα ένταξής της σε ένα μυθιστορηματικό πλαίσιο, το πλήθος των αναφορών, η κρυψώνα του προσωπικού και η διάθεση για παιχνίδι. Έτσι θα συνόψιζα το έργο του Βίλα-Μάτας. Αυτοί, επίσης, είναι οι λόγοι που τόσο απολαμβάνω, μαγεύομαι και εμπνέομαι από τα βιβλία του. Η εμμονή με το τέλος της λογοτεχνίας, φόβος διάχυτος σε κάθε έναν από εμάς, τους πιστούς της, και το αντίδοτο, το μοναδικό αντίδοτο: μια ακόμα ιστορία, ένας ακόμα φόρος τιμής σε όλους εκείνους τους σπουδαίους που, χωρίς να μας γνωρίζουν προσωπικά, μας έσωσαν τη ζωή κάποια δεδομένη στιγμή.
Και να που τώρα βρίσκομαι εδώ, σε χειρότερη κατάσταση απ' ό,τι ήμουν όταν έφυγα από τη Βαρκελόνη, πιο άρρωστος μετά την εμπειρία της πνιγηρής συνάντησης ενός πατέρα και ενός γιου, που είναι λαβωμένοι κι οι δυο από την καταραμένη τη λογοτεχνία, αλλά με διαφορετικές ουλές ο καθένας: ο ένας (ο Μοντάνο) θέλει ασυζητητί να επιστρέψει στη λογοτεχνία· και ο άλλος θέλει να την ξεχάσει, τουλάχιστον για μερικές μέρες, αλλά μέχρι στιγμής δεν το έχει καταφέρει και, σαν να μην έφτανε αυτό, έχει κολλήσει στην αρχή μιας λογοτεχνικής τρόπον τινά αφήγησης, την οποία μάλιστα γράφει στο ημερολόγιό του.
Πόσο παράλογο φαίνεται αλήθεια να προσπαθεί κάποιος να διαφύγει από τη λογοτεχνία, να πάψει πια να σκέφτεται τα πάντα λογοτεχνικά, να βρίσκει καταφύγιο σε ένα ημερολόγιο, εξιστορώντας αυτόμ ακριβώς τον αγώνα διαφυγής από τη λογοτεχνία, αποφασίζοντας να γίνει ο ίδιος η ενσάρκωση της λογοτεχνίας και να πολεμήσει μέχρι τελικής πτώσης τους εχθρούς της λογοτεχνίας.

Η ευχέρεια στην αφήγηση και το καθαρό μυαλό επιτρέπουν στον Βίλα-Μάτας ένα διαρκές παιχνίδι δημιουργίας και αφανισμού αναγνωστικών προσδοκιών, η αλήθεια καταρρίπτεται, το ψέμα ομολογείται, ο μύθος χτίζεται, η αφήγηση συνεχίζεται, τα λογοτεχνικά είδη εναλλάσσονται διαδοχικά και αβίαστα το ένα το άλλο, η κάθε αφήγηση προσεγγίζεται από την επόμενη, η οποία την περιλαμβάνει, οι λογοτεχνικοί και επινοημένοι ήρωες αποκτούν ζωή. Ο αναγνώστης παρασύρεται σε αυτό το παιχνίδι, απομένοντας μαγεμένος να παρακολουθεί τη σκέψη και τις ευφάνταστες εναλλαγές πορείας μιας αφήγησης οργιαστικής, εκεί που η μόνη αλήθεια είναι η επίδραση της λογοτεχνίας στον ανθρώπινο εγκέφαλο, η δεδομένη διάκρισή της από τον στείρο ρεαλισμό.

Πώς αλλιώς θα μπορούσε, άλλωστε, ένας δεδομένος λάτρης της λογοτεχνίας, να διηγηθεί μια οποιαδήποτε ιστορία, ειδικότερα σε πρώτο πρόσωπο μέσω ενός εναλλακτικού εαυτού, αν όχι κάνοντας εκτεταμένη χρήση της ίδιας της λογοτεχνίας;

Και εκτός από τη δεδομένη αναγνωστική απόλαυση, τα έργα του Βίλα-Μάτας ενισχύουν την αγάπη για τη λογοτεχνία, δημιουργώντας επιπλέον ανάγκη για καταβύθιση σε αυτόν τον χωρίς όρια κόσμο. Όμως δεν είναι μόνο αυτό, είναι και η έμπνευση που αντλεί ο αναγνώστης, η επιθυμία που του δημιουργείται να προσλαμβάνει τον κόσμο μέσω της λογοτεχνίας, να εξιστορεί το προσωπικό με έναν τρόπο λογοτεχνικό, να εκφράζεται διαφορετικά. Ένας εργάτης της λογοτεχνίας είναι ο Βίλα-Μάτας, υπενθυμίζοντας διαρκώς την επίδραση και τη σημασία της, απομακρύνοντάς την από τα περίκλειστα και αποστειρωμένα μέρη, όπου ζει συχνά φυλακισμένη, αφήνοντάς την ελεύθερη στην καθημερινότητα και τον καθαρό αέρα, στο απροσδόκητο της πραγματικής ζωής. Και όλα αυτά χωρίς να κάνει απλή επίδειξη γνώσεων αλλά προτάσσοντας την ανάγκη και την επιθυμία να διηγηθεί μια ακόμα ιστορία.

Μετάφραση Γεωργία Ζακοπούλου
Εκδόσεις Καστανιώτη


Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Το Μέσα Από Τα Βλέφαρά Μας - Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης




2015
Το μυθιστόρημα είναι ντοκιμαντέρ.

...της δικής σου ζωής και της παρατήρησης, των βιωμάτων και των φίλων, των μυθιστορημάτων, των τραγουδιών, των ταινιών, της τέχνης. Του έρωτα. Προσκλητήριο ζώντων και τεθνεώτων. Όλων εκείνων που οι φωτογραφίες δεν έχουν τη δύναμη να πουν. Είναι σύνθεση μέσω της αφαίρεσης, το περιττό υποχωρεί από το βάρος του, και παραχωρεί -με το ζόρι, και καλώς παθαίνει- τη θέση του στο ξεχωριστό, στο υποκειμενικά αξιολογημένο ως ξεχωριστό. Η έμπνευση είναι μέσα και γύρω μας, αυτόφωτη και ετερόφωτη, είναι εγώ και οι άλλοι, το άλφα κεφαλαίο, αλλά και το έψιλον. Οι τόποι και η τυχαιότητα, οι φίλοι -ναι ξανά οι φίλοι- και οι επιλογές. Οι χωρισμοί, οριστικοί και προσωρινοί. Οι μάχες: νίκες, ήττες, εκεχειρίες -με όποια σειρά και σε όσες επαναλήψεις. Η πόλη το βράδυ, κάθε βράδυ, η ύπαιθρος την άνοιξη, κάθε άνοιξη. Τα στέκια της Αθήνας, το κέντρο του κόσμου, τα όνειρα της επαρχίας, η περιφέρεια του κύκλου. Το αλκοόλ και ο καφές. Οι εξαρτήσεις: αποδοχή, έξοδος, πτώση -με όποια σειρά και με όσες επαναλήψεις. Τα πάθη και ο τοίχος απέναντι, λευκός με πιτσιλιές κόκκινες, ένας καμβάς. Είναι ο χρόνος, ποτέ όμως γραμμικός.

Βιωματικά θραύσματα που συνθέτουν ένα μυθιστόρημα εν τη απουσία του. Το παρελθόν μαγεύει, όμως και το παρόν μαγεύει. Κάποιοι ίσως αύριο περισσέψουν, όμως κάποιοι άλλοι ίσως αύριο προστεθούν. Ο αναγνώστης και ο δημιουργός, ο δημιουργός που διαβάζει και ο αναγνώστης που δημιουργεί, χορός αέναος προς το μέλλον. Η έκταση ποτέ δεν ήταν συνώνυμο της σπουδαιότητος. Ευτυχώς κάποιοι κυκλοφορούν με το υποδεκάμετρο να προεξέχει από την πίσω τσέπη του καλοσιδερωμένου τους παντελονιού, έτσι τους ξεχωρίζουμε, έτσι τους αποφεύγουμε ακόμα και στο τέλος της βραδιάς, όταν οι ατέλειες παίρνουν την εκδίκησή τους. Ευτυχώς κάποιοι άλλοι προβάλλουν το πάθος για την ομορφιά, αφήνοντας πίσω, ορατή μα στο βάθος, την απέχθεια για την ασχήμια. Ευτυχώς για κάποιους η τέχνη είναι ακόμα γιορτή και όχι μόνο κουτσομπολιό στο προαύλιο της εκκλησίας, μία μέρα την εβδομάδα και αν. Ευτυχώς κάποιοι ακόμα επιμένουν να τριγυρνούν στο κέντρο του κόσμου, αφήνοντας τους άλλους να κρίνουν από απόσταση, επιμένουν να στήνουν εκεί γιορτές, βιβλιοπωλεία, βραδιές, μυθιστορήματα.


Εκδόσεις Bibliothéque


Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Σλάλομ - Νικόλας Καλόγηρος




Είναι τέτοια η παραγωγή βιβλίων -όχι μόνο στις μέρες μας, αλλά πολλά χρόνια τώρα-, που ελάχιστοι είναι πλέον οι εκδοτικοί οίκοι τους οποίους θα μπορούσε να εμπιστευτεί με κλειστά μάτια κανείς. Όσο αναπόφευκτο είναι λοιπόν να δοκιμάζει κανείς ενστικτωδώς την τύχη του με κάποιο βιβλίο ανάμεσα σε τόσα άλλα στον πάγκο του βιβλιοπωλείου, άλλο τόσο απαραίτητο είναι και να διαθέτει έναν κύκλο αναγνωστών, τη γνώμη των οποίων θα μπορούσε να εμπιστευτεί, ώστε να οδηγηθεί σε κάποιο -τουλάχιστον- ενδιαφέρον βιβλίο.

Το Σλάλομ το έχεις διαβάσει, με ρώτησε εκείνος ο δυνατός αναγνώστης, και όταν απάντησα με ένα ανασήκωμα των ώμων, εκείνος συνέχισε: να το διαβάσεις, θα πρότεινα. Την επομένη κατέβηκα στο βιβλιοπωλείο.

Μοιάζει -και ίσως όντως να είναι- χαζό να διαχωρίζει κανείς τη λογοτεχνία με βάση τη χώρα προέλευσης, και κατά συνέπεια να αναφέρεται στην ελληνική παραγωγή ως κάτι ξεχωριστό από τη λοιπή παραγωγή, καταλήγοντας σε ατάκες του στυλ: για ελληνικό καλό είναι. Ο διαχωρισμός αυτός αποτελεί όμως μια πραγματικότητα και καλό είναι να τον αποδεχτεί κανείς και να μην εθελοτυφλεί. Προσδοκίες λόγω της σύστασης, ελπίδες λόγω της επιλογής, ενδοιασμοί λόγω της εθνικότητας. Έτσι κάπως ξεκίνησα να διαβάζω το Σλάλομ, το οποίο εκδόθηκε στο τέλος του '16.

Ο πολιτικός ακτιβισμός έχει πλέον μεταφερθεί στο διαδίκτυο, οι γνώσεις της φυσικής αποτελούν όπλο στον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό, το αντάρτικο πόλεων έχει πλέον ψηφιοποιηθεί. Δύο παλιοί φίλοι από τον στρατό που θέλουν αλλά φοβούνται να δείξουν εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον, μία αποτυχημένη ληστεία, μία εισαγγελέας που νιώθει αποκλεισμένη από την έρευνα, ένας ιδιωτικός αστυνομικός βυθισμένος στο αλκοόλ και ένα μικρό νησί του Αιγαίου, πρωταγωνιστούν σε αυτή την ιστορία. 

Αρχικά, στις πρώτες λίγες σελίδες δυσκολεύτηκα να μπω στο κλίμα, καθώς ο Καλόγηρος επιχειρούσε, ίσως κάπως άτολμα και αμήχανα, να εισαγάγει τον αναγνώστη, αλλά μάλλον και τον ίδιο, στο σύμπαν της ιστορίας του, να αποκτήσει αφηγηματικό βηματισμό, αλλά το συναίσθημα αυτό γρήγορα υποχώρησε. Ακολούθως, και για ακόμα κάποιες σελίδες, δεν μπορούσα παρά να νιώσω μια συγγένεια -καθόλου κατακριτέα- με τον Λένο Χρηστίδη, αυτόν τον συνδυασμό σάτιρας και παρατήρησης, αυτό το πικρό χιούμορ για τον κόσμο που μας περιβάλλει και στον οποίο είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε, αλλά και το συναίσθημα αυτό επίσης υποχώρησε μετά το τέλος του πρώτου κεφαλαίου. Εκείνο που τελικά έμεινε, ως εμπειρία και ανάμνηση της ανάγνωσης, ήταν η όμορφη αίσθηση μιας ιστορίας που κυλούσε, που διέθετε μεγάλη ποσότητα έμπνευσης και τρέλας, καθώς πραγματευόταν διάφορα θέματα χωρίς να υποκύπτει εντελώς στη σαγήνη της καρικατούρας, με ευδιάκριτες λογοτεχνικές αρετές, αλλά και κάποιες αδυναμίες, δικαιολογημένες και έως έναν βαθμό αναμενόμενες σε ένα πρωτόλειο, όπως για παράδειγμα η εναλλαγή ανάμεσα στο πρώτο και στο τρίτο αφηγηματικό πρόσωπο, που ενίοτε λειτουργούσε θαυμάσια αλλά κάποιες φορές έστεκε κάπως αμήχανη, όπως οι επιμέρους ιστορίες, που πότε λειτουργούσαν ως ενιαίο αφηγηματικό σώμα και πότε όχι, καθώς και κάποια στερεότυπα η χρήση των οποίων ήταν κάπως υπερβολική κάποιες στιγμές. Όμως, επαναλαμβάνω, πρόκειται για ένα άκρως ενδιαφέρον βιβλίο, τρελό και ευφάνταστο, μια ευχάριστη αναγνωστική έκπληξη από έναν μικρό εκδοτικό οίκο που πόνταρε στο πρωτόλειο έργο ενός νεαρού συγγραφέα, γεγονός όλο και πιο σπάνιο στις μέρες της οικονομικής πραγματικότητας που επικρατεί.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Εκδόσεις Πανοπτικόν

Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Ο τρίτος αστυφύλακας - Flann O'Brien





Ήμουνα είκοσι χρονών όταν άκουσα κάποιον να μιλάει πρώτη φορά για τα νήματα, για τα απαραίτητα νήματα που οδηγούν τον βηματισμό πάνω στο ποτάμι του χρόνου, με ασφάλεια και σιγουριά, από πέτρα σε πέτρα, όχι απαραίτητα με μονοδιάστατη κατεύθυνση προς το εμπρός. Μια μικρή έκρηξη συνέβη στο μυαλό μου τότε. Μετά το τέλος της διάλεξης, την οποία πλέον αχνά θυμάμαι, ξεπέρασα την εκ γενετής δειλία μου και περίμενα καρτερικά τον ομιλητή στην έξοδο. Ανάμεσα σε άλλα του ζήτησα να μου προτείνει κάποια βιβλία. Ανάμεσα σε εκείνα και Ο τρίτος αστυφύλακας του Φλαν Ο'Μπράιαν. Η τότε αναζήτηση απέβη άκαρπη, η λίστα, ούτως ή άλλως, έμοιαζε -και ήταν- αρκούντως μεγάλη για ένα αρκετά ικανοποιητικό χρονικό διάστημα. Εκείνη τη λίστα την έχω από καιρό χάσει, ανάμεσα σε κάποια απ' όλες τις μετακομίσεις, άλλωστε δεν ήταν παρά ένα εισιτήριο τρένου. Για κάποιο λόγο όμως, το συγκεκριμένο βιβλίο επανερχόταν στη μνήμη μου και περνούσε για λίγο στη λίστα με τα επιθυμητά προς ανάγνωση βιβλία, λίστα που ώς γνωστόν τείνει στο άπειρο, και έφτασε το έτος 2017 ώστε να μπω μια μέρα αποφασισμένος στο βιβλιοπωλείο, σίγουρος πως θα το έβρισκα. Και το βρήκα. Μην αφήνοντας άλλον χρόνο να περάσει, ξεκίνησα την ανάγνωση.

Δεν μπορώ παρά να νιώθω τυχερός για τη χρονική συγκυρία. Λίγα βιβλία νωρίτερα είχα ικανοποιήσει ακόμα ένα απωθημένο χρόνων διαβάζοντας τον Συνασπισμό ηλιθίων του Τζων Κέννεντι Τουλ. Και νιώθω τυχερός γιατί ανάμεσα στα δύο βιβλία υπάρχει ένα ευδιάκριτο νήμα συγγένειας, συγγένεια που συνοπτικά θα έλεγα εντοπίζεται στο παράλογο, αν και ο Ο'Μπράιαν δίνει μια πιο μεταφυσική διάσταση σε αυτό. Συγγένεια επίσης υπάρχει και ως προς το μαύρο χιούμορ. Έχω επαναλάβει αρκετές φορές πως η σάτιρα είναι ένα καταφύγιο για την αντιμετώπιση της αβάσταχτης πραγματικότητας.
Δεν ξέρει ο καθένας πώς σκότωσα τον γέρο Φίλιπ Μαδέρη, κάνοντας θρύψαλα το σαγόνι του με το φτυάρι μου· αλλά καλύτερα να μιλήσω πρώτα για τη φιλία μου με τον Τζων Ντίβενη γιατί αυτός πρώτος έριξε κάτω τον γέρο Μαδέρη χτυπώντας τον με όλη του τη δύναμη στον σβέρκο με μια ειδική τρόμπα ποδηλάτου την οποία είχε κατασκευάσει ο ίδιος από έναν κούφιο σιδερένιο λοστό. Ο Ντίβενης ήταν άντρας δυνατός και ευγενής, αλλά τεμπέλης και ακαμάτης. Ήταν προσωπικά υπεύθυνος για το όλο εγχείρημα· δική του ήταν η ιδέα, ευθύς εξαρχής. Αυτός μου είπε να φέρω το φτυάρι μου. Αυτός έδωσε τις διαταγές καθώς και τις εξηγήσεις όταν αυτές ζητήθηκαν.
Μια αστυνομική ιστορία, που ξεκινάει με την ομολογία του δολοφόνου, αφηγητή της ιστορίας, ακόμα και προς εκείνους που δεν γνωρίζουν την αλήθεια. Το σχέδιο έμοιαζε απλό: παρέα με τον φίλο του Τζων Ντιβένη έστησαν καρτέρι θανάτου σε έναν γέρο που γύριζε σπίτι του με τις τσέπες γεμάτες χρήματα. Χρήματα που ήθελε ο αφηγητής, ώστε να μπορέσει να εκδώσει με δικά του έξοδα -πού να βρεθεί εκδότης για τέτοιο εγχείρημα- ένα πολυσέλιδο κριτικό δοκίμιο γύρω από τη ζωή και το έργο του μεταφυσικού φιλοσόφου Ντε Σέλμπυ, τα έργα του οποίου διάβαζε μαγεμένος από μικρός, μαγεία που δεν άργησε να μετατραπεί σε εμμονή και σε μοναδικό σκοπό ζωής, σπαταλώντας χρήματα και κόπο, ώστε να αποκτήσει πρόσβαση σε όλες τις υπάρχουσες μελέτες γύρω από τον φιλόσοφο ο οποίος, ανάμεσα σε άλλα, πίστευε πως η νύχτα είναι συσσώρευση μαύρου αέρα και ο ύπνος μια διαδοχή λιποθυμικών επεισοδίων. Και εκεί που όλα έδειχναν πως οι δύο φίλοι τα είχαν καταφέρει και ο αφηγητής -καθ' υπόδειξη του Ντίβενη- άλλο δεν είχε παρά να πάει στο σπίτι του γέρου και να αναζητήσει το κουτί με τα χρήματα, μια σειρά από παράξενα γεγονότα άρχισαν να λαμβάνουν χώρα.

Γεγονότα που ξεκίνησαν με την εμφάνιση του νεκρού -και θαμμένου σε βαθύ λάκκο- γέρου και οδήγησαν τον ήρωα μέχρι το αστυνομικό τμήμα, ώστε να ζητήσει βοήθεια για να βρει επιτέλους το κουτί. Οι δύο αστυφύλακες ασχολούνται κυρίως με τις κλοπές ποδηλάτων, μάστιγα του επικίνδυνου σύγχρονου κόσμου, οι δύο παρόντες δηλαδή, γιατί υπάρχει και ένας τρίτος, ο οποίος δεν εμφανίζεται ποτέ στο τμήμα, τουλάχιστον όχι ώρες κατά τις οποίες να γίνεται αντιληπτός. 

Από τη σάτιρα του Ο'Μπράιαν ελάχιστοι διαφεύγουν, στο στόχαστρό του μπαίνουν οι φιλόσοφοι, οι ποιητές, η εξουσία, η φιλία και η μεταφυσική ελπίδα, ανάμεσα σε άλλα, ένα ευφάνταστο και οργιαστικό αστυνομικό μυθιστόρημα, με την παρουσία του Ντε Σέλμπυ να αποτελεί συγγραφικό εύρημα που απογειώνει το συνολικό αποτέλεσμα, δίνοντας τη δυνατότητα στον συγγραφέα να αναφερθεί δια της σατιρικής οδού στον ακαδημαϊκό κόσμο, στις επιτυχίες της επιστήμης, στις υποθέσεις της φιλοσοφίας και τις αντιδιαμετρικές ερμηνείες της κριτικής, στις αντιφάσεις ανάμεσα στη ζωή και το έργο ενός επιστήμονα. Ένα βιβλίο για τη φιλία, την εκμετάλλευση, την αφέλεια και την πίστη, έστω και σε δεύτερο επίπεδο, διάσταση η οποία προσδίδει θλίψη, εξισορροπώντας έτσι το παράλογο και σατιρικό μέρος. 

Ένα από τα κλασικά πλέον, έργα της αγγλικής γλώσσας, αν και κάπως παραγνωρισμένο, που γράφτηκε το 1940 και εκδόθηκε το 1967, μετά τον θάνατο του συγγραφέα, ακόμα ένας δεσμός συγγένειας με τον Συνασπισμό ηλιθίων.  

Μετάφραση Άρης Μπερλής
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Πατέρας και γιος - Edmund Gosse




Το βιβλίο τούτο είναι η καταγραφή του αγώνα ανάμεσα σε δύο ιδιοσυγκρασίες, δύο συνειδήσεις και σχεδόν δύο εποχές. Η έκβασή του ήταν αναπόφευκτα η ρήξη. Περιγράφονται δύο ανθρώπινα πλάσματα που το ένα γεννήθηκε για να πετάει προς τα πίσω, ενώ το άλλο μπορούσε να προχωρήσει μόνο προς τα εμπρός. Ήρθε ένας καιρός που οι δυο τους έπαψαν να μιλούν την ίδια γλώσσα, να τρέφουν τις ίδιες ελπίδες, να έχουν τους ίδιους πόθους. Τουλάχιστον όμως -μικρή παρηγοριά γι' αυτόν που έμεινε στη ζωή- ποτέ, μέχρι και την ύστατη ώρα, δεν έπαψαν να σέβονται ο ένας τον άλλο ή να αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο με πικρή συγκατάβαση.
Ο συγγραφέας θα μπορούσε να κρύψει το προσωπικό πίσω από τη μυθιστορία, να επινοήσει δύο χαρακτήρες, πατέρα και γιο, που να μοιάζουν στα πρωτότυπα μοντέλα, και μέσω αυτής της μυθιστορίας να διηγηθεί τα βιώματά του, να καταγράψει τις σκέψεις του, να αναζητήσει απαντήσεις στα ερωτήματά του, να επουλώσει τις πληγές του. Δεν το κάνει όμως. Και μάλιστα φροντίζει να το ξεκαθαρίσει ευθύς εξαρχής: "Στις ημέρες μας, που η μυθοπλασία παίρνει μορφές τόσο πρωτότυπες και απατηλές, οφείλω ίσως να πω ότι η αφήγηση που ακολουθεί είναι αληθής σε όλα τα μέρη της, μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρειά της· ο συγγραφέας της επέδειξε τη μέγιστη δυνατή προσήλωση στην αλήθεια." Σπεύδει να διευκρινίσει την απουσία κάθε μύθου, κάθε επινόησης πέρα από εκείνη που μπορεί να οφείλεται σε κάποιο τερτίπι της μνήμης. Ο Γκος επιθυμεί να δώσει μια δοκιμιακή διάσταση στην προσωπική του ιστορία, να σκιαγραφήσει το χάσμα μιας μεταβατικής εποχής, να ορίσει την πάλη δύο αντίθετων κόσμων.

Γεννημένος σε ένα περιβάλλον συντηρητικό και θρησκόληπτο, απομονωμένος από τον έξω κόσμο, χωρίς πρόσβαση σε άλλα κείμενα πέρα από τα θρησκευτικά, επιφορτισμένος με την αποστολή να ακολουθήσει τα βήματα της κατήχησης και της διάδοσης της ορθής πίστης, ο συγγραφέας θα κατορθώσει -γιατί περί κατορθώματος φαντάζει στα μάτια μου τουλάχιστον- να ξεφύγει από αυτόν τον μονόδρομο που είχαν χαράξει γι' αυτόν οι δικοί του. Ο πατέρας του, υπηρέτης της επιστήμης, φυσιοδίφης και μελετητής, παρά την προσήλωσή του και την αναπόφευκτη διεύρυνση των γνωστικών του οριζόντων, δεν μπόρεσε ποτέ να δει πέρα από τη θεολογική ερμηνεία της κοσμογονίας, έμεινε ανεπηρέαστος από τις προόδους της σύγχρονης εποχής μέχρι το τέλος του, επιλέγοντας την απομόνωση και τον μοναχικό δρόμο.

Θα ήταν πιο εύκολο για τον υιό Γκος να δημιουργήσει μια πατρική καρικατούρα, που θα προκαλούσε την ευθυμία των συγχρόνων του προοδευτικών. Δεν το κάνει όμως. Επιχειρεί κάτι πιο δύσκολο και απαιτητικό, να κατανοήσει τον πατέρα του, τον δικό του τρόπο σκέψης, τα δικά του βιώματα και τις προσλαμβάνουσές του, όχι για να τον δικαιολογήσει αλλά για να είναι δίκαιος μαζί του, ώστε να μην παραγνωρίσει και τα όσα σπουδαία πέτυχε στη ζωή του. Η αφήγηση περιλαμβάνει αναπόφευκτα και διάφορα κωμικά ή συγκινητικά επεισόδια, ενώ η γλώσσα είναι ορμητική και ζωντανή, δίνοντας ξεκάθαρη λογοτεχνική αξία στο κείμενο.

Εκείνο που μου κίνησε περισσότερο το ενδιαφέρον και με συγκλόνισε είναι το λοξοδρόμισμα του γιου. Πώς γίνεται κάποιος να μεγαλώνει σε ένα δεδομένο περιβάλλον και όμως τελικά να καταφέρνει να ξεφύγει απ' αυτό; Η δύναμη της ποίησης και της λογοτεχνίας, η επίδραση που μπορούν να έχουν σε ένα παρθένο μυαλό, απαίδευτο και μάλιστα αρνητικά προδιατεθειμένο προς εκείνες. Πρόκειται για στείρα αντίδραση ενάντια στο πατρικό μοντέλο ή για μια γενετική προδιάθεση στην οποία αρκεί έστω και ο ελάχιστος σπόρος για να ανθίσει, και τελικά να επικρατήσει; Εκεί βρίσκεται και η διαχρονικότητα του βιβλίου αυτού, η αέναη πάλη του νέου ενάντια στο παλιό, η αδάμαστη ορμή της εξέλιξης, η μάχη ενάντια στη συντήρηση, η επιθυμία για ρήξη. Θα είχε ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν ο Γκος είχε αδέρφια, να δει κανείς ποια θα ήταν η εξέλιξη δύο ή περισσότερων ατόμων αναθρεμμένων με τις ίδιες αρχές.

Ένα ενδιαφέρον βιβλίο, αποτύπωση, εκτός της μάχης πατέρα και γιου, μιας μεταβατικής εποχής, με μια ορμητική αφήγηση που καθηλώνει, συγκινεί και εμπνέει.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Παναγιώτης Σουλτάνης
Εκδόσεις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

Ένας ανήσυχος Δεκέμβρης - Saul Bellow




Ο Κορντ, που μέχρι τότε ζούσε τη ζωή ενός ανώτερου υπάλληλου στην Αμερική -ανώτερος υπάλληλος δεν είναι και ο κοσμήτορας ενός Κολεγίου;- βρέθηκε ξαφνικά έξι ή εφτά χιλιάδες μίλια μακριά από τη βάση του, στο Βουκουρέστι, μες στο καταχείμωνο, κλεισμένος σ' ένα παλιοκαιρίτικο διαμέρισμα. Όλοι τους εδώ ήταν συμπαθητικοί, καλόκαρδοι άνθρωποι -οι φίλοι, οι συγγενείς- του άρεσαν πάρα πολύ -κι αντιπροσώπευαν γι' αυτόν την "παλιά Ευρώπη". Αλλά είχαν και εκείνοι τις δικές τους δουλειές και σκοτούρες. Δεν ήταν μια συνηθισμένη επίσκεψη. Η μητέρα της γυναίκας του βρισκόταν στα τελευταία της, κι ο Κορντ είχε έρθει μαζί της για να της συμπαρασταθεί. Ωστόσο, δεν μπορούσε να κάνει και πολλά πράγματα για τη Μίνα.
Απ' το Σικάγο, λοιπόν, την πόλη των ανέμων, στο Βουκουρέστι, στην καρδιά της παλιάς Ευρώπης, της ανατολικής πλευράς του κόσμου, ο Κορντ θα βρεθεί σε ένα περιβάλλον εντελώς διαφορετικό από εκείνο που γνώριζε, αφήνοντας πίσω του ανοιχτούς λογαριασμούς, με σκοπό να συμπαρασταθεί, όσο μπορεί, στη γυναίκα του. Εκείνη δεν τον αφήνει να κυκλοφορεί μόνος του, ξέρει πως το καθεστώς είναι εχθρικά διακείμενο απέναντί τους, τόσο για το γεγονός πως η μητέρα της, η ετοιμοθάνατη κλινήρης μητέρα της, παλαιό στέλεχος του Κόμματος, αρνήθηκε να επιστρέψει χρόνια μετά την αποπομπή της, επιτυγχάνοντας παράλληλα να φυγαδεύσει την κόρη της στη Αμερική, όσο και γιατί κατά την άφιξη του ζεύγους τούς περίμενε αμάξι της αμερικάνικης πρεσβείας επιτρέποντας τους να αποφύγουν τον έλεγχο. Ο συνταγματάρχης, υπεύθυνος για τα επισκεπτήρια στο νοσοκομείο, παίρνει μια μίνι ρεβάνς από τη Μίνα και τους λοιπούς συγγενείς, απαγορεύοντας τους να βρίσκονται στο πλευρό της την ύστατη στιγμή. Ο Κορντ, μακριά από υποχρεώσεις και αποκομμένος από την πραγματικότητα της πέραν του Ατλαντικού ζωής του, βρίσκει τον χρόνο για ενδοσκόπηση και για παρατήρηση του έξω κόσμου, συναντάται με ένα παλιό του φίλο, με τον οποίο ακολούθησαν διαφορετικές πορείες με αποτέλεσμα να απομακρυνθούν και να ψυχρανθούν με το πέρασμα των χρόνων, περιδιαβαίνει τους δρόμους της ρουμάνικης πρωτεύουσας, κάτω από έναν καταθλιπτικό ουρανό, αγοράζει κούτες τσιγάρων Κεντ από το ξενοδοχείο για το απαραίτητο λάδωμα των δημόσιων λειτουργών, αλλά κυρίως παλεύει να σταθεί συναισθηματικά -καθώς πρακτικά τίποτα άλλο δεν μπορεί να κάνει- στο πλευρό της Μίνας, παρατηρώντας την να αδυνατίζει μέρα με τη μέρα, να πέφτει σε μια σιωπηλή μελαγχολία, ανίκανη να τα βάλει με το σύστημα, αδυνατώντας να κάνει έστω και το ελάχιστο για τη μητέρα της.

Και αν πρόχειρα και βιαστικά θα μπορούσε κάπως να κάνει κανείς τη διάκριση των δύο κόσμων με βάση την ελευθερία - από τη μία ο ελεύθερος δυτικός κόσμος, και ειδικά οι Ηνωμένες Πολιτείες, και από την άλλη ο ανελεύθερος ανατολικός, με τους άπειρους χαφιέδες-, κάτι τέτοιο δεν αποτελεί το διακύβευμα για τον σπουδαίο Μπέλοου, βραβευμένο με Νόμπελ λογοτεχνίας, ο οποίος στηριζόμενος στο εύρημα του ταξιδιού του Κορντ στο Βουκουρέστι επιχειρεί μία παράλληλη παρατήρηση των δύο πλευρών του πλανήτη, αναδεικνύοντας και καυτηριάζοντας την πραγματικότητα, αναζητώντας τα πραγματικά -και όχι τα φαινομενικά και έως ένα βαθμό προπαγανδιστικά- όρια της ελευθερίας, της ελευθερίας του λόγου για τα κοινά και των αποφάσεων επί της προσωπικής ζωής, των κυρώσεων για τη μη τήρηση της γραμμής του ανωτέρου, είτε αυτός είναι ο κοσμήτορας, είτε ο ο γραμματέας του Κόμματος, είτε η κοινή γνώμη.

Πάνω απ' όλα όμως πρόκειται για ένα μυθιστόρημα στον πυρήνα του οποίου βρίσκεται η αγάπη, ίσως όχι ο έρωτας και το πάθος, αλλά η συντροφική αγάπη, εκείνο που απομένει, ή που ελπίζει κανείς να απομείνει μετά το πέρας της συναισθηματικής έκρηξης, όταν η ρουτίνα επισκιάσει τις κάποτε ατελείωτες νύχτες, όταν ο σεξουαλικός πόθος υποταχθεί στην τυραννία του ξυπνητηριού. Η συντροφική αγάπη, λοιπόν, είναι εκείνο που πραγματεύεται στον πυρήνα αυτού του πολιτικού μυθιστορήματος ο Μπέλοου. Η απεγνωσμένη προσπάθεια του Κορντ να σταθεί στη Μίνα, προσπάθεια απεγνωσμένη μα ανίσχυρη, σε ένα περιβάλλον ανοίκειο, στο οποίο δεν ξέρει πώς να κινηθεί και να δράσει, την ίδια στιγμή που ο ίδιος βρίσκεται στο επίκεντρο διάφορων ανακατατάξεων στην επαγγελματική και προσωπική του ζωή, την ώρα δηλαδή που και εκείνος έχει την ανάγκη της Μίνας, η οποία όμως μες στο πένθος της αδυνατεί να του συμπαρασταθεί, αδυνατεί να τον ακούσει, καθώς το συναισθηματικό κέντρο έχει πλησιάσει, όσο ποτέ ξανά, στο Εγώ της, νιώθει πως της αξίζει αδιαμφισβήτητα η πλήρης προσοχή.

Μυθιστόρημα πυκνογραμμένο και σύνθετο, μυθιστόρημα στο οποίο ο Μπέλοου εκτός από την αφηγηματική άνεση επιδεικνύει μία ζηλευτή ευρυμάθεια, διαπραγματεύεται ποικίλα και διαφορετικά μεταξύ τους θέματα, επιστημονικά, πολιτικά, οικονομικά και διεθνών σχέσεων, χωρίς να χάνει στιγμή τη συναισθηματική διάσταση, την ανθρωποκεντρική διάσταση των μυθιστορημάτων του, αποφεύγοντας την ευκολία να μιλήσει για έναν κόσμο ελάχιστα γνωστό, όπως η ανατολική Ευρώπη, φορτωμένο από εικασίες και προπαγάνδα, ασκώντας μία μονόπλευρη κριτική και χαϊδεύοντας τα αυτιά των συμπατριωτών του και να προχωρήσει σε έναν παιδικό διαχωρισμό του καλού απ' το κακό.

Ένα απολαυστικό μυθιστόρημα, όπως εκείνα που ξέρουν να γράφουν οι σπουδαίοι Αμερικανοί συγγραφείς.

Μετάφραση Γιάννης Κωστόπουλος
Εκδόσεις Ψυχογιός

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Φλίππερ - Κώστας Θ. Καλφόπουλος





Υπάρχει μια ιστορία που θέλεις να διηγηθείς. Μια δεδομένη ιστορία που σε απασχολεί, σε πληγώνει, σε συγκινεί. Και όμως δεν μπορείς. Δεν ξέρεις γιατί δεν μπορείς απλώς να τη διηγηθείς με ονόματα και διευθύνσεις, να πεις ότι έγινε το τάδε ή το δείνα, πρώτα το τάδε κι ύστερα το δείνα, πώς ένιωσες, τι ήθελες να προσθέσεις αλλά δεν βρήκες το κουράγιο ή τον χρόνο, ίσως και τα δύο, να επαναλάβεις ότι θα ήθελες να γυρίσει πίσω ο χρόνος, ότι έτσι τα πράγματα θα είχαν διαφορετική εξέλιξη, ότι θα ήθελες να μπορέσεις να χρησιμοποιήσεις τη σημερινή σοφία σε παρελθούσες στιγμές, στιγμές άγνοιας και ανωριμότητας, να τα ρίξεις όλα στην κακή τύχη. Και δεν μπορείς. Δεν ξέρεις γιατί δεν μπορείς απλώς να διηγηθείς εκείνη την ιστορία.

Και οι μέρες περνούν και εσύ συνεχίζεις να ζεις μια ζωή διπλή, ένα μέρος της στο σήμερα -αναπόφευκτα- και ένα ακόμα στο χτες -που όλο μακραίνει. Και δοκίμασες -αλήθεια πόσες φορές;- να βάλεις κάτω τα δεδομένα, να βρεις την κατάλληλη αρχή, τον βηματισμό για να φτάσεις μέχρι το λυτρωτικό (;) τέλος. Δεν τα κατάφερες. Και δοκίμασες προφορικά, σε φίλους, κάποιο βράδυ σε κάποια μπάρα, όμως κάτι έλειπε, ή ίσως περίσσευε μια ταυτόχρονη διάθεση θυματοποίησης και ηρωισμού, μονόπλευρης μετατόπισης της ευθύνης. Και δοκίμασες μονολογώντας, κάποιο βράδυ αργά, επιστρέφοντας στο σπίτι, όμως η σκέψη αρνήθηκε να υποταχθεί στην επιθυμητή γραμμικότητα, εκείνη που θα έκανε δυνατό το πέρασμα από την ελάχιστη οπή του μυαλού, την απαλλαγή από το κυοφορούμενο βάρος.

Οι εικόνες και οι αναμνήσεις επιστρέφουν, άτακτα και απροειδοποίητα. Τότε, ξαφνικά, έρχεται η εικόνα. Για παράδειγμα η εικόνα των δυο σας να παίζεται για πρώτη φορά φλίππερ κάπου μακριά. Και τότε ξέρεις, δεν ξέρεις πώς, αλλά ξέρεις ότι αυτό είναι το όχημα της αφήγησης. Να μιλήσεις για κάτι που έχει χαθεί πια, έχει αντικατασταθεί ατελώς από κάποια νέα εκδοχή. Να γράψεις ένα δοκίμιο για το φλίππερ, που ο ψηφιακός του διάδοχος σε τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί του. Ναι, δοκίμιο θα το ονομάσεις, ένα δοκίμιο για το φλίππερ, μια ιστορία φαινομενικά άσχετη σε ένα κείμενο φαινομενικά αποστασιοποιημένο.
Όσο περνούσε ο καιρός κι όσο επανέφερε στο νου του πρόσωπα και πράγματα, μηχανήματα και αναγνώσματα, όλο και περισσότερο συνειδητοποιούσε ότι το φλίππερ, εκτός των άλλων, σχετιζόταν άμεσα με την πόλη και την περιπλάνηση (μέσα στην πόλη και στον "κόσμο των φλίππερ").

Εκδόσεις Greek Infographics

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Η μελαγχολία της αντίστασης - Laszlo Krasznahorkai





Το βιβλίο που αναζητούσα εκείνο το βράδυ θα έπρεπε να μου μουδιάσει το μυαλό, να μου περιχαρακώσει την προσοχή και να μου προσφέρει ένα αισθητικό καταφύγιο. Διάφορες επιλογές πέρασαν από το μυαλό μου, αρκετά βιβλία από τη στοίβα με τα αδιάβαστα φλέρταρα, ξεφυλλίζοντάς τα και νιώθοντας το βάρος τους στα χέρια μου, αναρωτήθηκα αρκετά μήπως θα έπρεπε να επιστρέψω στην ασφάλεια κάποιου ήδη γνωστού κειμένου -Το τούνελ του Ερνέστο Σάμπατο για παράδειγμα ή τον Ξένο του Αλμπέρ Καμύ-, τέτοια αναγνωστική αναζήτηση βίωνα. Ευτυχώς έκανα τη σωστή επιλογή: Η μελαγχολία της αντίστασης.

Η προηγούμενη εμπειρία με το Πόλεμος και πόλεμος, η αίσθηση οικειότητας και η δεδομένη πίστη στη δύναμη του Κρασναχορκάι πως θα μπορούσε να ικανοποιήσει το τρίπτυχο των αναγνωστικών μου αιτημάτων από τη μία, και από την άλλη η δυναμική του τίτλου, η μελαγχολία όσων αντιστέκονται, η μοναξιά και η ματαιότητα που βιώνουν, ανεξάρτητα από το διακύβευμα της αντίστασης. Ήταν Δευτέρα βράδυ όταν διάβασα τις πρώτες σελίδες.
Γύριζε συστηματικά κάθε σελίδα του σπιράλ σημειωματάριου που διάβαζε αχόρταγα και, όταν έφτασε στο τέλος, ξαναβρέθηκε στην αρχική σελίδα, λες και αυτό το απόσπασμα της αφήγησης, αφήγηση που θα είχε σοκάρει υπερβολικά αυτόν που ήταν μέχρι χθες αλλά δεν ήταν πια σήμερα, παρά τον τρόμο που του προκαλούσε, ήταν ένα διδακτικό μήνυμα το οποίο τον είχε αναγκάσει να κάνει στροφή και να επανέλθει στην αρχή, να κάνει μια στροφή πριν ξαναρχίσει, υπονοώντας μ' αυτό τον τρόπο, πως ό,τι δεν είχε εμπεδώσει την πρώτη φορά, θα αφομοιωνόταν με τη δεύτερη ανάγνωση.
Υπάρχει μια παρανόηση. Αρκετοί λένε: το Χ βιβλίο μου άρεσε τόσο πολύ που δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου, το τελείωσα το ίδιο βράδυ. Και αυτό, ισχυρίζονται, αποτελεί ένδειξη αδιαμφισβήτητη και ακλόνητη για την ποιότητα του βιβλίου. Δεν είναι όμως ακριβώς έτσι. Η αχόρταγη ανάγνωση ως ένδειξη απόλαυσης δεν έχει να κάνει με την ταχύτητα. Κάθε βιβλίο ορίζει τον ρυθμό ανάγνωσής του. Το αργό βύθισμα στον κόσμο του, οι συμπυκνωμένες προτάσεις, το αίσθημα πληρότητας μετά από λίγες μόνο σελίδες, η διαρκής και επαναλαμβανόμενη επιθυμία να διαβάσω ξανά ένα προηγούμενο απόσπασμα, να αφήσω το βιβλίο για λίγο στην άκρη κοιτώντας ευθεία μπροστά, η αυτονομία της αναγνωστικής εμπειρίας στο σύνολο της κάθε ημέρας. Δέκα ημέρες μετά, επιταχύνοντας και επιβραδύνοντας, επιστρέφοντας και ανυπομονώντας, έφτασα στο τέλος. Απόλαυση.

Όλα θα ξεκινήσουν στο βαγόνι ενός τρένου, τρένο το οποίο θα περάσει με τερατώδη καθυστέρηση από τον έρημο σταθμό, εξοργίζοντας την κυρία Πφλάουμ, που υπολόγιζε να φτάσει σπίτι της νωρίτερα, μετά την ολιγοήμερη παραμονή της σε κάποιους συγγενείς, έχοντας την επιθυμία να επιστρέψει στην καθημερινότητα και τη σειρά της. Η κυρία Πφλάουμ δυσανασχετεί έντονα, μα χωρίς να έχει κάποια επιλογή αντίδρασης, συνειδητοποιώντας πως το εισιτήριο πρώτης θέσης τής είναι άχρηστο και πως θα πρέπει να νιώθει και τυχερή από πάνω που βρήκε μια θέση για να κάτσει στο γεμάτο βαγόνι και, σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έχει να αντιμετωπίσει τη σεξουαλική παρενόχληση ενός άγνωστου άντρα. Με αυτό το αργό κινηματογραφικό τράβελινγκ ο Κρασναχορκάι, ακολουθώντας το τρένο που διασχίζει αργά μέσα στη νύχτα την ουγγρική ύπαιθρο, οδηγεί τον αναγνώστη μέχρι την ανώνυμη επαρχιακή πόλη της Ουγγαρίας, όπου και τοποθετείται η ιστορία που πρόκειται να διηγηθεί, μια ιστορία γεμάτη τρόμο, τρόμο που αιωρείται πάνω από την πόλη, με τα φώτα του δρόμου σβηστά για κάποιον άγνωστο λόγο, τρόμο που παίρνει τη μορφή ενός περιπλανώμενου τσίρκου που επισκέπτεται την πόλη, με κεντρικό θέαμα μια τεράστια φάλαινα και κάποιες τρομακτικές φήμες να συνοδεύουν τον θίασο.

Η μελαγχολία της αντίστασης είναι πιο προσβάσιμη συγκριτικά με το Πόλεμος και πόλεμος, χωρίς αυτό να αποτελεί ποιοτικό σχόλιο. Όλα τα στοιχεία της γραφής του Ούγγρου συγγραφέα είναι παρόντα, ο μακροπερίοδος -δουλεμένος μέχρι την ελάχιστη λεπτομέρεια- λόγος, η ποιητικότητα των περιγραφών, το χτίσιμο των χαρακτήρων, ο μίτος που παρασύρει τον αναγνωστη στον λαβύρινθο με ασφάλεια, ο στοχασμός, η επιμονή ενάντια στα τείχη τις ματαιότητας, η μελαγχολία, η πάντοτε καλοδεχούμενη μπερνχαρντική επιρροή, το διαρκές παιχνίδι με το παράλογο. Όμως, κυρίως και πάνω απ' όλα, η ικανότητα του συγγραφέα να αφήνει την αίσθηση του άχρονου και του άτοπου, προσδίδοντας έτσι στην κάθε μικρή αντίσταση έναν χαρακτήρα οικουμενικό, δίνοντας την ελευθερία στον αναγνώστη να προσαρμόσει την ιστορία στα δικά του βιώματα, στον δικό του κόσμο. Παρά το γεγονός πως η μετάφραση -με τη σύμφωνη γνώμη του συγγραφέα- έγινε από τη γαλλική έκδοση με όσες απώλειες μπορεί να συνεπάγεται αυτό, Η μελαγχολία της αντίστασης είναι ένα μυθιστόρημα δείγμα υψηλής λογοτεχνίας ενός σπουδαίου σύγχρονου συγγραφέα.

υγ. Να δείτε και την ταινία του τεράστιου Μπέλα Ταρ, Οι αρμονίες του Βερκμάιστερ, που βασίστηκε στο μυθιστόρημα.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Ιωάννα Αβραμίδου
Εκδόσεις Πόλις



Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Η συντέλεια του κόσμου - Jenny Erpenbeck




Ο Κύριος έδωκε και ο Κύριος αφήρεσεν, της είχε πει η γιαγιά της στην άκρη του λάκκου. Αλλά δεν ήταν αλήθεια αυτό, γιατί ο Κύριος είχε αφαιρέσει πολύ περισσότερα απ' όσα υπήρχαν -κι όλα όσα θα μπορούσαν να είχανε γίνει απ' το παιδί κείτονταν τώρα εκεί κάτω κι έπρεπε να τα σκεπάσει το χώμα. Τρεις χούφτες χώμα, και το μικρό κορίτσι, που βγαίνει τρέχοντας απ' το σπίτι με τη σάκα του στην πλάτη, το σκέπασε το χώμα, η σάκα τραμπαλίζεται πάνω κάτω, ενώ εκείνο όλο και απομακρύνεται· τρεις χούφτες χώμα, και η δεκάχρονη που παίζει πιάνο με χλομά δάκτυλα κειτότανε εκεί· τρεις χούφτες, και η έφηβη που την κοιτάζουνε οι άντρες επειδή τα μαλλιά της λάμπουνε τόσο χαλκοκόκκινα θάφτηκε ζωντανή· τρεις φορές ρίξανε χώμα, και η μεγάλη γυναίκα που θα της είχε πάρει, όταν θα είχε αρχίσει και η ίδια να γίνεται αργή, ένα εργόχειρο απ' τα χέρια με τα λόγια:αχ, μάνα, κι εκείνη αργά αργά απ' το χώμα που έπεφτε μες στο στόμα της έπαθε ασφυξία.
Μετά από κάποια χρόνια απουσίας από τα ελληνικά εκδοτικά τεκταινόμενα, και σε νέα πια εκδοτική στέγη, κυκλοφόρησε πρόσφατα το μυθιστόρημα της Γερμανίδας Τζέννυ Έρπενμπεκ, Η συντέλεια του κόσμου. Στο μυθιστόρημα αυτό διαφαίνεται μια αλλαγή πλεύσης εκ μέρους της συγγραφέως, η οποία, χωρίς να αποχωρίζεται το γνώριμο ύφος της και την επιμονή της στη γλωσσική και στυλιστική αρτιότητα, διηγείται μια ιστορία -προσωπική που όμως, όπως συνηθίζει, εντάσσεται πλήρως στη συλλογική- γραμμική με ένα σαφές πλαίσιο, αφήνοντας κατά μέρος τους υπαινιγμούς και την παραβολική διάθεση, χαρίζοντας στον αναγνώστη ένα πιο βατό μονοπάτι προσέγγισης της ιστορίας ενός μικρού κοριτσιού, γεννημένου στις αρχές του περασμένου αιώνα, από μάνα Εβραία και πατέρα χριστιανό.

Τι θα είχε συμβεί όμως αν; Αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα γύρω από το οποίο στήνει την ιστορία της η Έρπενμπεκ, νιώθοντας μια βαθιά αγάπη για την ηρωίδα της και προσφέροντας μια ανακουφιστική εναλλακτική στον αναγνώστη κάθε φορά που τον τυλίγει η ασφυξία του τέλους. Με τη γνωστή αφηγηματική της χάρη, τη διάθεση για μινιμαλισμό, λειτουργικό πειραματισμό πάνω σε φόρμες κλασικές και με επίκεντρο πάντα τη μεγάλη Ιστορία, εκεί που τα αν δεν είναι τίποτα άλλο παρά κενές εικασίες, ελπίδες ματαιωμένες στο παρελθόν αλλά οδηγός για το μέλλον, ένας οδηγός πίστης πως την επόμενη φορά, στο επόμενο σταυροδρόμι η Ιστορία θα εξελιχθεί με έναν τρόπο διαφορετικό, ανθρώπινο και σωτήριο, η Έρπενμπεκ αποφασίζει να σώσει την ηρωίδα της αφού δεν μπορεί να σώσει τον κόσμο, κάνει το χρέος της ως δημιουργός με ανθρώπινα όρια και χωρίς θεϊκές δυνάμεις, ασχολείται με τις λεπτομέρειες του επιβλητικού κάδρου.

Ένα πέρασμα από τον πολυτάραχο εικοστό αιώνα, με τις μεγάλες αλλαγές και τις ματαιωμένες ελπίδες, τα μεταβλητά σύνορα και τις νέες πατρίδες, τους διωγμούς και τη μετανάστευση, τις εκατόμβες νεκρών και τις ανθρώπινες χαρές. Η κουραστική επανάληψη της ιστορίας, η διαρκής επιστροφή της ως φάρσα, η διήγηση των νικητών και η σιωπή των ηττημένων, ηττημένων που ενίοτε ανήκουν στο στρατόπεδο των νικητών. Τι θα είχε συμβεί όμως αν; Ο μικρόκοσμος και οι αποφάσεις των ανθρώπων, οι ελάχιστες εκείνες στιγμές· μια χούφτα χιόνι στο στήθος ενός μωρού, ένα γράμμα που παράπεσε, μια σκάλα λιγότερο επικίνδυνη. Μια ιστορία ανθρώπινη στις παρυφές της Ιστορίας, ζωές μεμονωμένων ανθρώπων που στροβιλίζονται στις δίνες των αποφάσεων που παίρνουν άνθρωποι πίσω από γραφεία.

Δεν είμαι ιστορικός, μοιάζει να λέει η Έρπενμπεκ, όμως άκουσα διηγήσεις και έζησα ένα μέρος του αιώνα αυτού, είμαι συγγραφέας και με αυτή μου την ιδιότητα μπορώ να επέμβω, να επινοήσω μια μικρή -σε μέγεθος αλλά όχι σε αξία- προσωπική ιστορία, και μέσω αυτής να φτάσω στο τέλος των "τι θα είχε συμβεί όμως αν;" όταν η Ιστορία θα μετατρεπόταν σε μονόδρομο, έστω και αν αυτή είναι μια προσωρινή και μεταβλητή κατάσταση. Δεν ξεχνώ, μοιάζει ακόμα να λέει η Έρπενμπεκ, την ποίηση και τη δύναμη των λέξεων, είμαι συγγραφέας και με αυτή μου την ιδιότητα ακολουθώ το νήμα τόσων και τόσων σπουδαίων συγγραφέων πριν από μένα, σκύβω πάνω στον άνθρωπο και την ιστορία, πρωτίστως για να καταλάβω εγώ η ίδια, να παίξω το παιχνίδι με τα αν, να ονειρευτώ έναν καλύτερο κόσμο, χωρίς να ξεχνώ στιγμή τη σκληρότητα. Δεν καταφεύγω, επιμένει να λέει η Έρπενμπεκ, σε ευχολόγια και στρογγυλέματα, είμαι συγγραφέας και έχω την αποστολή να ασχοληθώ με εκείνους που υπέφεραν περισσότερο και ξεχάστηκαν πιο γρήγορα απ' τους άλλους, να υψώσω το δικό μου τείχος στην παραχάραξη της Ιστορίας.

Η συντέλεια του κόσμου είναι ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα, ιδανική πύλη εισόδου στο έργο μιας σπουδαίας σύγχρονης συγγραφέως, πολυβραβευμένης και πολυσχιδούς καλλιτεχνικής φύσης, με τις εμμονές της -ίδιον κάθε δημιουργού- παρούσες, που αρνείται να καταφύγει στον συναισθηματικό εξαναγκασμό του αναγνώστη και την ανούσια μελοδραματική χρήση της γλώσσας, αφήνονταςς την ιστορία που διηγείται να βαραίνει από το ίδιο της το βάρος, χωρίς την ανάγκη από φορτώματα και φτιασίδια, μυθιστόρημα που διαβάζεται με ρυθμό καταιγιστικό και όμως, παρ' όλ' αυτά, αφήνει ανεξίτηλα σημάδια, στο μυαλό και την ψυχή.
Αυτή ξέρει, πολύ καιρό τώρα πια, αυτό που η κόρη της θα μάθει από τη μια μέρα στην άλλη: Στο τέλος μιας ημέρας που κάποιος πέθανε δεν έρχεται δα και η συντέλεια του κόσμου.
(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Καστανιώτη

   

Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Αν





Αν δεν είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει, δεκαοχτώ χρονών κοπέλα, το σπίτι της, για να σπουδάσει υποκριτική, το όνειρό της ήταν να γίνει ηθοποιός, δεν θα είχε βρεθεί στην πρωτεύουσα της μικρής χώρας, μαζί με την καλύτερή της φίλη, να μετακομίζει από σπίτι σε σπίτι, να περνάει ώρες στη δραματική σχολή, πριν πάει στη δουλειά, και κάθε βράδυ σχεδόν θέατρο -αυτό θα έλεγε: κάθε βράδυ σχεδόν πήγαινα θέατρο εκείνα τα χρόνια-, δεν θα είχε γνωρίσει εκείνον τον πωλητή, το πρωί πωλητή σε εκδοτικό οίκο και το απόγευμα σπουδαστή δραματικής σχολής, εκείνον που κάποια μέρα της χάρισε ένα λεπτό βιβλίο μιας Γερμανίδας, το οποίο, χρόνια μετά, θα ήταν από καιρό εξαντλημένο. Όλα όμως θα μπορούσαν να είχαν έρθει και αλλιώς.

Αν δεν την είχε γνωρίσει ένα καλοκαίρι σε μια μικρή παραθαλάσσια πόλη αυτός, τότε δεν θα είχε ξυπνήσει εκείνο το πρωί σπίτι της, νωρίτερα από εκείνη, δεν θα αποτύχαινε τόσο οικτρά όταν επιχειρούσε να ετοιμάσει έναν καφέ στην ξένη κουζίνα, κυρίως λόγω συστολής στο άνοιγμα των ξένων ντουλαπιών, συστολή την οποία στιγμή δεν ένιωσε όταν εξερευνούσε τη βιβλιοθήκη στο σαλόνι -είχε δικαιολογία: ήθελα να διαβάσω κάτι, θα έλεγε- και ανακαλύπτοντας ένα λεπτό βιβλίο με τον παράδοξα ελκυστικό τίτλο " Ιστορία του γερασμένου παιδιού" μιας συγγραφέως που δεν γνώριζε, που τίποτα για εκείνη δεν είχε ακούσει, με το όνομα Τζέννυ Έρπενμπεκ. Όλα όμως θα μπορούσαν να είχαν έρθει και αλλιώς.

Αν δεν είχε το συνήθειο, πάλι αυτός, να τριγυρνάει στα παλαιοβιβλιοπωλεία, όχι μόνο τα σαββατοκύριακα, αλλά με κάθε ευκαιρία, χωρίς να έχει κάποιο συγκεκριμένο στόχο, μα ανοιχτός στις νέες προκλήσεις, εκείνα τα βιβλία που κάποιοι αναγνώστες για κάποιον λόγο αποχωρίστηκαν -έλλειψη χώρου, οικονομική ανέχεια, μετακόμιση, θάνατος-, συχνά αποτελούσαν τυχαίες -πόσο του άρεσε αυτή η λέξη- ανακαλύψεις, κάπως έτσι, εκείνο το απομεσήμερο, ανάμεσα σε άλλα, αρκετά σκονισμένα και άτακτα τοποθετημένα, δεν θα ανακάλυπτε ένα ακόμα λεπτό βιβλίο με τον επίσης παράδοξο και ελκυστικό τίτλο "θεωρία της απειλής" ενός συγγραφέα που επίσης δεν γνώριζε, που τίποτα για εκείνον δεν είχε ακούσει, με το όνομα Μπότο Στράους. Όλα όμως θα μπορούσαν να είχαν έρθει και αλλιώς.

Αν εκείνος ο συγγραφέας δεν είχε απομείνει μόνος στην αυγουστιάτικη Αθήνα, σε άδεια και άρα χωρίς την υποχρέωση να εγκαταλείπει το σπίτι καθημερινά στις εννέα το πρωί και να γυρίζει δέκα ώρες αργότερα, κουρασμένος και ψυχικά εξουθενωμένος, δεν θα είχε νιώσει την ανάγκη να ακονίσει ένα μαχαίρι και να διηγηθεί κάποιες ιστορίες ανθρώπων, και αργότερα, με τη χαρά και το άγχος της έκδοσης, αναζητώντας ιδανικούς αναγνώστες με κοινές αναφορές και αισθητική για τη λογοτεχνία, λογοτεχνία που ήδη επί χρόνια υπηρετούσε ως μεταφραστής, δεν θα έπεφτε πάνω στον αναγνώστη του Μπότο Στράους, και δεν θα έπαιρνε το θάρρος να του ζητήσει μία διεύθυνση αποστολής. Όλα όμως θα μπορούσαν να είχαν έρθει και αλλιώς.

Αν οι μεταφραστές εν γένει δεν ήταν πρωτίστως αναγνώστες που αγαπούν κάποιους συγγραφείς περισσότερο από κάποιους άλλους, άνθρωποι καθώς είναι κι αυτοί με πάθη, λίγο πιο έντονα από τον ευκταίο μέσο όρο, και αν δεν ένιωθαν κήρυκες μιας νέας θρησκείας και επιφορτισμένοι με την υποχρέωση να φροντίσουν τη μετάβαση από τη μία γλώσσα στην άλλη, διατηρώντας τους θησαυρούς αναλλοίωτους, να χαρίσουν την απόλαυση που οι ίδιοι ένιωσαν, διαβάζοντας το πρωτότυπο καθισμένοι για ώρες σε μια καρέκλα, χωρίς να σηκωθούν ούτε στιγμή. Όλα μπορεί να ήταν αλλιώς.

Όλα όμως  έγιναν με αυτόν τον τρόπο.


υγ. Σκέψεις μετά την ανάγνωση του μυθιστορήματος "Η συντέλεια του κόσμου" της Τζέννυ Έρπενμπεκ.


Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

Η εικόνα





Εκείνης, της πρώην του, της το είχε πει: μοιάζεις στον πατέρα σου· όμως σταμάτησε εκεί και δεν είπε: πράγμα όχι και τόσο θηλυκό ή ερωτικό· ίσως να μην το είχε σκεφτεί τότε παρά μονάχα αργότερα, όταν εκείνη τον χώρισε μια μέρα ξαφνικά κι εκείνος έπρεπε να χτίσει μια νέα ιστορία: καλύτερα έτσι, δεν ταιριάζαμε έτσι και αλλιώς, άσε που έμοιαζε στον πατέρα της, πράγμα όχι και τόσο θηλυκό ή ερωτικό· και πώς να το είχε σκεφτεί τότε, στην αρχή τουλάχιστον, τότε που η νύχτα αργούσε τόσο πολύ να 'ρθει, τότε που ένιωθε τυχερός και το μόνο που σκεφτόταν ήταν: επιτέλους κι εγώ. Το είχε σκεφτεί, πρώτη φορά, ένα βράδυ που εκείνη ήδη από ώρα είχε αποκοιμηθεί κι εκείνος δεν τα κατάφερνε, κάτι το οποίο δεν θα είχε συμβεί αν εκείνη δεν είχε την έμμονη συνήθεια να αφήνει ένα φωτάκι ανοιχτό μην τύχει και ξυπνήσει μες στον ύπνο της και πανικοβληθεί μη ξέροντας πού βρίσκεται. Τι δεν θα είχε συμβεί όμως; Η αϋπνία ή σκέψη; Γύρισε πλευρό, εκείνο το βράδυ της αϋπνίας, στηρίχτηκε στον αριστερό αγκώνα του και έμεινε να παρατηρεί εκείνη την κοπέλα, που είχε εμφανιστεί έτσι ξαφνικά στη ζωή του -και έτσι ξαφνικά θα εξαφανιζόταν πάλι, αλλά ακόμη, τότε, ήταν νωρίς γι' αυτό- της καθάρισε το μέτωπο από τις άναρχες τρίχες, κάπως βαριές από την καλοκαιρινή υγρασία, δεν σκεφτόταν κάτι συγκεκριμένο, ένιωθε μια απροσδιόριστη ευδαιμονία, παρά την αϋπνία, την κόπωση και την αντίστροφη μέτρηση του επικείμενου πρωινού ξυπνητηριού, μια λογική βασίλευε, θαρρείς, και τότε, ξαφνικά, σχηματίστηκαν οι λέξεις: μοιάζει στον πατέρα της· και μετά δεν μπόρεσε ποτέ ξανά να την κοιτάξει χωρίς να το σκεφτεί αυτό, παρότι της το είπε, γιατί συμβαίνει καμιά φορά, να αποφασίσουμε να πούμε κάτι με την ελπίδα να το ξεφορτωθούμε, ρωτήστε τους ποιητές και τους λογοτέχνες επ' αυτού, και κάποιες φορές όντως συμβαίνει αυτό, να πούμε δηλαδή κάτι και να το ξεφορτωθούμε, να το δούμε να πέφτει από το ίδιο του το βάρος, όμως, στην προκειμένη περίπτωση δεν συνέβη αυτό· αντίθετα οι λέξεις έμειναν να αιωρούνται μπροστά από το πρόσωπό της, όλες τις φορές, πεπερασμένες τελικά, που εκείνος την κοίταξε.


Είχε μια κοπέλα, λοιπόν, που έμοιαζε στον πατέρα της, πράγμα όχι και τόσο θηλυκό ή ερωτικό. Αυτό ήταν κάτι που το πίστευε ακράδαντα. Ταυτόχρονα όμως σκεφτόταν αν κάτι τέτοιο ήταν πολιτικά ορθό να ειπωθεί ή αν ήταν καλύτερο να μείνει μια σκέψη προσωπική, μια σκιά. Ίσως να μοιραζόταν τη σκέψη αυτή με την επόμενη αγαπημένη του, κάποια στιγμή που θα είχε ξεμείνει από κομπλιμέντα ή που θα είχε διάθεση για ένα αστείο, κάτι που θα δημιουργούσε έναν νέο δεσμό ανάμεσα τους, ίσως με τα φώτα σβηστά ή στο ημίφως που θα δημιουργούσε το φως του διαδρόμου μέσα από τη σχισμή της πόρτας, ίσως τότε να έσκυβε στο αυτί της, ξαπλωμένοι καθώς θα ήταν κάτω από τα σεντόνια, για να της πει ότι είχε μια πρώην που έμοιαζε στον πατέρα της, πράγμα όχι και τόσο θηλυκό ή ερωτικό, και ίσως να γελούσαν με αυτό ή ίσως εκείνη να έψαχνε στο κινητό της μια φωτογραφία του δικού της πατέρα για άμεση σύγκριση και περαιτέρω γέλια, δεσμός που θα τους επέτρεπε, στην αρχή της σχέσης ή λίγο αργότερα ίσως, να δημιουργήσουν μια πλατφόρμα στο παρόν απ' όπου θα μπορούσαν να κοιτάζουν και να περιγελούν το παρελθόν, το παρελθόν που οι εραστές μισούν καθώς δεν αποτελεί έδαφος κοινό, ίσως μάλιστα και εκείνη να έλεγε κάτι για κάποιον δικό της πρώην, ίσως και κάτι πικάντικο, ποιος ξέρει, ίσως και όχι όμως, ίσως μάλιστα αυτή η διαπόμπευση του ερωτικού παρελθόντος από τη δική του τη μεριά να την ξενέρωνε, να έπεφτε στα μάτια της, καθώς θα σκεφτόταν πως εκείνος με την πρώτη ευκαιρία κάποιο αντίστοιχο σχόλιο θα έκανε και για εκείνη, σε μια παρέα αντρική, στο ημίχρονο ενός αγώνα ή κατά μήκος μιας μπάρας, γιατί μια επόμενη αγαπημένη ήταν κάτι το οποίο δεν θα μπορούσε να σκεφτεί προς το παρόν εκείνη, και όσο και αν σκεφτόταν τότε πως κάτι τέτοιο δεν θα την ένοιαζε, θα συνειδητοποιούσε πως τη νοιάζει, μια ελάχιστη όχληση από τα βάθη του μυαλού της θα ήταν ικανή να της φανερώσει το συναίσθημα αυτό, και μάλιστα θα την ένοιαζε αρκετά, όσο δηλαδή νοιάζει τους ανθρώπους η εικόνα που έχουν οι άλλοι για αυτούς, όσο θα ενοχλούσε δηλαδή και τον ίδιο, και ας μην το έχει σκεφτεί ή παραδεχτεί ποτέ, ακόμα και τώρα τόσο καιρό μετά, το σχόλιο ή απλώς το βλέμμα του πιθανού αποδέκτη της σκέψης, που ελάχιστα θα ενδιαφερόταν για το πολιτικά ορθό της έκφρασής της, αλλά αντίθετα, σχεδόν αυτόματα θα αναρωτιόταν: πώς είναι δυνατόν κάποιος να είναι με μια κοπέλα που μοιάζει στον πατέρα της, πράγμα όχι και τόσο θηλυκό ή ερωτικό;
  
Και αλήθεια, πώς ήταν άραγε κάτι τέτοιο δυνατόν, αναρωτιέται τώρα εκείνος, περπατώντας με τα χέρια στις τσέπες στο δεξί πεζοδρόμιο του δρόμου, δρόμου διπλής κυκλοφορίας παρά το ελάχιστο μέγεθος, μέγεθός του που αυξομειώνεται ανάλογα με τα παρκαρισμένα οχήματα στην κάθε του πλευρά, οι οδηγοί των οποίων συνηθίζουν να λένε: μόνο για δύο λεπτά· αχ, σκέφτεται εκείνος, και να είχα όλα αυτά τα δύο λεπτά ως άθροισμα προσωπικό, έτσι σκέφτεται, καθώς ένα ερειπωμένο σπίτι τον αναγκάζει να εγκαταλείψει προσωρινά το κακοκατασκευασμένο πεζοδρόμιο, κάποιοι άνθρωποι κάποτε ίσως ζούσαν ευτυχισμένοι εδώ, ολόκληρο αρχοντικό πάνω στον κεντρικό δρόμο, δεν θα ήταν μικρό πράγμα, ίσως έμποροι που είχαν κάτω το μαγαζί και πάνω το σπίτι, τότε ένα αμάξι περνάει ξυστά από δίπλα του, η συνοδηγός τινάζει το τσιγάρο της με κάποια υποψία στυλ, και εκείνος, κάπως αγχωμένος, επιστρέφει στο πεζοδρόμιο και στην προηγούμενη σκέψη του, όχι εκείνη του αθροίσματος των λεπτών ή εκείνη την άλλη με τους ιδιοκτήτες του ερειπωμένου σπιτιού, αλλά την άλλη. Ναι, εκείνη. Πώς ήταν άραγε δυνατόν κάποιος να είναι με μια κοπέλα που μοιάζει στον πατέρα της, πράγμα όχι και τόσο θηλυκό ή ερωτικό· και δεν έχει απάντηση, όχι με επιχειρήματα τουλάχιστον, γιατί πάντα κάποιος μπορεί απλώς να απαντήσει πως γίνεται, και κάπου εκεί να τελειώσει ο διάλογος, απάντηση συνοδευόμενη ίσως και από ένα ανασήκωμα των ώμων. Εκείνος ακόμα περπατάει, πάντα με τα χέρια στις τσέπες, και δεν θα αργήσει να φτάσει, δέκα με δεκαπέντε λεπτά αργότερα, εξαρτάται από την ταχύτητα, εκεί που έχει να φτάσει.

Όμως τότε ξεπηδά ένα ακόμα ερώτημα, ίσως το πραγματικό και το πλέον σημαντικό απ' όλα, προπομπός του οποίου ήταν όλα τα προηγούμενα: γιατί τον απασχολεί ακόμα εκείνη η κοπέλα;  


Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Η μπλε κιθάρα - John Banville




Να με λέτε Αυτόλυκο. Ή μάλλον όχι, αφήστε καλύτερα. Παρόλο που είμαι κι εγώ συλλέκτης αμελητέων αντικειμένων, όπως εκείνος ο διόλου αστείος παλιάτσος. Για να το πω πιο ακαλαίσθητα: κλέβω πράγματα. Ανέκαθεν έκλεβα, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Μπορώ δικαιωματικά να ισχυριστώ ότι υπήρξα ένα παιδί-θαύμα στην υψηλή τέχνη της κλεψιάς. Αυτό είναι το επαίσχυντο μυστικό μου, ένα από τα επαίσχυντα μυστικά μου, αν και δεν με κάνει να αισθάνομαι όση ντροπή θα όφειλα.
Ο Όλιβερ Όντγουεϊ Ορμ, εκτός από καθ' ομολογίαν κλέφτης, υπήρξε και καταξιωμένος ζωγράφος στο παρελθόν. Τώρα πια, εδώ και κάποιον καιρό, έχει εγκαταλείψει τη ζωγραφική, απόφαση που πήρε μάλλον εύκολα, όμως οι ρίζες της είναι πυκνές και δυσδιάκριτες. Τώρα, στο πατρικό του σπίτι, εκεί που βρήκε καταφύγιο, όταν εγκατέλειψε τη σύζυγο και την ερωμένη του, νιώθει την ανάγκη να γράψει ένα σύντομο χρονικό, μια απολογία των πεπραγμένων του. Έξω ακούγεται η βροχή, καθώς προσκρούει στις ταλαιπωρημένες από τον χρόνο επιφάνειες του σπιτιού.

Ο Τζον Μπάνβιλ, η Θάλασσα του οποίου υπήρξε ένα από τα βιβλία, που με γοήτευσαν και εντυπώθηκαν πολύ πιο έντονα από πολλά άλλα στη μνήμη μου, χωρίς να μπορώ να εξηγήσω ακριβώς το γιατί -όχι πως έχει σημασία άλλωστε-, συλλέκτης σημαντικών βραβείων και διεθνώς αναγνωρισμένος, επανέρχεται με το καινούριο του μυθιστόρημα Η μπλε κιθάρα, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση της Τόνια Κοβαλένκο.

Ο αφηγητής που νιώθει την ανάγκη να διηγηθεί την ιστορία του σε μορφή απολογίας αποτελεί ένα αρκετά συνηθισμένο μοτίβο στη λογοτεχνία, σχεδόν από τις απαρχές της. Ανάγκη που όμως πρέπει να διέπεται από ορισμένες προϋποθέσεις, ώστε να αποτελεί ένα δυναμικό και όχι απλώς λειτουργικό εύρημα για τον συγγραφέα. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, με τις ευκολίες και τις δυσκολίες της, διαθέτει μια αμεσότητα στην απεύθυνση, στοχεύοντας να αρπάξει τον αναγνώστη από τον λαιμό και να τον αναγκάσει να ακολουθήσει την αφήγηση του ήρωα. Κι εδώ βρίσκεται η κύρια ένστασή μου σε σχέση με το κατά τα άλλα καλογραμμένο και στιβαρό μυθιστόρημα του Μπάνβιλ: η αφήγηση δεν διαθέτει τον πυρετό εκείνο, δεν ακτινοβολεί την ανάγκη του αφηγητή να αποκαλυφθεί γυμνός, ή σχεδόν γυμνός, στον αποδέκτη. Δεν μοιάζει μετανιωμένος, έτοιμος να παραδεχτεί τα λάθη του, λάθη τα οποία ο ίδιος κατονομάζει ως τέτοια, θυμίζει περισσότερο κάποιον που αποζητά τον οίκτο, το φιλεύσπλαχνο χτύπημα στην πλάτη, επιχειρώντας να μείνει προσηλωμένος σε κάποια αρχέγονη κοινωνική σύμβαση, σαν μια τελευταία μη ειλικρινή εξομολόγηση λίγο πριν το τέλος. Αμαρτία εξομολογουμένη ουκ έστι αμαρτία.

Αυτή η αίσθηση στερεί από το βιβλίο την απαραίτητη δυναμική, όχι για την ταύτιση του αναγνώστη με τον ήρωα, αλλά για την προσήλωση στην αφήγησή του, την κατανόηση του λόγου για τον οποίο γίνεται η αφήγηση αυτή. Κατά τα άλλα, και αναμενόμενα με βάση τη συγγραφική υπογραφή, το μυθιστόρημα, όπως προείπα, είναι καλογραμμένο και στιβαρό, με υπολογισμένα στην ακρίβεια τα κοψίματα και τα ραψίματα στον αφηγηματικό χρόνο, καθώς το τώρα της γραφής διακόπτεται από τα παρελθόντα και επανέρχεται για να αποδώσει τη χρονική απόσταση, απόσταση η οποία όλο και μειώνεται, για να εξαλειφθεί τελικώς και να γίνει σύγχρονη των γεγονότων.

Τεχνικώς άρτια μα χωρίς την απαραίτητη ψυχή ώστε να συγκλονίσει, Η μπλε κιθάρα του Μπάνβιλ δεν μοιάζει ικανή να προκαλέσει μελλοντικά την ίδια επίδραση με τη Θάλασσα.

Μετάφραση Τόνια Κοβαλένκο
Εκδόσεις Καστανιώτη  

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Συνασπισμός ηλιθίων - John Kennedy Toole




Έχω μια φίλη Ισπανίδα που λέει: δεν μου αρέσουν οι ιστορίες αγάπης, δεν τις αντέχω, με κάνουν νευρική και μου προκαλούν αναγούλα· και όλα τα βιβλία είναι γεμάτα απ' αυτές, αδύνατο να γλιτώσει κανείς. Σκέφτομαι πόσο δίκιο έχει, όλα τα βιβλία είναι γεμάτα από ιστορίες αγάπης, αν και για μένα πάντα υπάρχει χώρος για ακόμα μία. Δεν είναι απλό να διαλέξει κανείς ένα βιβλίο, συνεχίζει, πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικός. Φαντάζομαι τον διάλογο στο βιβλιοπωλείο: γεια σας, θα ήθελα ένα μυθιστόρημα που να μην περιέχει κάποια ιστορία αγάπης. Εκείνη, βέβαια, ποτέ δεν ρωτάει, ψάχνει μόνη της. Και ποιο είναι το αγαπημένο σου βιβλίο; τη ρώτησα κάποτε. Ο Συνασπισμός ηλιθίων, μου είπε, αλλά προφανώς θα το έχεις διαβάσει, είναι κλασικό. Όταν της είπα πως ούτε καν το γνώριζα, σχεδόν σοκαρίστηκε· με την πρώτη ευκαιρία μου το έκανε δώρο στα ισπανικά. Δεν το τόλμησα τότε, έψαξα όμως και βρήκα την ελληνική έκδοση. Άφησα το βιβλίο στο ράφι με τα προσεχώς και περίμενα να φτάσει η κατάλληλη στιγμή.

Η ιστορία γύρω από την έκδοση του βιβλίου είναι εξίσου εξόχως μυθιστορηματική με το ίδιο το βιβλίο. Ο Τουλ γράφει τον Συνασπισμό ηλιθίων στις αρχές της δεκαετίας του '60. Όσο όμως και αν προσπαθεί δεν καταφέρνει να βρει εκδότη. Το 1969 αυτοκτονεί. Τη σκυτάλη για την έκδοση του μυθιστορήματος παίρνει η μητέρα του. Κάπως έτσι ο Ιγνάτιος Τζέη Ράιλυ πέρασε στο πάνθεο των μυθιστορηματικών ηρώων, δικαίως και ευτυχώς.

Πρόκειται, λοιπόν, για την ιστορία του Ιγνάτιου, ενός πελώριου τύπου που ντύνεται με παράταιρα ρούχα, καθώς αρνείται να αποδεχτεί την ασχήμια της σύγχρονης μόδας, μένει με την μητέρα του στη Νέα Ορλεάνη, έχοντας επιστρέψει από χρόνια σπουδών, παίζει το λαγούτο του, προκαλώντας νευρικούς κλονισμούς στη γειτόνισσα, και αναγκάζεται, παρά τη θέλησή του, να αναζητήσει δουλειά μετά από τις ασφυκτικές πιέσεις της μητέρας του για να τη βοηθήσει στην αποπληρωμή μιας αποζημίωσης. Απέναντί του συνασπίζονται ένα σωρό ηλίθιοι: η μητέρα του, που αποφάσισε να γλεντήσει τη ζωή της, ένας αστυφύλακας, που δεν έχει ούτε μια επιτυχία στο βιογραφικό του, μια ιδιοκτήτρια μπαρ, που δεν τον θέλει μες στα πόδια της, τα αφεντικά και οι προϊστάμενοί του, μια παλιά συμφοιτήτριά του, που επιμένει πως το σεξ είναι η μόνη λύση για κάθε του πρόβλημα.

Μία λέξη που θα χαρακτήριζε το μυθιστόρημα αυτό; Εξωφρενικό, έτσι θα απαντούσα.

Ο Τουλ γράφει ένα μυθιστόρημα που όμοιό του δεν υπάρχει, όσο και αν αυτό αρχικά φαίνεται παράξενο όταν διαβάζει κανείς την υπόθεση. Επινοεί έναν ήρωα -ή μήπως ένα άλτερ έγκο του- μοναδικό, τον πελώριο Ιγνάτιο με τον πράσινο κυνηγετικό σκούφο, που απέχει πολύ από το να αποτελέσει πρόσωπο ταύτισης με τον αναγνώστη, έναν ήρωα που ξενίζει με τις ιδιαιτερότητες και τις μανίες του, ένα άθροισμα αντιθέσεων με τον έξω μέσο κόσμο. Τον Τουλ δεν τον νοιάζει καθόλου να καταστήσει συμπαθή τον ήρωά του, ούτε καν να εξυψώσει ως μνημείο την ιδιαιτερότητα του Ιγνάτιου, εκείνο που τον απασχολεί -και έπεται της επιθυμίας του να διηγηθεί την ιστορία αυτή- είναι να περιδιαβεί τον κόσμο μέσα από το σώμα του ήρωά του, να τονίσει τις αντιθέσεις, να φλερτάρει με την υπερβολή, να αναδείξει τον τρόμο του ατόμου απέναντι στον μεγάλο κόσμο, να μην αφήσει ταμπού για ταμπού εκτός βολής. Ο Ιγνάτιος αποτελεί, παρά τη διαφορετικότητά του, ένα αναπόσπαστο μέρος του κόσμου τον οποίο ακριβώς μάχεται, και εκεί βρίσκεται η οξυδέρκεια της έμπνευσης του Τουλ, καθώς ο Ιγνάτιος συνδυάζει ένα τεράστιο Εγώ με μια ανθρωπιστική ματιά, συνδυασμός προβληματικός εν τέλει, συνδυασμός παρών σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού.

Μυθιστόρημα απολαυστικό, που αφήνει μια γλυκόπικρη αίσθηση. Αδύνατον να γελάσει κανείς χωρίς να ζοριστεί ταυτόχρονα συναισθηματικά, με έναν ήρωα που παραμένει ξένος λόγω της ιδιαιτερότητάς του, ένας χαρακτήρας που δύσκολα γίνεται κατανοητός, ο Ιγνάτιος είναι κάποιος που από απόσταση και μόνο μοιάζει συμπαθής αλλά δύσκολα θα τον άντεχε κανείς στην καθημερινότητά του. Ο Τουλ μοιάζει να λέει: κοιτάξτε πώς είναι ο κόσμος, κοιτάξτε και πώς είναι κάποιος διαφορετικός από τον κόσμο, διαφορετικός όμως όπως εκείνος είναι και όχι όπως εσύ, αναγνώστη, τον φαντάζεσαι. Η ανοχή στη διαφορετικότητα είναι μία κουβέντα εύκολη για πολλούς.


Μετάφραση Ρένα Χατχούτ
Εκδόσεις Καστανιώτη   

Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

T2 Trainspotting (2017)





Κάθε γενιά έχει μία ταινία ορόσημο, τουλάχιστον μία, που ξεπερνάει τις προσωπικές αδυναμίες -συναισθηματικές, βιωματικές, αισθητικές- του καθενός μας και αποκτάει, στο πέρασμα των χρόνων, έναν χαρακτήρα οικουμενικό, συμπυκνώνει και αποτυπώνει τον σφυγμό μιας γενιάς, σφυγμό συχνά δυσδιάκριτο και μη αναγνωρίσιμο από την κοινωνία και τους "ειδικούς", μιας γενιάς που γνωρίζει την αυστηρότητα και την καταδίκη των μεγαλύτερων μέχρις ότου ωριμάσει και αντικατασταθεί από την επόμενη, για να προστεθεί με τη σειρά της, σε έναν αέναο κυκλικό χορό, στους κριτές.

Θεωρώ πως τέτοια ταινία για τη γενιά μου, ή έστω για ένα σημαντικό μέρος της -για να προλάβω την όποια ένσταση- υπήρξε το Trainspotting. Είτε στην αίθουσα του κινηματογράφου, είτε στο φοιτητικό δωμάτιο, το Trainspotting άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του, φτάνοντας στην περιοχή του μύθου, εκεί που λίγες ταινίες καταφέρνουν να φτάσουν, και ας μην περιληφθεί -και δικαίως ίσως- ποτέ στη λίστα με τις σημαντικότερες ταινίες όλων των εποχών. Το αφισάκι με το Choose life κόσμησε ουκ ολίγα νεανικά δωμάτια, το soundtrack δεν έπαψε να ακούγεται κατά καιρούς, η κινηματογράφηση άνοιξε νέους ορίζοντες στο βρετανικό -κυρίως- σινεμά, και ας έμεινε πιο έντονα χαραγμένη στη συλλογική μνήμη η καταβύθιση ενός εκ των πρωταγωνιστών στη λεκάνη της τουαλέτας.

Είκοσι ένα χρόνια μετά τι έχει να προσφέρει ένα σίκουελ; Αρπαχτή ή όχι;

Είναι εκείνες οι στιγμές που στο άκουσμα μίας είδησης νιώθεις να καταλαμβάνεσαι από αντίρροπα συναισθήματα υψηλής έντασης. Ήταν πρωί, λίγο πριν φύγω για τη δουλειά, όταν άκουσα την επερχόμενη κυκλοφορία του δεύτερου μέρους. Από τη μία πώρωση, το παλιό soundtrack φορτώθηκε πάραυτα στο mp3 player για τον δρόμο, δρόμο που διανύθηκε σε εντονότερο από τον συνηθισμένο ρυθμό, από την άλλη σκεπτικισμός -αυτή η μάστιγα-: βρε λες να είναι ακόμα μία αρπαχτή της κινηματογραφικής βιομηχανίας, της στερημένης εδώ και χρόνια από ιδέες και αξιόλογα σενάρια; Πέρασαν οι μήνες και όλο και επανερχόταν -χάρη στην τεράστια προωθητική καμπάνια- η είδηση της όλο και εγγύτερης κυκλοφορίας. Καλά, θα πάμε, δεν το συζητώ, έλεγαν οι περισσότεροι γνωστοί μου. Οι περισσότεροι μάλιστα έτρεξαν από τις πρώτες κιόλας μέρες προβολής. Οι αντιδράσεις ανάμικτες, ακραίες. Αριστούργημα και αρπαχτή, χαρακτηρισμοί εναλλάξ.

Πέρασαν οι εβδομάδες, το όποιο hype είχε πια για τα καλά κατακάτσει, σχεδόν δεν υπήρχε πια στις αίθουσες, μόνο σε μια μικρή -πολύ μικρή- αίθουσα του κέντρου βόλευε. Πήγαμε. Κατηφορίζοντας ένιωθα την πάλη μέσα μου σε έξαρση. Προσδοκίες ελάχιστες, περιέργεια τεράστια. Τα φώτα έκλεισαν.

Και ήταν κάπως όπως τότε. Κάπως, όχι ακριβώς. Δεν είμαι δεκαεπτά πια, ούτε οι ήρωες βέβαια, όλα είναι διαφορετικά πια, οι υποχωρήσεις και οι οπισθοχωρήσεις σε σχέση με τότε αρκετές -για να μην πω πολλές- τα εναπομείναντα οχυρά ελάχιστα, οι αναμνήσεις ξεθωριάζουν και μόνο κάποια στιγμιότυπα ηρωισμού μένουν να μας ανακουφίζουν, ξεγελάς τον εαυτό σου, ευτυχώς -σκέφτομαι- υπάρχετε και εσείς αντιπαραδείγματα και στη σύγκριση μαζί σας φαίνομαι κάπως γαμάτος και ας μη μοιάζω σε τίποτα με όσα ονειρεύτηκα και θέλησα κάποτε, και ας μην άλλαξε ο κόσμος αλλά εγώ. Έτσι περνούν οι μέρες πια, έτσι χαϊδεύω τα αυτιά μου τώρα, έτσι προχωρώ αβέβαια προς το αύριο, το κάθε μίας ημέρας αύριο.

Αρπαχτή δεν ήταν σίγουρα. Εκείνο που περισσότερο αναγνωρίζω στον Irvine Welsh -στο βιβλίο του οποίου βασίζεται η ταινία για να μην ξεχνιόμαστε πίσω από το όνομα του σκηνοθέτη Danny Boyle- είναι ότι αποφεύγει την επίκληση στη νοσταλγία, άλλωστε έχει και εκείνος μεγαλώσει πια και θα ήταν ανόητο και άσκοπο να αναζητήσει εκεί καταφύγιο. Και ας επαναλαμβάνονται τα λάθη, και ας στοιχειώνει το παρελθόν το παρόν, ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω.

Φανταζόμουν τη νύχτα που θα ακολουθούσε την προβολή κατάλληλη για βραδινή έξοδο: σκοτεινό μαγαζί, θέση στη μπάρα και αλκοόλ. Κάπως έτσι πίστευα πως θα ολοκληρωνόταν μια τέτοια βραδιά, μετά από μια τέτοια κινηματογραφική εμπειρία. Όμως όχι. Η ανάγκη που μου δημιουργήθηκε ήταν μια ανάγκη για ανοιχτό εξωτερικό χώρο, κάπου που να έχει το βλέμμα το απαραίτητο περιθώριο για να βολευτεί, λίγα λόγια, παρά τις όποιες στιγμιαίες εξάρσεις, ένα κουτάκι μπύρα από χέρι σε χέρι. Επιστροφή στο σπίτι τη βραδιά που κερδίσαμε μια ώρα φως.

Σίγουρα δεν είχε την τότε επίδραση, δεν ξέρω πως θα ένιωθα αν ήμουν πάλι έφηβος, δεν έχω κανένα στοιχείο για να κάνω έστω και μία παρακινδυνευμένη υπόθεση. Σίγουρα όμως έκανα καλά που την είδα, και μάλιστα σε κινηματογράφο, έστω και μόνο για την εκπληκτική σκηνή με το επαναδιατυπωμένο στη σύγχρονη εποχή Choose life.

Μία ευδιάκριτη άνω τελεία στην παρένθεση που άνοιξε τότε.

 

Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Ιγκουάνα - Denis Thériault





Εμφανίζονται από την ανατολή, οι γλάροι, και συγκεντρώνονται σε φασαριόζικες μάζες πάνω στην κορυφή κάθε στέγης για να κλάψουν γοερά εν χορώ. Καλούν, απαντάνε, εξάπτονται οι μεν από τους δε, βγάζουν κάτι στριγκλιές σαν μάγισσες το Σάββατο, κι έτσι όπως το δωμάτιό μου βρίσκεται ψηλά, στη σοφίτα, τους ακούω καθώς περπατάνε. Θα νόμιζε κανείς ότι ένα τάγμα νάνων κάνει μανούβρες πάνω στο κεφάλι μου.
Ο νεαρός αφηγητής, μαθητής του δημοτικού, μένει πια με τους παππούδες του σε ένα παραθαλάσσιο χωριό, έχοντας αφήσει πίσω του την πόλη. Οι γονείς του, λάτρεις της ταχύτητας και του χιονιού, είχαν ένα ατύχημα, όταν το μηχανοκίνητο έλκηθρο στο οποίο επέβαιναν συγκρούστηκε με τρένο. Ο πατέρας του διαμελίστηκε. Η μητέρα του έμεινε φυτό, και βρίσκεται στο νοσοκομείο. Τα βράδια ο μικρός δεν μπορεί να κοιμηθεί, ο εφιάλτης του πεντηκοστού τέταρτου χιλιομέτρου παραμονεύει. Επισκέπτεται καθημερινά τη μητέρα του στο νοσοκομείο, τη χαϊδεύει, της μιλάει, τη ζεσταίνει. Στο καινούριο σχολικό περιβάλλον τα πράγματα είναι δύσκολα, η μοναδική ελεύθερη θέση, στο βάθος της αίθουσας, είναι δίπλα σε ένα παράξενο και κλειστό παιδί, τον Λουκ Μπεζό, μόνιμο θύμα κοροϊδίας και κακοποίησης από τους δυνατούς και κακούς συμμαθητές του. Ο Λουκ Μπεζό μένει με τον πατέρα του, ο οποίος τον κακοποιεί συχνά.

Ο γαλλόφωνος Καναδός συγγραφέας Ντενί Τεριώ γράφει ένα μυθιστόρημα στον πυρήνα του οποίου βρίσκεται μια παιδική φιλία δυνατή και απόλυτη, όπως κάθε παιδική φιλία. Το βιβλίο έχει ημερολογιακή μορφή, γεγονός που επιτρέπει την ανάδυση των βαθύτερων σκέψεων και συναισθημάτων του αφηγητή, τη χρονική εξέλιξη της ιστορίας με την παράλληλη ηλικιακή ωρίμανση του αφηγητή, τη μαγική διάσταση -που τόσο αγαπά ο συγγραφέας, όπως φάνηκε και στην Παράξενη ζωή ενός μοναχικού ταχυδρόμου- να τρυπώνει δίχως να ξενίζει. Μυθιστόρημα γλυκόπικρο, από το οποίο πότε αναβλύζει το γέλιο και πότε το δάκρυ, δυνατό και ειλικρινές, με καλοσχηματισμένους και αληθοφανείς χαρακτήρες, κύριους και δευτερεύοντες, με ευφάνταστες και λειτουργικές παρομοιώσεις, χωρισμένο σε μικρά κεφάλαια, με έντονο το υδάτινο στοιχείο και το φυσικό περιβάλλον σε πρώτο πλάνο.

Αφηγηματική απλότητα, προσεγμένη γλώσσα δίχως επιτηδεύσεις, κινηματογραφική αίσθηση και στενή συγγένεια με τη γαλλική λογοτεχνία σε ένα τίμιων προθέσεων μυθιστόρημα που καταφέρνει να εμπλέξει συναισθηματικά τον αναγνώστη δίχως εξαναγκασμούς και ακρότητες.

Μετάφραση Ειρήνη Παπακυριακού
Εκδόσεις Χαραμάδα

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Το κορίτσι με το κόκκινο παλτό - Kate Hamer




Ονειρεύομαι συχνά την Κάρμελ. Στα όνειρα μου περπατά πάντα ανάποδα.
Τη μέρα που γεννήθηκε είχε χιονίσει. Την κρατούσα στην αγκαλιά μου ενώ ένα ασημένιο φως διέγραφε τόξο μέσα από το παράθυρο.
Καθώς μεγάλωνε της έβγαλα το παρατσούκλι "το μικρό μου σκαντζοχοιράκι". Δεν μπορούσα να τη φανταστώ να ζει κάπου αλλού εκτός από την εξοχή. Τα πυκνά σγουρά μαλλιά της πετούσαν κι έμοιαζαν με θραύσματα γυαλιού και το κεφάλι της ήταν ίδιο με κεφαλάκι πικραλίδας.
Η Μπεθ, χωρισμένη μητέρα, ζει με την οκτάχρονη κόρη της, την Κάρμελ, και προσπαθεί να καλύψει το κενό του σχεδόν εξαφανισμένου πρώην άντρα της. Μια μέρα, σε ένα φεστιβάλ αφήγησης, η Κάρμελ θα εξαφανιστεί. Ένας από τους μεγαλύτερους φόβους κάθε γονιού παίρνει σάρκα και οστά, η Μπεθ, αλαφιασμένη, ψάχνει παντού, ανακοινώσεις από τα μεγάφωνα, η άφιξη της αστυνομίας, ανακρίσεις και ύποπτοι, φυλλάδια με τη φωτογραφία της μικρής, εκκλήσεις για οποιαδήποτε πληροφορία. Μάταια όμως. Η Κάρμελ δεν βρίσκεται πουθενά.

Η Χάμερ, στο πρώτο της μυθιστόρημα, αποφεύγει να αφηγηθεί μια περίπλοκη, αιματηρή και βίαιη ιστορία, επενδύει συγγραφικά σε μια ιστορία εξαφάνισης, απλή αλλά τρομακτική, αληθινά τρομακτική. Για να την υποστηρίξει όμως πρέπει να είναι προσεχτική και εφευρετική, να σκιαγραφήσει με ακρίβεια τους ήρωες και τα συναισθήματά τους, να μην πιαστεί στην παγίδα του συναισθηματικού εκβιασμού, να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, όχι μόνο ως προς την κατάληξη της ιστορίας, αλλά και ως προς το άπλωμά της. Η Χάμερ τα καταφέρνει άκρως ικανοποιητικά σε ένα λογοτεχνικό είδος -όχι άδικα- παρεξηγημένο και καταφρονημένο από πολλούς. Η ροή της ανάγνωσης δεν ανακόπτεται χωρίς αυτό όμως να είναι χαρακτηριστικό χαμηλής λογοτεχνικής αξίας, ως είθισται.

Και είναι, μάλλον, πρωτευόντως το θέμα, και ακολούθως η διαχείρισή του, που εμπλέκει συναισθηματικά τον αναγνώστη, η υψηλή πιθανότητα κάτι τέτοιο να συμβεί στην πραγματική ζωή, αντίθετα με τις ιστορίες κατά συρροή δολοφόνων και ευγενών προθέσεων αστυνόμων. Η συγγραφική επιλογή της παράλληλης πρωτοπρόσωπης αφήγησης ανάμεσα σε μάνα και κόρη, με την εναλλαγή σύντομων σχετικά κεφαλαίων, προσδίδει ταχύτητα και σφαιρικότητα στην αφήγηση, επιτρέποντας στον αναγνώστη να γίνει μάρτυρας και των δύο οπτικών γωνιών. Στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση της μικρής η συγγραφέας καταφέρνει να μην πέσει σε μια συνηθισμένη παγίδα, τη γλώσσα που χρησιμοποιεί ένα οχτάχρονο παιδί, γλώσσα που στην προκειμένη είναι αρκετά πειστική.

Μυθιστόρημα όχι εύκολο λόγω θέματος, ένα αυθεντικό θρίλερ, το οποίο ο αναγνώστης δυσκολεύεται να θεωρήσει προϊόν οργιώδους συγγραφικής φαντασίας. Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, αρκετά ξεχωριστό στο είδος του, μια ευχάριστη έκπληξη εκτός των προσωπικών μου αναγνωστικών προτιμήσεων.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Βάσια Τζανακάρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Δρόμος αντοχής - Jean Echenoz




Και δεν ξέρεις ποτέ, πού και πώς θα βρεθεί το νήμα εκείνο που θα σε οδηγήσει σε έναν ακόμα υπέροχο τόπο, βιβλίο στην προκειμένη, και αυτό δεν είναι μόνο μαγεία, αλλά και επιβεβαίωση πως το χάσιμο χρόνου είναι μια φράση που χρησιμοποιείται μάλλον καθ' υπερβολή, ενώ μια φωνή ακούγεται από το βάθος: παράτα το· εσύ συνεχίζεις μέχρι το τέλος.

Κάπως έτσι, μάλλον τυχαία ή απρόβλεπτα, βρέθηκα να διαβάζω για πρώτη φορά Echenoz, δημιουργό που ο μεταφραστής του στα ελληνικά, Αχιλλέας Κυριακίδης, δεν χάνει ευκαιρία να εκθειάζει· και όμως, δεν ήταν αυτό το καθοριστικό νήμα, αν και θα ήταν ίσως πιο λογικό, αν και τελικά φαίνεται πως η λογική ελάχιστα καθορίζει την αναγνωστική μας διαδρομή, αλλά εξαιτίας του βιβλίου που προηγήθηκε, με τον τίτλο Born to run, βιβλίο σχετικό με το τρέξιμο, ενδιαφέρον αλλά ως εκεί μάλλον, ικανό όμως να ανοίξει μια πόρτα γνωριμίας με έναν δρομέα που λόγω ηλικίας αγνοούσα, τον Τσέχο Εμίλ Ζάτοπεκ, ως αναφορά, όχι μεγαλύτερη μιας παραγράφου, σε κάποιον που έμοιαζε να τα κάνει όλα λάθος, ως προς την τεχνική και την προπόνηση, και όμως βρέθηκε κάτοχος παγκοσμίων ρεκόρ σε όλες τις αποστάσεις. Τότε ο μηχανισμός της μνήμης ενεργοποιήθηκε και τα κομμάτια ενώθηκαν: Ζάτοπεκ, Εσνόζ, Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις Πόλις: Δρόμος αντοχής. Με λίγη τύχη βρήκα εύκολα το βιβλίο, που φοβόμουν μήπως είναι εξαντλημένο.

Μέχρι τώρα δεν είχα διαβάσει Εσνόζ ακριβώς για τον λόγο που τελικά διάβασα Εσνόζ, εξαιτίας της μυθιστορηματικής βιογραφίας που αποτελεί τη θεματική των βιβλίων του, λογοτεχνικό είδος το οποίο δεν είναι το αγαπημένο μου, κάτι που προφανώς έχει να κάνει και με τα βιογραφούμενα πρόσωπα, συνθήκη που ανατράπηκε λόγω του ενδιαφέροντος που μου προκάλεσε ακαριαία η ελάχιστη αναφορά στον Εμίλ Ζάτοπεκ.
Τα σπορ πάντως, γενικώς τα απεχθάνεται. Μέχρι σημείου να εκφραστεί σχεδόν περιφρονητικά για τ' αδέλφια και τους φίλους του που περνάνε τον ελεύθερο χρόνο τους χτυπώντας ηλίθια μια μπάλα. Όταν, καμιά φορά, τον αναγκάζουν να παίξει, συμμετέχει με το σώμα απρόθυμο, είναι αδέξιος, δε σκαμπάζει γρυ απ' τους κανόνες. Κάνει μεν ό,τι μπορεί για να δείξει ότι ενδιαφέρεται, μα κοιτάζει αλλού, προσπαθώντας πονηρά ν' αποφύγει τη μπάλα, που την τροχιά της δεν την καταλαβαίνει ποτέ.   
Την πρώτη φορά που θα συμμετάσχει σε αγώνα δρόμου θα το κάνει από υποχρέωση, παρότι προσπάθησε να βρει κάθε πιθανή δικαιολογία για να τον αποφύγει. Τότε κάτι ξύπνησε μέσα του. Είναι η εποχή που οι Γερμανοί έχουν καταλάβει τη Τσεχοσλοβακία και ο αθλητισμός είναι μια διέξοδος για να κρατηθεί υψηλά το εθνικό φρόνημα. Ο Ζάτοπεκ αρχίζει να κερδίζει αγώνες παρά το ιδιαίτερό του στυλ στο τρέξιμο. Ένας δρομέας γεννήθηκε. Η καριέρα του ως δρομέα, η φήμη του που υψώθηκε σιγά σιγά, ακολουθεί τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα του, κάθε εξουσία θα επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει τον Ζάτοπεκ, θα του επιβληθεί επιλεκτική έξοδος από τη χώρα για συμμετοχή σε αγώνες, θα απομονωθεί από τους δυτικούς δημοσιογράφους, ενώ εκείνος θα σπάει το ένα ρεκόρ πίσω απ' το άλλο, θα γίνεται θρύλος ακόμα και όταν δεν θα κερδίζει πια σε όλους τους αγώνες, ακόμα και όταν θα μοιάζει πως έχει αποσυρθεί, εκείνος θα επιστρέφει για ακόμα μία εντυπωσιακή κούρσα, χωρίς πρακτικά να έχει αλλάξει κάτι στο στυλ τρεξίματός του,το οποίο τεχνικά είναι λάθος, ούτε να έχει κάπως εξελίξει τον τρόπο του να προπονείται, που συνέχισε, μέχρι τέλους, να στηρίζεται περισσότερο στο ένστικτο και στην ανάγκη του να τρέχει.

Βιβλίο που διαβάζεται απνευστί. Η ιστορία ενός ανθρώπου με ένα τεράστιο πάθος, με μία εμμονή, αυτό, και όχι το τρέξιμο ως τρέξιμο, είναι που χαρακτηρίζει το βιβλίο αυτό, αυτή η αξέχαστη μορφή του Εμίλ Ζάτοπεκ.


Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Πόλις