Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Δενδρίτες - Κάλλια Παπαδάκη




Ήταν είκοσι δύο χρονών, ορφανός από μάνα και πατέρα, σπίτι και συγγενείς, σε μια πόλη που το όνομά της δεν κουβαλούσε μνήμες, παρά μόνο παρόν, και τότε από το πουθενά συνέβη μέσα του κάτι αναπάντεχο, ο θάνατος της μάνας του τον απελευθέρωσε από τις ενοχές που τον κρατούσαν πίσω, γιατί είχε ο δόλιος πάντα στο μυαλό του την επιστροφή, και τα λεφτά που έβαζε στην άκρη τα μετρούσε και τα υπολόγιζε με τις δεκάρες, κάθε δολάριο που στριμωχνόταν στο φάκελο κάτω από το στρώμα τον έφερνε πιο κοντά στη μάνα του, στη γη που θ' αγόραζαν να καλλιεργήσουν, και στις ξερολιθιές που θα 'χτιζαν για να φτιάξουν πεζούλες, ο θάνατός της τον βρήκε με τριάντα δύο δολάρια και πενήντα τρία σεντς που δεν θα έπιαναν ποτέ τόπο, και μια βδομάδα μετά ξέκλεψε μια ώρα από τη δουλειά και πήγε στο πολυκατάστημα του Κοτλικόφ κι αφού περιπλανήθηκε τρεις ώρες σε ράφια και βιτρίνες, αγόρασε καλό κουστούμι κι ένα ζευγάρι δερμάτινα παπούτσια, κι ήταν τα πρώτα σπάταλα έξοδα που 'κανε στη ζωή του, χαλάλι τα χρήματα, στο μυαλό του κάθε Αμερικανού ήσουν αυτό που προσπαθούσες να γίνεις, και στο κάτω κάτω της γραφής οι οικονομίες ήταν για να ξοδεύονται, έπρεπε λοιπόν κι αυτός με τη σειρά του να βρει το κουράγιο ν' αποχωριστεί το παρελθόν του και να τα καταφέρει να γίνει κάποιος, κάποιος άλλος.
Ιστορίες μετανάστευσης, δεκάδες απ' αυτές υπάρχουν, σε κάθε οικογένεια σχεδόν, σε κάθε σπίτι, ο θείος που άφησε νύχτα το καράβι για να βγει στη Νέα Υόρκη και να κατέβει στο τρίτο ή τέταρτο υπόγειο και να πλένει πιάτα για ένα δολάριο την ημέρα και ο πατριώτης, αφεντικό του εστιατορίου, να τον απειλεί πως αν δεν του αρέσει θα τον καταγγείλει στις αρχές, και εκείνος να φεύγει, νύχτα ξανά, να βρει να παντρευτεί να πάρει τα χαρτιά, τα πολυπόθητα χαρτιά, και ακόμα μία ιστορία να πάρει τον δρόμο της. Και ύστερα η δεύτερη γενιά, γεννημένη εκεί, χιλιόμετρα μακριά από τη γη για την οποία με τόση νοσταλγία μιλούν στην οικογένεια, ένας τόπος ευλογημένος αλλά φτωχός, το όνειρο της επιστροφής, η γλώσσα και ο ίσκιος κάτω από τα πλατάνια, τα κτήματα με τις ελιές και οι παραλίες, και οι απόγονοι ακούν, μαγεύονται και παραξενεύονται, και άλλες γενιές ακολουθούν και η νοσταλγία μεταμορφώνεται σε ανάμνηση ενός τόπου μακρινού, ένα στοιχείο ταυτότητας που όλο και μικραίνει.

Και όσα έκαναν για να επιβιώσουν, οι συνθήκες και τα όρια του νόμου, μένουν κρυφά, ανομολόγητα μυστικά που δεν χωρούν στα γράμματα που φτάνουν πίσω στο σπίτι, εκεί που ο δάσκαλος ή ο παππάς τα διαβάζουν στους αγράμματους γονείς, παραφράζουν και ερμηνεύουν, και οι φωτογραφίες δείχνουν πρόσωπα χαμογελαστά, με ρούχα κομψά και αυτοκίνητα λαμπερά μπροστά από σπίτια μεγάλα στο φόντο, κρεμιούνται στους τοίχους και γίνονται μνημεία περηφάνιας που απαλαίνουν τον πόνο. Και τα χρόνια περνούν, και οι άνθρωποι ξεχνάνε πώς τα κατάφεραν, από πού πέρασαν, και νιώθουν δυνατοί και άτρωτοι, κοιτάζουν τους ξένους και τους αδύναμους από ένα βάθρο πια, που είναι σαθρό.

Και δεν γίνεται το μυθιστόρημα της Παπαδάκη να μην παρασύρει τον αναγνώστη σε ιστορίες λιγότερο ή περισσότερο οικείες, για ανθρώπους που επέλεξαν ή αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και να αναζητήσουν μία καλύτερη ζωή, μακριά απ' όσα θεωρούσαν δεδομένα, να προσαρμοστούν σε νέα περιβάλλοντα, να υπομείνουν τόσα και τόσα, όχι μόνο στην αρχή. Και είναι η γλώσσα, ο μακροπερίοδος λόγος, καλοδουλεμένος στον ρυθμό και τη λεπτομέρεια, η σπάνια παρουσία τελείας που προκαλεί αυτό το αίσθημα πτώσης, αίσθημα που διατηρείται και μετά το κλείσιμο των σελίδων, σαν ηχώ.

Βιβλίο για το οποία πολλά καλά λόγια ειπώθηκαν, και δικαιολογημένα, γιατί οι Δενδρίτες το αξίζουν. Και σκεφτόμουν πως ένα θέμα κοινότοπο, όπως οι ιστορίες κάποιων Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική, είναι δυνατόν να μην κουράσει και να μην θυμίσει απλώς κάτι ήδη ειπωμένο, να μην καταπέσει σε εύκολους συναισθηματικούς εκβιασμούς και κοινοτοπίες, αρκεί ο συγγραφέας να έχει την ανάγκη να διηγηθεί την ιστορία του, να έχει τα κατάλληλα τεχνικά εργαλεία για να το κάνει, να έχει το πείσμα να συγκρατήσει το θυμικό και να κάνει την απαραίτητη έρευνα, χωρίς όμως να ξεχάσει πως πρόκειται για μυθιστόρημα και όχι για δοκίμιο. Και να μη διστάσει να τα βάλει με ένα θέμα ταμπού, εκείνο της αγιοποίησης της ελληνικής μετανάστευσης και της παρελκόμενης δαιμονοποίησης της σύγχρονης μετανάστευσης ανθρώπων προς την Ελλάδα, τη διάκριση σε καλούς και κακούς μετανάστες με κριτήριο το μύθο περί γονιδίων, και τελικά η ιστορία κάποιας οικογένειας Καμπάνη να επιτελέσει τον διττό ρόλο που κάθε ιστορία θα έπρεπε να έχει, εκείνον της γοητείας της αφήγησης του παρελθόντος και των μαθημάτων που προκύπτουν ως γνώση για το παρόν και το μέλλον.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Εκδόσεις Πόλις 

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Τρέχοντας με την αγέλη - Mark Rowlands




Για να αξίζει να κάνεις κάτι, θα πρέπει αυτό το κάτι να εξυπηρετεί κάποιον άλλο στόχο. Αν αξίζει να τρέχεις -είτε τρέχεις μαραθώνιο είτε κάνεις ένα ελαφρύ τζόγκινγκ γύρω απ' το τετράγωνο του σπιτιού σου- θα πρέπει να σου χρησιμεύει για λόγους υγείας, ή επειδή σου δημιουργεί ένα αίσθημα ικανοποίησης και αυτοεκτίμησης, ή επειδή σε ανακουφίζει από το άγχος, επειδή παρέχει κάποιες ευκαιρίες σε κοινωνικό επίπεδο, κ.λ.π. Για να έχει μια οποιαδήποτε αξία κάποια δραστηριότητα, θα πρέπει να χρησιμεύει σε κάτι. Και η υπόρρητη αντίληψη που έχουμε για αυτό το κάτι -μια αντίληψη ενσωματωμένη στο Gestell που μας καθορίζει- είναι ότι βρίσκεται έξω από την ίδια τη δραστηριότητα, ότι είναι κάτι διαφορετικό από αυτήν.

Το ενδιαφέρον στο βιβλίο του Ουαλού φιλοσόφου Μαρκ Ρόουλαντς, Τρέχοντας με την αγέλη, σε σχέση με άλλα βιβλία σχετικά με το τρέξιμο, είναι πως πρόκειται για την προσωπική, συναισθηματική προσέγγιση ενός ερασιτέχνη των δρόμων, χωρίς να επικεντρώνεται σε συμβουλές και τεχνικές -χρήσιμες και αυτές- για τη βελτίωση και την επίτευξη ενός δρομικού στόχου. Εκείνο που αποτελεί τον πυρήνα του δοκιμίου αυτού είναι το ερώτημα: Γιατί τρέχω; Ερώτημα στο οποίο η απάντηση είναι απλή, γιατί μου αρέσει, εντούτοις, λόγω του περιβάλλοντος κόσμου και της άποψης πως το κάθε τι θα πρέπει σε κάτι να αποσκοπεί, απαιτεί μια λογική διαδικασία εξαγωγής της απάντησής του.

Και μπορεί το τρέξιμο -και το παιχνίδι γενικότερα- να είναι το κεντρικό θέμα του βιβλίου αυτού, όμως θα μπορούσε, αντικαθιστώντας το με κάποια άλλη δραστηριότητα ή πάθος, να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωστικής απόλαυσης και προσωπικής ταύτισης για ένα μεγαλύτερο ποσοστό αναγνωστών.

Δεν είναι κακό ή κατακριτέο να κάνει κανείς κάτι αποσκοπώντας σε κάτι άλλο, αν και θα ήταν ωραίο αυτό να του προσφέρει μια ικανοποίηση. Εκείνο που δεν είναι εύκολα διαχειρίσιμο, για να βάλω και τον προσωπικό παράγοντα στο κείμενο αυτό, είναι η ανικανότητα κάποιου τρίτου να καταλάβει πως κάποιος κάνει κάτι απλώς και μόνο επειδή τον ευχαριστεί. Και είναι κάπως μάταιο να προσπαθείς να εξηγήσεις ένα συναίσθημα τόσο απλό αλλά τελικά σύνθετο. Για παράδειγμα, το τρέξιμο ή η άσκηση γενικότερα δεν απευθύνεται μόνο σε ανθρώπους που επιθυμούν να χάσουν κιλά, ούτε περιορίζεται στους μήνες πριν από την έξοδο στις παραλίες, όταν και οι εγγραφές στα γυμναστήρια γνωρίζουν άνθηση, αλλά σε οποιονδήποτε αντλεί ικανοποίηση από την άθληση. Όπως αντίστοιχα δεν μαθαίνει κάποιος μια ξένη γλώσσα αποκλειστικά και μόνο για να αυξήσει τις επαγγελματικές του προοπτικές, αλλά γιατί μπορεί η μάθηση να του προσφέρει μια ικανοποίηση.

Είναι συγκινητικό θα έλεγα να διαβάζεις τις σκέψεις και τα βιώματα κάποιου που μοιράζεται μαζί σου το ίδιο πάθος, να αναγνωρίζεις τον εαυτό σου πίσω από μικρές αποστροφές του λόγου, να ακολουθείς τον φιλοσοφικό στοχασμό που αποδεικνύει το προφανές, αυτό που εσύ αλλά και εκείνος νιώθει ως προφανές, πως το τρέξιμο είναι κάτι που δεν απαιτεί απαραίτητα κάποιο πλαίσιο υποστήριξης αλλά περιορίζεται στην απλή ευχαρίστηση.

Γραμμένο απλά, αλλά σε καμία περίπτωση απλοϊκά, το βιβλίο του Ρόουλαντς είναι κάτι παραπάνω από ενδιαφέρον.

Μετάφραση Ελένη Βαχλιώτη
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου


Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Πανσέληνος - Antonio Muñoz Molina





Υπάρχει ένα παλαιοβιβλιοπωλείο στη Θεσσαλονίκη, κοντά στην Ροτόντα, που δεν θυμάμαι τ' όνομά του, μ' ένα τεράστιο υπόγειο γεμάτο θησαυρούς. Εκεί βρήκα το βιβλίο αυτό, του αγαπημένου μου Μολίνα, συγγραφέα που τα τελευταία χρόνια οι Έλληνες εκδότες έχουν δυστυχώς ξεχάσει, ένα βιβλίο από χρόνια εξαντλημένο, όπως και αρκετά ακόμα δικά του, που κάποτε κυκλοφόρησαν στα ελληνικά.

Και όμως, παρά τη δεδομένη προσδοκία και την τεράστια χαρά στη θέα του, δεν ήμουν έτοιμος γι' αυτό που ένιωσα διαβάζοντάς του. Βλέπετε, κάποτε οι προσδοκίες, όσο υψηλές και αν είναι, καταρρίπτονται από την επέλαση της ομορφιάς και του ενθουσιασμού. Τέτοιο τεράστιο μυθιστόρημα είναι η Πανσέληνος.
Τριγύριζε νυχθημερόν στην πόλη, αναζητώντας ένα βλέμμα. Δε ζούσε παρά μόνο γι' αυτό, κι ας προσπαθούσε να κάνει κι άλλα πράγματα ή προσποιούνταν ότι τα έκανε, όμως απλώς κοιτούσε, παρακολουθούσε τα μάτια των ανθρώπων, τα πρόσωπα των αγνώστων, των σερβιτόρων των μπαρ και των υπαλλήλων των καταστημάτων, τα πρόσωπα και τα βλέμματα των κρατούμενων στα αστυνομικά τμήματα. Ο επιθεωρητής αναζητούσε το βλέμμα κάποιου που είχε δει κάτι υπερβολικά τερατώδες, ώστε να έχει μπορέσει η λήθη να το ηρεμήσει ή να το ναρκώσει, δυο μάτια στα οποία έπρεπε να παραμείνει κάποιο χαρακτηριστικό ή κάποια συνέπεια του εγκλήματος, δυο κόρες ματιών που μέσα τους θα μπορούσε να ανακαλύψει ανενδοίαστα την ενοχή, απλώς κοιτάζοντάς τες, όπως αναγνωρίζουν οι γιατροί τα σημάδια μιας αρρώστιας με το που πλησιάζουν στο σώμα έναν μικρό φακό.
Ο επιθεωρητής, που μετά από χρόνια καταφέρνει να πετύχει την πολυπόθητη μετάθεση πίσω στον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο ίδρυμα για ορφανά, μακριά από το Μπιλμπάο, εκεί όπου υπηρέτησε για χρόνια με τον καθημερινό φόβο για τη ζωή του, θα αναλάβει να διευθύνει την πρώτη σπουδαία έρευνα, αναζητώντας τον δολοφόνο βιαστή ενός μικρού κοριτσιού, και παράλληλα θα αναμετρηθεί με τους προσωπικούς του δαίμονες.

Ο Μολίνα, με αφορμή μια τυπική αστυνομική υπόθεση, ξεδιπλώνει την αφηγηματική του ικανότητα σε όλο της το μεγαλείο, μην παραλείποντας την πλοκή και το σασπένς, συστατικό απαραίτητο για τη συγκεκριμένη ιστορία, χρησιμοποιεί μια γλώσσα ποιητική και απαιτητική, και επιτυγχάνει να μαγεύσει ακόμα και τον αναγνώστη εκείνο που με αδικαιολόγητη σιγουριά κατατάσσει την αστυνομική λογοτεχνία στα αποπαίδια της γραφής, αρνούμενος πεισματικά την καταβύθιση σε έναν κόσμο σκοτεινό και επικίνδυνα γοητευτικό. Είναι η ατμόσφαιρα των βιβλίων του που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο με ελκύει στον Μολίνα, αυτή η καταχνιά και η θλίψη που κυριαρχούν, η ματαιότητα, συνυφασμένη με την ανθρώπινη ύπαρξη, η επίγνωση της ανικανότητας για ευτυχία, παρά τις όποιες εκλάμψεις, η διαρκής σύγκρουση με το παρελθόν και ο αναπόφευκτος απολογισμός, όλα εκείνα που έμοιαζαν καμωμένα σωστά, μα που από καιρό έχουν πέσει από το ίδιο τους το βάρος, η ανθρώπινη αδυναμία.

Ξέρω πως οφείλω ν' αφήσω ένα χρονικό διάστημα να περάσει πριν αποφανθώ αν είναι η Πανσέληνος ή Ο χειμώνας στη Λισαβόνα το βιβλίο του Μολίνα που περισσότερο με διέλυσε, και επομένως με στοίχειωσε. Ξέρω όμως σίγουρα πως η αναζήτηση και για τα υπόλοιπα έργα του θα συνεχιστεί με επιμονή και υπομονή, σε σκονισμένα υπόγεια και σεντόνια απλωμένα, εδώ και αλλού.

Μετάφραση Δημήτρης Δημουλάς
Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

Θα περάσει και αυτό - Milena Busquets




Για κάποιον λόγο ποτέ δεν μου πέρασε απ' το μυαλό ότι θα έφτανα τα σαράντα. Στα είκοσι με φανταζόμουν στα τριάντα, να ζω με τον έρωτα της ζωής μου και με μερικά κουτσούβελα. Και στα εξήντα να φτιάχνω μηλόπιτες για τα εγγόνια μου, εγώ που δεν ξέρω να φτιάξω ούτε τηγανητό αυγό, αλλά θα μάθαινα. Και στα ογδόντα, σαν μπαμπόγρια, να πίνω ουίσκι με τις φίλες μου. Όμως ποτέ δε με φαντάστηκα στα σαράντα, ούτε καν στα πενήντα. Κι όμως να που είμαι εδώ. Στην κηδεία της μητέρας μου, και επιπλέον σαράντα χρονών.
Υποθέτω πως εκείνο που αρχικά μου τράβηξε την προσοχή στο συγκεκριμένο βιβλίο με αποτέλεσμα να το κατεβάσω από το ράφι του βιβλιοπωλείου και να το ξεφυλλίσω, ήταν η καταγωγή της συγγραφέως από την Ισπανία. Εκείνο όμως που με έκανε να θέλω να το διαβάσω ήταν σίγουρα το παραπάνω εναρκτήριο απόσπασμα· ένιωσα μια ειλικρίνεια που ολοένα και σπανίζει στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ένιωσα πως με αφορούσε η ιστορία της αφηγήτριας. Και δεν έκανα λάθος.

Η Μπλάνκα, στα σαράντα της, βρίσκεται στο χωριό της μητέρας της για την κηδεία της, στο χωριό των παιδικών της καλοκαιριών, μακριά από τη Βαρκελώνη. Παρ' ότι η υγεία της μητέρας της όλο και χειροτέρευε το τελευταίο διάστημα, και το τέλος έμοιαζε όχι μόνο δεδομένο αλλά και ανακουφιστικό, όσο ανακουφιστικό μπορεί να είναι το τέλος ενός ανθρώπου, δεδομένης της ταλαιπωρίας του ίδιου αλλά και των κοντινών του ανθρώπων, ο θάνατός της σοκάρει τη Μπλάνκα. Ποτέ δεν είναι έτοιμος κανείς για τον θάνατο.

Αποφασίζει, με παρότρυνση των φίλων της, να περάσει κάποιες μέρες στο παραθαλάσσιο χωριό, μακριά από την κανονικότητα της καθημερινότητας στη Βαρκελώνη. Στο ευρύχωρο σπίτι, εκτός από τα δυο παιδιά της, θα μείνουν και δυο φίλες της, ενώ θα κάνουν την εμφάνισή τους και οι πρώην σύζυγοι. Η φιλία, ο έρωτας, το σεξ, η αγάπη, η μητρότητα, ο θάνατος, οι αναμνήσεις, οι ενοχές και η ζωή που συνεχίζεται παρά τις απώλειες.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της Μπλάνκα πότε απευθύνεται στη νεκρή μητέρα της, σαν ένα γράμμα, και πότε μοιάζει με ένα προσωπικό ημερολόγιο των ημερών στο Καδακές, μια καταγραφή σκέψεων και γεγονότων, κάποια από εκείνα θα ήθελε ίσως να τα έχει μοιραστεί με τη μητέρα της, κάποια άλλα ίσως με τις φίλες της. Ως πενθούσα βρίσκεται στο απυρόβλητο, σε ένα περιβάλλον φιλικό, αλλά κρατώντας τις περισσότερες από τις σκέψεις της για τον εαυτό της, δημιουργεί μια απενοχοποίηση του πένθους, που της παραχωρεί τη δυνατότητα να παραστρατήσει από την πεπατημένη του πένθους, όπως ορίζεται εδώ και γενιές, από ένα πρωτόκολλο θλίψης και άρνησης της ζωής, και της επιτρέπει να βιώσει το πένθος με τον δικό της προσωπικό και αβίαστο τρόπο, όπως θα έπρεπε να γίνεται δηλαδή. Γεγονός που προσδίδει ειλικρίνεια και δημιουργεί έδαφος για ταύτιση στον αναγνώστη, ίσως όχι σε εκείνον τον αναγνώστη που πιστεύει στη γενίκευση μιας τόσο προσωπικής υπόθεσης όπως το πένθος, και όλα αυτά του μοιάζουν ίσως προκλητικά και ασεβή ακόμη.

Η Μπουσκέτς καταφέρνει να αναμετρηθεί με ένα θέμα κοινότυπο χωρίς να αναπαραγάγει λογοτεχνικά στερεότυπα. Το Θα περάσει κι αυτό δεν είναι αριστούργημα, σίγουρα δεν είναι, είναι όμως ένα ειλικρινές βιβλίο, και ας μην προκύπτει από πουθενά πως πρόκειται για πραγματική ιστορία, βιβλίο που αποτυπώνει το γλυκόπικρο αίσθημα της ζωής, την αδυναμία ένταξης του προσωπικού στο εγχειρίδιο καλής συμπεριφοράς. Μυθιστόρημα σύγχρονο με την εποχή του και με δεδομένη λογοτεχνική αξία, που δεν δικαιολογεί απλώς την επιλογή της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, αλλά τη μετατρέπει σε αφηγηματικό εργαλείο.

Μια ευχάριστη έκπληξη.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Χριστίνα Θεοδωροπούλου
Εκδόσεις Πατάκη  



Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

Illska Το Κακό - Έιρικουρ Ερτν Νόρδνταλ





Μια νεαρή ιστορικός, η Άγκνες, γράφει τη διπλωματική της με θέμα την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ισλανδία και την Ευρώπη. Δεύτερης γενιάς μετανάστρια, παιδί Λιθουανών, που βρήκαν καταφύγιο στην Ισλανδία και έχουν πια επιστρέψει στη χώρα τους, η Άγκνες επέλεξε να μείνει εκεί που ένιωθε ότι ανήκει. Η Άγκνες και ο Όμαρ γνωρίστηκαν ένα παγωμένο βράδυ, που και οι δύο είχαν ανάγκη από αγάπη, περιμένοντας, αρκετά μεθυσμένοι, στη σειρά για ταξί. Για την έρευνά της η Άγκνες θα επιδιώξει να διεισδύσει στους κόλπους της ισλανδικής ακροδεξιάς, θα γνωρίσει τον Άρνορ, νεοναζί διανοούμενο, με τον οποίο συναντιέται συχνά, παρά τη δεδομένη απέχθειά της προς την ιδεοληψία του. Η απέχθεια όμως συχνά μετασχηματίζεται σε έλξη.

Είναι όμως το Illska απλώς ένα μυθιστόρημα για τον νεοφασισμό με ένα ερωτικό τρίγωνο στον πυρήνα του; Σίγουρα όχι. Και αν αυτός είναι ο κεντρικός άξονας της ιστορίας που αποφασίζει να διηγηθεί ο Νόρδνταλ, ο γεννημένος το 1978 Ισλανδός συγγραφέας, αποφασίζει να το κάνει με έναν τρόπο αρκετά φιλόδοξο, όχι μόνο ως προς την αφηγηματική φόρμα αλλά και προσθέτοντας στην ιστορία του τα απαραίτητα εκείνα συμπληρώματα, με σκοπό να εξηγήσει πώς η Ευρώπη βαδίζει ξανά στα φασιστικά βήματα του πρόσφατου παρελθόντος, πορεία που δεν γεννήθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη, αλλά φέρει έναν ρυθμό που δεν έπαψε ποτέ να χτυπά, πληγές που δεν επουλώθηκαν, ρίζες που δεν κόπηκαν.

Η σημερινή Ισλανδία, λίγα χρόνια μετά την οικονομική κατάρρευση και την έκρηξη του ηφαιστείου που παρέλυσε τις αεροπορικές συνδέσεις πάνω από την Ευρώπη, με το αίσθημα της απομόνωσης μες στη μέση του ωκεανού έντονο, αποτελεί το τέλειο σκηνικό, θαρρείς, για να αναπτυχθούν θεωρίες σχετικά με την καθαρότητα του αίματος και της φυλετικής υπεροχής, το σκηνικό στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία της Άγκνες, του Όμαρ και του Άρνορ. Με διαρκή εναλλαγή ανάμεσα στο πρώτο αφηγηματικό πρόσωπο και στο τρίτο, εκείνο του παντογνώστη αφηγητή, και με μπρος-πίσω στον χρόνο, ο Νόρδνταλ συνθέτει το μυθιστόρημά του, μοιράζοντας το έδαφος ανάμεσα στις προσωπικές ιστορίες των ηρώων του και την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, και έτσι επιτυγχάνει μια ολοκληρωμένη εικόνα, μια αιτιολογική σύνδεση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν.

Με αφηγηματική άνεση και έλεγχο της ιστορίας του, ο Νόρδνταλ καταφέρνει να εγκλωβίσει τον αναγνώστη, να τον παρασύρει σε μια αχόρταγη ανάγνωση, χωρίς να χαλαρώνει στιγμή τον ρυθμό, παρά το μέγεθος του βιβλίου. Κανένας ήρωας του βιβλίου δεν αφήνει αδιάφορο τον αναγνώστη, καθώς ένα ανάμεικτο αίσθημα ταύτισης, λύπησης και θυμού, γεννιέται με το πέρας της ιστορίας, κανείς δεν έχει απόλυτο δίκιο, κανείς δεν μπορεί να κατηγορηθεί για το σύνολο των πράξεων και των αποφάσεών του, και ίσως εκεί να δημιουργείται μία ταύτιση, χάρη σε αυτή την ανθρώπινη ατέλεια.

Με το Illska επιβεβαιώνεται ξανά και ξανά πως ο τρόπος να διηγηθείς μια ιστορία είναι εκείνος που μπορεί να απογειώσει ή όχι την ιστορία, και ο Νόρδνταλ μοιάζει να το γνωρίζει καλά, παρά τις όποιες υπόνοιες για διάθεση επίδειξης ικανοτήτων σε κάποια σημεία, δεν διστάζει να θέσει τον πήχη ψηλά, να αναμετρηθεί με ένα θέμα υψηλής πολεμικής, όπως ο νεοφασισμός, και να βγει, μάλλον, αλώβητος, παραμένοντας πιστός στην πρόθεσή του να γράψει μυθιστόρημα και όχι πολιτική πραγματεία.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Ρούλα Γεωργακοπούλου
Εκδόσεις Πόλις


Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2017

Στην Παταγωνία - Bruce Chatwin





Όταν εκείνη η ρομαντική αναγνώστρια μου έκανε δώρο τη νουβέλα του Τσάτουιν, συγγραφέα που γνώριζα ως όνομα αλλά ποτέ δεν είχα διαβάσει κάτι δικό του, τη νουβέλα με τον παράξενο τίτλο Ουτς, εκτός από την προτροπή να το διαβάσω, έσπευσε να συμπληρώσει πως και τα άλλα του βιβλία είναι υπέροχα, όπως για παράδειγμα εκείνο με τον γεμάτο όνειρα για ταξίδια τίτλο Στην Παταγωνία, τόπο με κάτι το μαγικά απόκοσμο στο άκουσμά του. Και όταν διάβασα το Ουτς και την ευχαρίστησα, πρώτα χαμηλόφωνα στο κλείσιμο της τελευταίας σελίδας και στη συνέχεια με μια αγκαλιά, ήξερα ήδη πως αργά ή γρήγορα θα επέστρεφα σε ακόμα ένα βιβλίο του, ιδανικά σε εκείνο για την Παταγωνία. Έτσι και έγινε.

Το βιβλίο Στην Παταγωνία δεν θα είχε καμία πραγματική αξία, παρά θα θύμιζε κάποιο από τα δεκάδες άρθρα σχετικά με έναν τουριστικό προορισμό, άρθρα συνοδευόμενα από διαφημιστικές καταχωρίσεις, αν ο Τσάτγουιν δεν διέθετε εκείνο το βλέμμα του πραγματικού ταξιδιώτη, και εκείνη την ικανότητα της μεταφοράς του βλέμματος στο χαρτί, χωρίς περιττές φιοριτούρες και διάθεση αυταρέσκειας, παρά μόνο την ανάγκη να καταγράψει εκείνα που αναζητούσε ταξιδεύοντας ως εκεί, και εκείνα τα άλλα, κυρίως εκείνα τα άλλα, που αναζητούσε χωρίς να το γνωρίζει και το συνειδητοποίησε μόνο αντικρίζοντάς τα. Η ικανότητα της μεταμόρφωσης ενός απόλυτα προσωπικού βιώματος σε κάτι με ευρύτερο ενδιαφέρον, σε κάτι μαγικό, με έναν τρόπο που μου θύμισε το Σατόρι στο Παρίσι ενός άλλου σπουδαίου ταξιδευτή, του Τζακ Κέρουακ.
Εγκατέλειψα τα κόκκαλα του Λα Πλάτα, παραπατώντας κάτω από τα πλήγματα των λατινικών του Καρλ φον Λίννε κι επέστρεψα βιαστικά στο Μπουένος Άιρες, στον σταθμό της Παταγωνίας, για να πάρω το νυχτερινό λεωφορείο προς τα νότια.
Το μόνο κακό, αν πραγματικά το θεωρεί κάποιος κακό, είναι αυτή η δίψα για ταξίδι που σου δημιουργεί η ανάγνωση ενός τέτοιου βιβλίου, για ένα ταξίδι προσωπικό και όχι στα βήματα εκείνου του συγγραφέα, αυτή η αίσθηση της περιπλάνησης, με τις άσκοπες στιγμές και τις ενστικτώδεις αποφάσεις. Παρ' όλ' αυτά η διεισδυτική ματιά του Τσάτγουιν στο φαινομενικά μικρό και αδιάφορο είναι ικανή να κάνει μαγική και την ελάχιστη ακόμα βόλτα, την παραμικρή περιδιάβαση ακόμα και σε ένα περιβάλλον γνωστό, ή όχι και τόσο εξωτικό, δημιουργώντας σου μια δίψα, εν τέλει, για ζωή.

Μετάφραση Τάκη Κίρκη
Εκδόσεις Χατζηνικολή  

Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

Με αφορμή τα Τρία δωμάτια στο Μανχάτταν του Georges Simenon




αλλά και τους Αρραβώνες του κυρίου Ιρρ, βιβλία που διάβασα φέτος το καλοκαίρι, ακολουθώντας μία παράδοση χρόνων, αν και συνήθως αρκούμαι σε ένα βιβλίο του Σιμενόν κάθε έξι μήνες περίπου, καλοκαίρι και Χριστούγεννα, νομίζω πως κατάλαβα τι είναι εκείνο που με συγκινεί και με έλκει στα έργα του σπουδαίου αυτού Βέλγου συγγραφέα, που κατά τη διάρκεια της ζωής του γνώρισε την απαξίωση των λογοτεχνικών κύκλων, αλλά ο χρόνος, που είναι και ο τελικός κριτής, τον τοποθέτησε, έστω και αργά, στο πάνθεον των σπουδαίων. Αυτά τα δύο βιβλία σκόπευα να τα κάνω δώρο σε μία φίλη, και τελικά, με δικής της απόφαση, Οι αρραβώνες του κύριου Ιρρ μετατράπηκαν σε δώρο για μία τρίτη φίλη, αφού πρώτα διαβάσαμε και οι δύο την ιστορία του Ιρρ, τη θλιβερή και άτυχη ιστορία του κυρίου Ιρρ, και στη συνέχεια τα Τρία δωμάτια στο Μανχάταν, ένα βιβλίο διαφορετικό από τα υπόλοιπα του Σιμενόν που έχω διαβάσει μέχρι τώρα, και που δεν μπορώ να μιλήσω για την διαφορετικότητά του, καθώς θα αποτελούσε σπόιλερ για εκείνους που δεν έχουν ακόμα διαβάσει την ερωτική ιστορία των δύο μοναχικών ξένων, που γνωρίστηκαν κάποιο βράδυ σε ένα μπαρ του Μανχάτταν.

Μέχρι τώρα πίστευα πως ήταν εκείνη η καφκική τροπή στη ζωή ενός απλού ανθρώπου, εκείνο το χτύπημα της μοίρας που μετέτρεπε σε κόλαση τη ζωή του, που τον έθετε στο στόχαστρο της κοινωνίας και των αρχών, μόνο του και χωρίς κανέναν πραγματικό σύμμαχο, ούτε καν την οικογένειά του, αυτός ο παιδικός εφιάλτης μιας στιγμιαίας, χωρίς σκέψη ενέργειας, που αρκεί για να αποβεί καταδικαστική, εκείνο το μυστικό που αποκαλύπτεται ξαφνικά, το παρελθόν που κάποια στιγμή ξυπνά και έρχεται να συναντήσει το παρόν. Και ήταν, και ακόμα είναι, αυτή η οικεία αίσθηση με κάθε βιβλίο του, ότι οι αναγνωστικές προσδοκίες της περιόδου ξέρω πως θα ικανοποιηθούν σε μεγάλο βαθμό, επιστρέφοντας σε ακόμα μία ιστορία του Σιμενόν.

Όμως, φέτος το καλοκαίρι, διαβάζοντας σχεδόν διαδοχικά τα δύο αυτά βιβλία, και έχοντας τη δυνατότητα να συζητήσω γι' αυτά, σκέφτηκα πως ίσως εκείνο που τελικά κρύβεται πίσω απ' όλες τις ιστορίες τού Σιμενόν είναι η ανθρώπινη αφέλεια, αυτή η διάθεση να φωνάξεις στον ήρωα: μην είσαι αφελής, ρε άνθρωπε· και ταυτόχρονα με τον θυμό να νιώθεις και μία ταύτιση μαζί του, μια βαθιά, ειλικρινή κατανόηση για τις πράξεις του και τις επιλογές του, μια ελπίδα πως στο τέλος θα τα καταφέρει, πως, δεν μπορεί, το δίκαιο θα επικρατήσει. Δεν λέω πως οι ήρωες του Σιμενόν είναι χαζοί, η αφέλεια είναι διαφορετική. Η αφέλεια θα μπορούσε να είναι, σκέφτομαι, εκείνη που ιντρίγκαρε τον Σιμενόν, εκείνη που γεννούσε τους ήρωες και τις ιστορίες τους, ο απλός τρόπος σκέψης, η πίστη στο ένστικτο και στους ανθρώπους, αφέλεια μέσα σε ένα υστερόβουλο περιβάλλον, σε έναν κόσμο στον οποίο η τύχη ευνοεί μόνο τους δυνατούς, ο χρόνος αργά ή γρήγορα βαραίνει τα πάντα ακόμα και η ελάχιστα λανθασμένη απόφαση μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες.

Αναλογίζομαι ξανά όσους ήρωες του Σιμενόν μπορώ ν' ανακαλέσω στη μνήμη μου, και διακρίνω αυτό το νήμα να τους ενώνει, αναλογίζομαι πράγματα δικά μου και των κοντινών μου ανθρώπων, και διακρίνω επίσης το ίδιο νήμα, και μετά σκέφτομαι πως εκείνοι που δεν νιώθουν αφελείς, αλλά αντίθετα διαθέτουν και επιδεικνύουν μια πίστη στην τέλεια ύπαρξή τους, αδικαιολόγητη για το εμβαδόν που καταλαμβάνουν στο σύμπαν, θα ήταν ιδανικοί, αργά ή γρήγορα, για πρωταγωνιστές μιας ιστορίας του Σιμενόν. 
 

(*Και τα δύο βιβλία σε μετάφραση Αργυρώς Μακάρωφ)

Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Τελευταία έξοδος - Federico Axat




Ο Τεντ Μακέι ήταν έτοιμος να ρίξει μια σφαίρα στον κρόταφο, όταν άρχισε να χτυπάει επίμονα το κουδούνι της πόρτας.
Περίμενε. Δεν μπορούσε να πιέσει τη σκανδάλη με κάποιον έξω από την πόρτα.
Φύγε, όποιος κι αν είσαι.
Ξανά το κουδούνι. Μετά, μια αντρική κραυγή:
"Ανοίξτε, ξέρω ότι με ακούτε!"

Με πατημένο το γκάζι, ήδη από την πρώτη πρώτη γραμμή, ξεκινάει ο Αργεντίνος Federico Axat τη διήγηση της ιστορίας του Τεντ Μακέι, τη στιγμή που, ενώ ήταν έτοιμος να πατήσει τη σκανδάλη και να θέσει τέλος στη ζωή του, το επίμονο χτύπημα στο κουδούνι της πόρτας θα τον αναγκάσει να την ανοίξει σε έναν ξένο, που μοιάζει με πωλητή, και έχει να του προτείνει κάτι τρελό: ισχυριζόμενος πως είναι μέλος μιας οργάνωσης, του δίνει τη δυνατότητα να μετατραπεί από υποψήφιος αυτόχειρας σε θύμα δολοφονίας, και να μειώσει με αυτόν τον τρόπο την οδύνη της οικογένειάς του. Πριν απ' αυτό όμως, του προτείνει να δολοφονήσει έναν ατιμώρητο από την δικαιοσύνη εγκληματία και ύστερα ένα μέλος της οργάνωσης, που επίσης επιθυμεί να αυτοκτονήσει. Μπέρδεμα ε;

Με τις ανατροπές να ακολουθούν η μία την άλλη σε ρυθμό καταιγιστικό, θα ήταν ασυγχώρητο εκ μέρους μου να αναφερθώ περαιτέρω στην υπόθεση του βιβλίου, χάνοντας έτσι την ευκαιρία να επισημάνω κάποια αδύνατα σημεία της πλοκής και των ανατροπών, αλλά επιτρέποντας στον υποψήφιο αναγνώστη να ακολουθήσει τον Τεντ Μακέι με σύμμαχο την άγνοια και έπαθλο την έκπληξη και το σασπένς.

Στο βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα αναφέρεται κάτι που, αν και φαίνεται λογικό και όχι και τόσο πρωτότυπο ως αντίδραση σε συναίσθημα, πρώτη φορά αντικρίζω γραμμένο: ξεκίνησε να γράφει από πλήξη. Μόλις το διάβασα σκέφτηκα: άρα λογικό να γράψει ένα θρίλερ γεμάτο ανατροπές κάποιος που αντιμάχεται την προσωπική πλήξη, επιχειρώντας να εντυπωσιάσει τον ίδιο του τον εαυτό, να τον εκπλήξει, να τον ιντριγκάρει και να τον οδηγήσει πιο βαθιά μέσα στην ιστορία την οποία δημιουργεί ο ίδιος από το τίποτα. Και αν έτσι έγινε η πρώτη γραφή, σίγουρα οι επόμενες διέθεταν σημαντικό ποσοστό επιμέλειας και αλλαγών, με σκοπό να δέσει όλο αυτό το συνονθύλευμα ιδεών και εναλλαγών πορείας, να δημιουργηθούν κορυφές για το σασπένς και να διορθωθούν τα φιλολογικά στοιχεία. Κατασκεύασμα κατ' εξοχήν εγκεφαλικό, στρατευμένο να προκαλέσει συγκεκριμένα συναισθήματα, να οδηγήσει τον αναγνώστη σε απώλεια οποιουδήποτε ορίζοντα προσδοκιών και, αν προλάβει, να δημιουργήσει από ανατροπή σε ανατροπή, και τελικώς να προσφέρει μια καλή λύση του μυστηρίου.

Δεν μπορώ να πω πως εντυπωσιάστηκα από το βιβλίο του Axat, παρά το γεγονός πως το διάβασα σε χρόνο ρεκόρ, δεδομένου του όγκου του. Αν και είχε κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία, εντούτοις έπασχε από ένα σύνηθες πρόβλημα, η εντυπωσιακή πρώτη ιδέα γρήγορα ξεμένει από καύσιμα, με αποτέλεσμα το ενδιαφέρον προοδευτικά να μειώνεται.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Η μυστική ιστορία - Donna Tart





Ήταν η περίοδος της μεγάλης αφήγησης, η ανάγκη για καταβύθιση σε έναν παράλληλο της πραγματικότητας κόσμο. Μια μέρα, στην παραλία ενός όμορφου κολπίσκου, ενώ δυσκολευόμουν ν' αποφασίσω αν θα αφήσω το βλέμμα να φτάσει μέχρι πέρα στον ορίζοντα πάνω από την αγριεμένη θάλασσα ή αν θα επιστρέψω στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, με την αγωνία για την εξέλιξη της υπόθεσης να με δελεάζει, σκεφτόμουν πως η επαφή με την τέχνη είναι μια απόπειρα αποκοπής από την πραγματικότητα, ή έστω συμπλήρωσής της, μια πράξη που ταυτίζεται με το εδώ και το τώρα, με αβέβαιη μελλοντική επίδραση, μια επισφαλής επένδυση χαμηλού ρίσκου. Πόσες είναι εκείνες οι επαφές με την τέχνη, τη λογοτεχνία εν προκειμένω, που μας έσωσαν, για να υπερβάλω λίγο, τη ζωή εκείνη τη στιγμή και στη συνέχεια χάθηκαν στους λαβύρινθους της μνήμης, μια θολή ανάμνηση και μια αιώνια ευγνωμοσύνη, χωρίς να είναι δυνατή τώρα, μέρες ή χρόνια μετά η ανάκληση έστω και του ελάχιστου της πλοκής; Μια αποκοπή μεγάλης χρονικής διάρκειας αναζητούσα εκείνη την περίοδο, και ας μην έμενε τίποτα για το μέλλον, παρά μόνο ένα απροσδιόριστο συναίσθημα στη θέα της ράχης του μυθιστορήματος σε κάποιο ράφι της βιβλιοθήκης.

Η Καρδερίνα, το τελευταίο από τα τρία βιβλία της Ταρτ, το πρώτο δικό της που διάβασα, με είχε γοητεύσει, με τον τρόπο που οι Αμερικανοί συγγραφείς ξέρουν να γοητεύουν, να στήνουν τις γενναιόδωρες αφηγήσεις τους, να ανατέμνουν τη σύγχρονη πραγματικότητα, να μη διστάζουν να πειραματιστούν, ξέροντας, καλύτερα απ' όλους, πώς να εντάσσουν στο έργο τους τα ερεθίσματα, την παγκόσμια λογοτεχνική κληρονομιά. Όταν εκείνη με είχε δει να διαβάζω την Καρδερίνα, για δύο ή τρεις συνεχόμενες Τετάρτες, όταν είχα τη συνήθεια να επισκέπτομαι το καφέ στο οποίο δούλευε, συνήθεια που ξαφνικά διέκοψα, μια Τετάρτη που απλώς δεν πήγα, αφού με ρώτησε πώς μου φαίνεται και εγώ της απάντησα πως δυσκολευόμουν να το αφήσω απ' τα χέρια μου, μου πρότεινε να διαβάσω κάποια στιγμή και τη Μυστική ιστορία. Το είχε διαβάσει πριν από πολλά χρόνια, δεν θυμόταν πολλά πέρα απ' το ότι της άρεσε πολύ.
Το χιόνι στα βουνά έλιωνε, και ο Μπάνι ήταν νεκρός αρκετές βδομάδες πριν αντιληφθούμε τη σοβαρότητα της κατάστασης στην οποία είχαμε περιέλθει. Το πτώμα του βρέθηκε μετά από δέκα μέρες, ξέρετε. Ήταν το μεγαλύτερο ανθρωποκυνηγητό στην ιστορία του Βερμόντ – αστυνομία, FBI, μέχρι και στρατιωτικό ελικόπτερο· τα μαθήματα στο κολέγιο σταμάτησαν, το βαφείο στο Χάμπντεν έκλεισε, κόσμος ερχόταν από το Νιου Χαμπσάιρ, τη Νέα Υόρκη, ακόμα και από τη Βοστώνη.
Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι το μέτριο σχέδιο του Χένρι αποδείχτηκε τόσο αποτελεσματικό παρά τα απρόβλεπτα γεγονότα που συνέβησαν. Δεν σκοπεύαμε να κρύψουμε το πτώμα σε κάποιο μυστικό σημείο.
Με ιντριγκάρουν τα μυθιστορήματα εκείνα στα οποία ο συγγραφέας δεν διστάζει να προβεί στην κυρίως αποκάλυψη της πλοκής από την πρώτη κιόλας γραμμή, μια επίδειξη πίστης στον εαυτό του, ότι δεν έχει την ανάγκη της έκπληξης, για να κρατήσει το αναγνωστικό ενδιαφέρον αμείωτο, και ταυτόχρονα η υπενθύμιση ότι μια δολοφονία και η μη διαλεύκανσή της μπορούν να είναι απλώς η αφορμή και όχι το κυρίως ζητούμενο σε μια πολυσέλιδη αφήγηση.

Ο Ρίτσαρντ Παπέν, καιρό αφού η ιστορία μπήκε στο αρχείο από την αστυνομία, επιχειρεί να ανασυνθέσει εκείνη την περίοδο, εκείνη την περίοδο που από μια σειρά τυχαίων γεγονότων βρέθηκε να φοιτά στο πανεπιστήμιο του Χάμπντεν, στο Βερμόντ, χιλιάδες μίλια μακριά από το σπίτι του και την προηγούμενη ζωή του, θαμπώθηκε από μια παράξενη ομάδα φοιτητών, που μελετούσε τον κόσμο της διανόησης, υπό την καθοδήγηση ενός χαρισματικού καθηγητή, σε ένα πρόγραμμα σπουδών στα όρια της ανοχής του ιδρύματος, και κατάφερε να γίνει τελικά μέλος της, εγκαταλείποντας το αρχικό πρόγραμμα σπουδών που είχε επιλέξει. Η επαφή με τους κλασικούς, τη φιλοσοφία, τις υψηλές ιδέες, η γοητευτική ακαδημαϊκή προσέγγιση, οι συζητήσεις υπό την επήρεια του αλκοόλ και η αίσθηση ότι ανήκει σε έναν κλειστό κύκλο, οδήγησαν τον Ρίτσαρντ σε μονοπάτια που ποτέ δεν είχε φανταστεί πως θα διαβεί, μακριά από την ακαδημαϊκή κανονικότητα, μονοπάτια που έφτασαν μέχρι τη δολοφονία του Μπάνι, και ακόμα παραπέρα.

Η επιμονή στις λεπτομέρειες και στην αναφορά μικρών επεισοδίων της παρουσίας του Ρίτσαρντ στο πανεπιστήμιο, η σκιαγράφηση των χαρακτήρων των ηρώων, η φιλοσοφία και η ποίηση, τα ανθρώπινα πάθη και τα παιχνίδια του μυαλού, το διαρκές αίσθημα αγωνίας, παρά τη γνώση για την εξέλιξη της ιστορίας, η αφηγηματική ικανότητα της Ταρτ και ο έλεγχος πάνω στην ιστορία με τα δεκάδες παρακλάδια, όλα αυτά προσφέρουν μια αναγνωστική απόλαυση. Την προβολή της αρχικής, μεγάλης εικόνας της ιστορίας, ακολουθεί ένα αργό και αναλυτικό πέρασμα, ένα κολάζ, που, αφού ο αναγνώστης αντικρύσει από μακριά, εν συνεχεία έχει την ευκαιρία να το δει να ξεδιπλώνεται με όλες του τις ραφές και τα, αρχικώς, μη εμφανή επίπεδά του.

Εκείνη την ημέρα, στον κολπίσκο, η θέα της θάλασσας κέρδισε τη λαχτάρα για την ολοκλήρωση της Μυστική ιστορίας, την επομένη, στον κήπο, με τον πρώτο καφέ διάβασα τις τελευταίες σελίδες.

Μετάφραση Σάντυ Παρίση
Εκδόσεις Λιβάνη 

 

Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

Τα κοκάλινα ρολόγια - David Mitchell





Ντέιβιντ Μίτσελ δεν είχα διαβάσει ως τότε, και όμως, η τύχη τα φέρνει καμιά φορά έτσι, που μια αναγνωστική επιλογή, υποκινούμενη κάπως από ένα καπρίτσιο, όπως για παράδειγμα από τη σκέψη: γυρίζοντας σπίτι θα διαβάσω το πρώτο βιβλίο που θα αντικρίσω από τη στοίβα με τα προσεχώς, αυτή θα είναι η επιλογή για το επόμενο βιβλίο, αφού αλλιώς δεν μπορώ να αποφασίσω· Και φτάνοντας στο τέρμα της ανηφόρας, Τα κοκάλινα ρολόγια με περίμεναν στην είσοδο της πολυκατοικίας, το πλέον δροσερό μέρος όταν έξω κάνει μια ζέστη αστικά αφόρητη μα παραθαλάσσια ποθητή, και έτσι, αν και δεν ήταν η ακριβής τέλεση της σκέψης ή της επιθυμίας αν προτιμάτε, τα έφερε έτσι η συγκυρία, που λίγες μέρες πριν πάρω κάποια ρεπό μαζεμένα από έναν χειμώνα μακρύ, ήρθε η στιγμή να διαβάσω Ντέιβιντ Μίτσελ για πρώτη φορά, και σίγουρα όχι τελευταία.

Λίγες μόνο ώρες μετά έκανα την ακόλουθη σκέψη, την οποία και φρόντισα να μοιραστώ ψηφιακά, και ήταν διατυπωμένη κάπως έτσι, οι μέρες, έγραψα, πριν την καλοκαιρινή διακοπή, την πολυπόθητη αυτή διακοπή, μοιάζουν με μυθιστόρημα του Μίτσελ, διαθέτουν λίγη μαγεία, αρκετό ρεαλισμό και μια υποδόρια αγωνία, τι θα γίνει τελικά, πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Και ας βάζει ο ίδιος ο συγγραφέας στο στόμα της πικρόχολης επιμελήτριας τον αφορισμό πως όσο μπορεί μια γυναίκα να είναι ολίγον έγκυος, άλλο τόσο μπορεί ένα βιβλίο να είναι ολίγον φανταστικό, εμένα με είχε κυριεύσει εκείνη η σκέψη σύνδεσης της αναμονής με το λογοτεχνικό σύμπαν του Αμερικανού συγγραφέα.

Και οι σελίδες περνούσαν, και εγώ βυθιζόμουν στην εξέλιξη της ιστορίας, στις εικόνες μαγικού ρεαλισμού, εκεί που όλα έμοιαζαν πιθανά, αν και συνήθως όχι εύκολα, μήτε ευχάριστα, με μια επίφαση ρεαλισμού, με ένα πρόσχημα πλοκής αντιληπτής από το πλέον απαίδευτο μάτι, εκείνο που δεν έχει μάθει, ή αρνείται να παραδεχτεί πρώτα και να αντικρύσει στη συνέχεια πως πίσω από τον προφανή υπάρχει ένας ακόμα ολόκληρος κόσμος, βγαλμένος από τις ιστορίες των γιαγιάδων και τα βάθη των ονείρων, με μια αδικαιολόγητη επιμονή στον ορθολογισμό, με ένα μαστίγιο απέναντι στη φαντασία, με τα εγχειρίδια της ιατρικής ανά χείρας και τις γενικεύσεις απέναντι στο μη απτό, στο μη κατανοητό.

Μπορεί η ιστορία να ξεκινά κάπως αμήχανα, μία έφηβη, η Χόλι Σάικς, φεύγει από το σπίτι της μετά από έναν τσακωμό με τη μητέρα της, αφορμή για την οποία στάθηκε η σχέση της με έναν μεγαλύτερο άντρα, και μια ερωτική απογοήτευση που δεν άργησε να εκραγεί, όταν εκείνη τον βρήκε στο κρεβάτι με την καλύτερή της φίλη, τη στιγμή που όλο χαρά και όνειρα έφτασε σπίτι του για να του ανακοινώσει πως τα εγκατέλειψε όλα για χάρη του, για να είναι μαζί για πάντα. Μια δεύτερη φυγή, μια περιπλάνηση, μακριά από ό,τι γνωστό θα οδηγήσει την ιστορία στις παρυφές του κόσμου μας, μαεστρικά καθοδηγημένη από τη φαντασία και το ταλέντο του Μίτσελ στην αφήγηση και στη σύνθεση μεμονωμένων περιστατικών.

Και το ποσοστό της μαγείας αυξανόταν, ο ρεαλισμός υποχωρούσε, ποιος τον είχε έτσι κι αλλιώς ανάγκη, και η αγωνία κορυφωνόταν, όμως πλέον ένας ενθουσιασμός άπειρων δυνατοτήτων τη συνόδευε στην έξαρσή της, και οι σελίδες περνούσαν, η ιστορία με παρέσερνε, η καταβύθιση δεν φόβιζε μήτε προκαλούσε ασφυξία, μα αποκάλυπτε έναν νέον κόσμο.

Έτσι, από μια σύμπτωση, Τα κοκάλινα ρολόγια να βρεθούν στο πλέον δροσερό μέρος, την κατάλληλη χρονική στιγμή, τότε που δεν μπορούσα ν' αποφασίσω για το επόμενο αναγνωστικό βήμα, βρέθηκα να διαβάζω Μίτσελ για πρώτη φορά, όταν ο ρεαλισμός έπρεπε πάση θυσία να σβήσει μέσα στη φαντασία. Αν και θα μπορούσε να λειτουργήσει και αντίστροφα χρονικά, τώρα που έχω πια πίσω μου τη διακοπή, η φαντασία να οδηγήσει ομαλά πίσω στον ρεαλισμό, σε έναν ρεαλισμό όμως γεμάτο από ρήγματα.

Και βέβαια ο κόσμος του Ντέιβιντ Μίτσελ δεν θα είχε την επίδραση αυτή χωρίς τη γλωσσική διαμεσολάβηση της μεταφράστριας και συγγραφέως Μαρίας Ξυλούρη.

Μετάφραση Μαρία Ξυλούρη
Εκδόσεις Τόπος


Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας - Χρυσόστομος Τσαπραΐλης




Λέγεται πως αν χέρι ζερβό ανοίξει το χάρτη της Θεσσαλίας και πάει στην τύχη να διαλέξει ένα σημείο, τότε αλάθευτα θα πέσει στην πόλη της Καρδίτσας, και συγκεκριμένα στις παρυφές της, στη συνοικία που είναι γνωστή ως Λάκκα του Μαντζιάρα.
Πώς μπορεί να μιλήσει κανείς για ένα βιβλίο όπως αυτό, αφήνοντας έξω την ψυχή και το συναίσθημα; Δεν ξέρω. Η έλξη που ασκούν οι ιστορίες μεταφυσικού τρόμου, το ελάχιστο άνοιγμα των δακτύλων στην παλάμη που κρύβει το βλέμμα, η αδυναμία του ορθολογισμού, να αποτελέσει ένα ασφαλές ανάχωμα ανάμεσα στους δύο κόσμους.
Όταν η Λάκκα του Μαντζιάρα ήταν ακόμα γούβα και τα άροτρα χάραζαν τα χωράφια που τώρα βρίσκονται στον βυθό της λίμνης του Πλαστήρα, ζούσε στην Ιτέα της Καρδίτσας μια τρομερή αρχόντισσα που 'χε τρεις νεαρές ανιψιές, μα κανένα δικό της παιδί. Την έτρεμε όλο το χωριό γιατί καμιά πόρτα και κανένας τοίχος δεν την κράταγε.
Δεν θα μπορούσα, σκεφτόμουν, να σου διαβάζω τις ιστορίες αυτές τα βράδια, για να σε πάρει ο ύπνος, στη ρομαντική ατμόσφαιρα με μοναδικό το φως των κεριών μέσα στο δωμάτιο, ή έστω κάπου έξω, ανάμεσα σε κάποιες οροσειρές ή με τον ήχο των κυμάτων να δίνει τον ρυθμό στη νύχτα. Ούτε κι εγώ θα ένιωθα άνετα διαβάζοντας τες ξανά. Ίσως μια κρύα νύχτα με αστραπές ν' αποτελούσε κατάλληλο σκηνικό ανάγνωσης για τις ιστορίες του Τσαπραΐλη, αν νιώθει κανείς τολμηρός και θαρραλέος. Και αν ακόμα αποδειχτεί θαρραλέος, σκυμμένος πάνω απ' τις σελίδες της συλλογής αυτής, πώς αλήθεια σηκώνει το βλέμμα;
Δεν το 'χε σε τίποτε να ξεπροβάλει τη νύχτα πλάι στο μαξιλάρι αυτών που την είχαν ενοχλήσει και να τους πάρει τη μιλιά ή την πνοή. Διαφέντευε τον καιρό κι έκανε τις σοδειές να αργοσβήνουν. Ήταν και κάποιες φορές που δεν σεβόταν ούτε τους νεκρούς κι άρπαζε τα πτώματα από τους φρεσκοσκαμμένους τάφους.
Σίγουρα υπάρχει το λαογραφικό ενδιαφέρον στις Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας, σίγουρα υπάρχουν και λογοτεχνικές αρετές, όπως η οικονομία των λέξεων και η απόδοση της ατμόσφαιρας, όμως όλα αυτά δεν θα μπορούσαν να αγγίξουν τον αναγνώστη εκείνον που αποκλείει το φανταστικό ως μη πραγματικό και άρα ψεύτικο, εκείνον που έχει πείσει τον εαυτό του πως ο κόσμος αρχίζει και τελειώνει στο εύρος των πέντε του αισθήσεων, και έχει καταχωνιάσει την αμφιβολία βαθιά μέσα στο ασυνείδητό του, και μόνο κάποια βράδια, μετά από έναν ανήσυχο ίσως ύπνο, ξυπνάει ιδρωμένος με ένα παράξενο συναίσθημα τρόμου.

Δεν ξέρω γιατί λέω αυτά αντί να μιλήσω για τα παιδικά καλοκαίρια στο χωριό, για τη θέα του κάμπου περνώντας τα βουνά της Φθιώτιδας, για τις νύχτες που ο άνεμος φέρνει ήχους στο κλειστό σπίτι.

Γράφοντας αυτές τις γραμμές, μια ηλιόλουστη μέρα του Σεπτέμβρη, βρίσκω την ευκαιρία να διαβάσω ξανά κάποιες από αυτές τις ιστορίες· νιώθω πάλι εκείνο το συναίσθημα αβεβαιότητας, σκέφτομαι πως αυτή η αποσπασματική αναγνωστική προσέγγιση έχει μια άγρια ομορφιά, που ίσως επενεργεί πιο δραστικά από τη γραμμική ανάγνωση του βιβλίου απ' την αρχή μέχρι το τέλος, ανάγνωση που διαρκεί λίγες ώρες και μπορεί να προκαλέσει σιγά σιγά κάποια οικειότητα, κι ύστερα κάποια εκλογίκευση, και να σου στερήσει τελικά το συναίσθημα των πρώτων σελίδων.

Και δεν είναι αδικαιολόγητο το γεγονός πως το βιβλίο του Τσαπραΐλη δεν άργησε καθόλου να βρει το κοινό του, να κάνει δεύτερη έκδοση μέσα σε ελάχιστες ημέρες και να φιγουράρει στα ευπώλητα διάφορων βιβλιοπωλείων. Δεν είναι μόνο η δεδομένη αξία των ιστοριών, είναι και το γεγονός πως απευθύνεται (και) σε ένα κοινό που συνήθως δεν καταγράφεται σε καμία έρευνα φιλαναγνωσίας, με συνεκτικό στοιχείο κυρίως τη μουσική και την αγάπη για το μεταφυσικό και τον τρόμο.

Παρ' όλη τη λαχτάρα που ένιωθα για την επικείμενη έκδοση της συλλογής Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας, η ανάγνωση κατάφερε να  ξεπεράσει τις όποιες προσδοκίες.

Εκδόσεις αντίποδες   




Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

Κι αν εγω χαθώ - Adam Haslett




Μου φαίνεται αξιοθαύμαστο το πώς ο χρόνος τρυπώνει σ' ένα μέρος. Και πόσο χρονικά κενό είναι ως εκ τούτου το κάθε καινούριο μέρος. Το ταβάνι αυτό, για παράδειγμα, στην καινούρια μου κρεβατοκάμαρα όπως τη λούζει ο πρωινός ήλιος του Σεπτέμβρη. Δεν σημαίνει τίποτα σχεδόν. Είναι νέο, όπως και το φωτιστικό στο κέντρο του και το παράθυρο με το διπλό τζάμι απ' 'οπου μπαίνει ο ήλιος, και οι ντουλάπες με τα ξύλινα πορτόφυλλα εκατέρωθεν, που 'χουν μέσα τους τόσο πιο λίγα πράγματα απ' όσο οι παλιές ντουλάπες στο Ουόλκοτ. Που είναι σωστά όλα αυτά, ειλικρινά, είναι ώς οφείλουν.
Η ψυχική αστάθεια, αυτό το κάτι που είναι σπασμένο κάπου μέσα στο σώμα, αυτές οι ουσίες που δεν κυκλοφορούν επαρκώς απ' τον εγκέφαλο μέχρι το τέλος κάθε νευρικής απόληξης. Η αδυναμία να καταλάβεις ο ίδιος, η πίστη πως ο ίδιος μπορείς να τα καταφέρεις, η αίσθηση πως υπάρχει ένα μαγικό χάπι που μπορεί να τα ξεκαθαρίσει όλα, η σχέση με τους άλλους, η ανυπαρξία μετρήσιμων παθολογικών ευρημάτων. Το στίγμα. Η δυσκολία διαχείρισης της πιο απλής κατάστασης. Το βάρος. Η υποχώρηση του αισθήματος της αυτοσυντήρησης.

Πώς να εξηγήσεις σε κάποιον κάτι που και εσύ ο ίδιος αδυνατείς να κατανοήσεις; Μπορείς να τα καταφέρεις, σου λένε, ήρεμα ή αυστηρά, και το βάρος μεγαλώνει, οι ενοχές γιγαντώνονται. Στο μυαλό είναι όλα, δεν υπάρχει δεν μπορώ υπάρχει μόνο δεν θέλω. Προσπάθησε. Ύστερα έρχονται οι ειδικοί, συχνά αργά, συχνά για να επιβαρύνουν την κατάσταση. Αποτελείς μέρος στατιστικών και μελετών, φαρμακευτικά σχήματα, ελάχιστη εξατομίκευση. Συνταγογράφηση. Δοκιμές. Προσπαθείς, λιγότερο ή περισσότερο, αφήνεσαι, λιγότερο ή περισσότερο. Τα παρατάς.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Τα γονίδια δεν εξαφανίζονται με τον θάνατο, περνούν στην επόμενη γενιά.

Η Μάργκαρετ δεν εγκαταλείπει τον Τζον όταν εκείνος, λίγο μετά τον αρραβώνα τους, νοσηλεύεται με κατάθλιψη, παρά τις πιέσεις που θα δεχτεί. Θα αποκτήσουν τρία παιδιά. Αυτή είναι η ιστορία τους.

Ο Χέισλετ χωρίζει το μυθιστόρημά του σε κεφάλαια, και σε κάθε ένα από αυτά δίνει τον λόγο σε ένα από τα πέντε μέλη της οικογένειας, αλλάζοντας διαρκώς την οπτική γωνία και την αφηγηματική φωνή. Οι σκέψεις του καθενός, η πορεία της ζωής του με το πέρασμα των χρόνων, οι σχέσεις μεταξύ τους, οι δεσμοί που είναι αδύνατον να κοπούν εντελώς, όσο μακριά και αν βρεθεί το κάθε παιδί. Η κατάθλιψη αποτελεί ένα μόνο μέρος της ιστορίας, διαρκώς παρούσα αλλά μέρος της ιστορίας, που επηρεάζει άμεσα ή έμμεσα την ενηλικίωση των παιδιών, αναδεικνύει την ανεπάρκεια της θέλησης και συγκινεί με την επιμονή.

Ο Χέισλετ επιτυγχάνει κυρίως να μην ωραιοποιήσει μια κατάσταση, όχι την κατάθλιψη, αλλά την αντίδραση των υπολοίπων απέναντί της. Η ζωή συνεχίζεται, γεμάτη με επιπτώσεις λόγω του παρελθόντος, ο χρόνος κυλά, οι αναμνήσεις ενίοτε υποχωρούν μπροστά στο καινούριο. Τονίζει την αδυναμία μας, την αδυναμία όλων μας να αντιμετωπίσουμε την κατάθλιψη, είτε ως φέροντες τη νόσο, είτε ως περιβάλλοντες τον νοσούντα. Και ας νιώθουμε προοδευτικοί και χωρίς προκαταλήψεις.

Διαβάζοντας το Κι αν εγώ χαθώ, ένιωθα ένα πέπλο ομίχλης να με χωρίζει από την ιστορία. Σκέφτηκα πως αυτό οφειλόταν στην τεχνική αρτιότητα και την έλλειψη συναισθήματος του μυθιστορήματος, στην "ανικανότητα" της αμερικανικής λογοτεχνίας απέναντι στην ευρωπαϊκή για παράδειγμα. Τώρα όμως κατάλαβα ότι έκανα λάθος. Η ομίχλη αυτή ήταν μέρος της δικής μου ματιάς, της αδυναμίας μου να διακρίνω τις λεπτές αποχρώσεις της ιστορίας, κατέχοντας τον ρόλο του παρατηρητή από απόσταση, ομίχλη πυκνότερη της ομίχλης των μελών της οικογένειας, που με τη σειρά τους δεν μπορούν να διακρίνουν, να κατανοήσουν την κατάσταση ενός καταθλιπτικού. Εκεί βρίσκεται η αλήθεια της γραφής του Αμερικανού συγγραφέα, αυτός μοιάζει να είναι ο στόχος του, η ανάδειξη της αδυναμίας για κατανόηση, για ταύτιση, για υπερκερασμό της κοινωνικής φωνής που με ευκολία λέει: να μην παντρευόταν έναν άρρωστο.

Το μυθιστόρημα δεν είναι σκληρό, δεν είναι υπέρμετρα στενάχωρο, δεν υποβάλλει τον αναγνώστη σε συναισθηματικούς εκβιασμούς. Αφηγείται μια αληθοφανή ιστορία χωρίς κραυγές.   

Μετάφραση Αύγουστος Κορτώ
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Ιστορίες καλοκαιρινής ανάγνωσης




Δεκαπέντε ώρες. Τόσες έκανε το καράβι να φτάσει στο νησί. Κι εγώ το ευχαριστήθηκα. Είχα ανάγκη ένα ταξίδι. Αρκετοί με κοίταξαν κάπως παράξενα όταν μοιράστηκα μαζί τους τον ενθουσιασμό μου. Δεν ήθελα απλώς να βρεθώ στο νησί, ήθελα να ταξιδέψω μέχρι το νησί, διευκρίνισα κάπως άσκοπα. Κάτι αντίστοιχο, σκεφτόμουν, ίσως να συμβαίνει και με τα πολυσέλιδα βιβλία.

Μα δεν είναι φοβερή συγγραφέας η Γουίντερσον, είπα βγαίνοντας στον κήπο· είχα δει Το Πες μου μια ιστορία αφημένο πάνω στο τραπέζι του σαλονιού. Εκείνη συμφώνησε. Το τελείωσε λίγες μέρες αργότερα στην παραλία.

Μετά την τρίτη ή τέταρτη μέρα, έβαζα ξυπνητήρι. Κατέβαινα τη σκάλα με κάποια δυσκολία. Έφτιαχνα καφέ και έβγαινα στον κήπο. Η άβολη σιδερένια καρέκλα με βοηθούσε να ξυπνήσω. Περνούσα δύο ή τρεις ώρες διαβάζοντας. Τους υπόλοιπους δεν τους συναντούσα παρά αργότερα μέσα στην ημέρα, όταν κατέβαινα στην παραλία.

Είναι κάτι σαν παράδοση, να διαβάζω ένα βιβλίο του Σιμενόν κάθε καλοκαίρι, και ίσως ακόμα ένα κάπου γύρω στα Χριστούγεννα, απάντησα όταν εκείνη όλο έκπληξη με ρώτησε: πάλι Σιμενόν θα διαβάσεις;

Η βιτρίνα του βιβλιοπωλείου στο νησί ήταν αρκετά υποσχόμενη. Με αφορμή ένα δώρο που ήθελα να κάνω στο φιλόξενο ζευγάρι μπήκα μέσα ένα πρωί. Η αλήθεια, βέβαια, είναι πως έτσι και αλλιώς θα πήγαινα, αλλά πάντα χρειάζομαι μια αφορμή. Συνηθισμένος από τα βιβλιοπωλεία των μεγάλων πόλεων, ένιωσα μια απογοήτευση. Εκεί όμως που περιαργαζόμουν τα ράφια βρήκα έναν θησαυρό, την εξαντλημένη εδώ και χρόνια νουβέλα της Έρπενμπεκ, Ιστορία του γερασμένου παιδιού. Ποτέ δεν ξέρεις πώς θα εξελιχθεί μια βόλτα σε ένα βιβλιοπωλείο. Σιγά τη σοφία θα πείτε και θα έχετε δίκιο. Με την ευκαιρία διάβασα μετά από χρόνια το βιβλίο ξανά.

Φέτος, πρώτη φορά στη ζωή μου, διέσχισα νεκροταφείο νύχτα. Δεν ήταν προγραμματισμένο. Μια κοπέλα, λίγο αφού χωριστήκαμε, μετά από κάποια ποτά στην πλατεία του ορεινού χωριού, έτρεξε πίσω μας και μας είπε: μήπως θα θέλατε να σας δείξω κάποιες αρχιτεκτονικές ιδιαιτερότητες του τόπου; Δεχτήκαμε. Στο τέλος της βόλτας είχαμε δύο επιλογές: ή να περάσουμε μέσα από το νεκροταφείο ή να επιστρέψουμε από τον δρόμο που είχαμε πάρει. Εκείνες τις ημέρες διάβαζα το βιβλίο του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη, Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας, και κάποιοι θα βιαστούν να πουν πως επρόκειτο για απλή σύμπτωση.

Γιάννη, μου είπε μια γιαγιά στο καφενείο, το βράδυ οι ερωτευμένοι δεν διαβάζουν.




Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

Τα άδεια σπίτια




Τα σπίτια δεν πρέπει να μένουν άδεια, είπε. Φεύγοντας απ' το νησί για καλοκαίρι, θα άφηνε το κλειδί κάτω από το πιατάκι της γλάστρας με τον βασιλικό· αυτή θα ήταν άλλωστε και η μόνη μου υποχρέωση, να τον ποτίζω όσο θα ήμουν εκεί.

Έφτασα την ώρα που χάραζε, η θάλασσα ήταν ήρεμη και εγώ σκεφτόμουν όλες εκείνες τις φράσεις κλισέ για να αποδώσει κανείς τα χρώματα του ουρανού. Το κλειδί βρισκόταν στο συμφωνημένο μέρος. Ένιωσα λίγο παράξενα ανοίγοντας την πόρτα, μια ενοχή παραβίασης. Δεν δυσκολεύτηκα να βρω τον διακόπτη για το φως του σαλονιού. Στο τραπέζι υπήρχε ένα σημείωμα με οδηγίες για το σπίτι, ένας χάρτης με τις παραλίες και μια ευχή: να περάσεις όμορφα.

Μία από τις οδηγίες έλεγε: η βιβλιοθήκη μου στη διάθεσή σου. Χαμογέλασα.

Το πολύωρο ταξίδι μού είχε αφήσει μια αίσθηση παρόμοια με εκείνη της ανάγνωσης ενός πολυσέλιδου μυθιστορήματος. Στην εποχή της της ολοένα και αυξανόμενης ταχύτητας, αυτό το πάγωμα του χρόνου είναι λυτρωτικό, αυτό το καταφύγιο σε ένα καινούριο περιβάλλον, στο οποίο είσαι παρατηρητής, αυτό το βάρος της εμπειρίας, αυτή η αβίαστη ανάδυση των στερεσκοπικών εικόνων.

Τα μεγάλα μυθιστορήματα που μας γοήτευσαν δεν θα είχαν την ίδια επίδραση πάνω μας αν ήταν πιο σύντομα, αυτό σκεφτόμουν λίγο πριν πέσω να ξαπλώσω εκείνο το πρωί.

Όταν ξύπνησα, ένιωθα ήδη μακριά απ' όλα.





Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Εσύ πόσα παγωτά έφαγες το καλοκαίρι;




Αυτό αναρωτιέται, ανάμεσα σε άλλα, ο Σταύρος Δάλκος  στο τραγούδι του Στην πόλη. Αυτό το κομμάτι ακούω τον τελευταίο καιρό, συχνότερα από κάθε άλλο, και ονειρεύομαι τη φυγή, να μετρήσω παγωτά και να μαζέψω πέτρες για κάθε μπάνιο, να βρω ωραία κοχύλια και να μείνω μακριά από τον αστικό και ψηφιακό κόσμο για κάποιες μέρες. Αυτά ονειρεύομαι.

Η κόπωση δεν μπορεί να νικήσει την προσδοκία, σκεφτόμουν τις προάλλες και έσπευσα να μοιραστώ τη σκέψη αυτή με τους ψηφιακούς μου φίλους, το σκεφτόμουν ενώ ένιωθα την κόπωση να με λυγίζει, τη ζέστη και την ανθρώπινη βλακεία, επίσης.

Μαζί με όσα δεν αντέχει κανείς, οφείλει στον εαυτό του να απομακρύνεται και από εκείνα που αγαπά, να δημιουργήσει την απόσταση, να επιφέρει καίριο πλήγμα στη ρουτίνα, να επαναφεύρει τη λαχτάρα. Χρειάζεται όμως να απομακρυνθεί και από όλα εκείνα τα αναγκαία της καθημερινότητας, εκείνα τα οποία, μέχρι κάποιον βαθμό τουλάχιστον, δεν μπορεί να αποφύγει. Είναι άλλωστε τώρα η κατάλληλη στιγμή να καταστρωθούν νέα σχέδια για τη χρονιά που έρχεται, να παρθούν θαρραλέες αποφάσεις, άσχετα αν ματαιωθούν ή αναβληθούν μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Σεπτέμβρη.

Ήταν μια όμορφη χρονιά αυτή που πέρασε, ιδιαίτερα το δεύτερο μισό της. Τα ευχάριστα νέα κυριάρχησαν, ίσως να μην ήταν περισσότερα από άλλες χρονιές και απλώς να έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζω τα πράγματα, η ευκολία με την οποία εξορίζω εκείνους που παραπονιούνται διαρκώς, η κατηγοριοποίησή τους ως πηγές τοξικότητας, και η συναναστροφή με ανθρώπους που παρά τις δεδομένες δυσκολίες -όχι μόνο της συγκεκριμένης εποχής, ας μην γελιόμαστε- επιμένουν να ζουν, να δημιουργούν και να παθιάζονται. Έμαθα να αντιπαρέρχομαι το πικρόχολο βλέμμα, εκείνο που κατηγορεί αυτόν που λέει πως είναι καλά. Δεν με νοιάζει πια.

Ό,τι και αν κάνετε να το απολαύσετε, ακόμα και αν δεν είναι αυτό που πάνω απ' όλα θα θέλατε να κάνετε.  

Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Ίσιντορ και Πάουλα - Ola Nilsson





Αν νομίζεις πως αλλάζοντας όνομα θα σβήσεις το παρελθόν, απατάσαι. Αν νομίζεις πως αλλάζοντας τόπο θα σβήσεις το παρελθόν, απατάσαι. Αν νομίζεις πως εμπιστευόμενος τον χρόνο θα σβήσεις το παρελθόν, απατάσαι. Και τι να κάνω τότε; Να παλέψεις με το παρελθόν. Και ας μην τα καταφέρεις ποτέ ολοκληρωτικά. Να είσαι τυχερός και να έχεις κάποιον να σου σταθεί όταν το έδαφος τρέμει. Και ας μην πάψει ποτέ το έδαφος να τρέμει εντελώς.
Ο Ίσιντορ και η Πάουλα: μαζί αδιαφορούν για τα μεγάλα κατορθώματα με το κεφάλι ψηλά. Λες και το να μένουν στην ησυχία τους ήταν ένα ακόμη μεγαλύτερο επίτευγμα, κάτι πολύ ευγενέστερο.
Είναι η ιστορία του Ίσιντορ και της Πάουλα, που δεν τους έλεγαν πάντα Ίσιντορ και Πάουλα, όμως εκείνοι, φεύγοντας, επέλεξαν νέα ονόματα, ελπίζοντας να κρυφτούν καλύτερα από ό,τι τους κυνηγούσε· τραύματα και αναμνήσεις.

Εκείνος δουλεύει ως οδηγός στον υπόγειο σιδηρόδρομο της Στοκχόλμης, εκεί που οι περισσότεροι βιάζονται να βρεθούν κάπου αλλού, εκεί που καταφεύγουν όσοι χάνονται, τρεκλίζοντας ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο. Εκείνη προσπαθεί, τις περισσότερες φορές δεν τα καταφέρνει, αναγνωρίζει πια τα οριακά σημεία και ζητάει βοήθεια, μέχρι να πατήσει στα πόδια της ξανά. Εκείνος στέκεται στο πλευρό της, όπως μπορεί και όσο εκείνη του επιτρέπει, ακολουθώντας το ένστικτο και το συναίσθημα. Δεν ξέρει πώς αλλιώς. Εκείνη τον διώχνει μακριά, όταν δεν τον αντέχει ή όταν θέλει να τον προστατεύσει. Συνήθως αυτά συνυπάρχουν ταυτόχρονα στο μυαλό της.

Το σκοτάδι εναλλάσσεται με το φως, το σκοτάδι διαρκεί περισσότερο και η ταχύτητα διέλευσης είναι μεγάλη, το φως διαρκεί λιγότερο, όμως η ακινησία είναι ανακουφιστική. Τα βάθη της πόλης. Οι σήραγγες που ενώνουν τους σταθμούς, η εμπιστοσύνη που πρέπει κάποιος να δείξει στις ράγες και στο κέντρο ελέγχου κυκλοφορίας. Αυτά όμως ισχύουν μόνο για τα τρένα και όχι για την ανθρώπινη ψυχή.

Ο Νίλσον ξέρει πως κάποια πράγματα δεν πρέπει να κατονομαστούν, κάποιες λέξεις δεν πρέπει να ειπωθούν, το βάρος τους θα είναι περιττό και συναισθηματικά εκβιαστικό. Επιχειρεί να αποδώσει την ιστορία των δύο ηρώων με ακρίβεια μέσα σ' ένα περιβάλλον λεκτικά ποιητικό και αφηγηματικά αφαιρετικό, όχι για να ξεφύγει, όχι για να ωραιοποιήσει, όχι για να λάβει τα παράσημα ως συγγραφέας, αλλά γιατί έτσι πιστεύει πως η ιστορία θα λειτουργήσει, και επειδή αυτός είναι ο στόχος του εξ αρχής, καταφέρνει, με επιμονή και ταλέντο, να ανασυνθέσει τον μύθο του Ορφέα και της Ευριδίκης, εκκινώντας από το ποίημα του Ρίλκε και καταλήγοντας στον Μπέργκμαν, σε ένα μυθιστόρημα ολιγοσέλιδο αλλά πυκνό, γεμάτο με εικόνες και συναισθήματα. Ένα μυθιστόρημα για το χέρι που πότε πρέπει να απλώσουμε και πότε να πιάσουμε, ελπίζοντας στην έξοδο από το σκοτάδι στο φως ή, για την ακρίβεια -και καθαιρώντας το φως από τον θρόνο του-, στην ανακάλυψη του διακόπτη που θα μας επιτρέπει την κατά βούληση εναλλαγή ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι -παρά τα όποια κατά καιρούς τεχνικά προβλήματα.

Μετάφραση Γρηγόρης Κονδύλης
Εκδόσεις Καστανιώτη   

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Στο Κάσελ δεν υπάρχει λογική - Enrique Vila Matas




Κάσελ. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να την προσδιορίσεις. Ήταν και μια πόλη. Σύμφωνα με την παλιά Εγκυκλοπαίδεια, στην οποία συχνά καταφεύγω για να αποφύγω την Wikipedia, νιώθοντας έτσι ότι ζω σε άλλη εποχή, το Κάσελ (έκταση 106,77 τ.χλμ., 196.345 κάτοικοι) είναι μια μικρή πόλη στις όχθες του ποταμού Φούλντα (παραπόταμου του Βέζερ) στην περιοχή της Έσσης. Έχει ορυχεία λιγνίτη, οπτικά και φωτογραφικά είδη, επεξεργασία δέρματος, υφαντουργία (τεχνητές ίνες και βαμβάκι). Στη δεκαετία του '30 παρήγε πολεμικό υλικό, ιδίως άρματα μάχης.
Από τη δεκαετία του '70 και μετά, το Κάσελ είναι γνωστό και για τη Documenta, έκθεση μοντέρνας τέχνης, που μετατρέπει το σύνολο σχεδόν της πόλης σε εκθεσιακό χώρο. Ο Βίλα-Μάτας θα λάβει πρόσκληση να συμμετάσχει στην έκθεση του 2012, και ας μην αποκάλυψε την πρόταση η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής, όταν του ζήτησε να συναντήσει τους ΜακΓκάφιν για δείπνο, στο οποίο θα του αποκάλυπταν τη λύση στο μυστήριο του σύμπαντος. Η κοπέλα που θα παρουσιαστεί στο δείπνο θα τον προσκαλέσει στη Documenta, αφού πρώτα θα παραδεχτεί πως οι ΜακΓκάφιν δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα μακγκάφιν, ένα προσχηματικό, δηλαδή, αφηγηματικό στοιχείο πάνω στο οποίο θα στηνόταν η πλοκή της παρουσίας του στο Κάσελ, ή, για την ακρίβεια, της πρόσκλησης να βρεθεί στο Κάσελ. Κατά την παρουσία του εκεί, του εξηγεί η κοπέλα, η οποία υποδύεται κάποια άλλη, το μόνο που θα πρέπει να κάνει θα είναι να περνάει κάποιες ώρες σε ένα κινέζικο εστιατόριο στα περίχωρα της πόλης, σε έναν χώρο ειδικά διαμορφωμένο σε γραφείο, και να γράφει, ενώ οι επισκέπτες θα μπορούν να τον παρατηρούν. Ο Καταλανός συγγραφέας θα δεχτεί την πρόσκληση, παρά το γεγονός πως του δημιουργεί έντονη ανασφάλεια και φόβο.
Όταν ένας συγγραφέας είναι πρωτοποριακός, πρέπει να απαγορεύει στον εαυτό του να κατατάσσεται σε αυτήν την κατηγορία. Ποιος νοιάζεται όμως; Στην πραγματικότητα, η φράση μου είναι απλώς ένα μακγκάφιν και ελάχιστη σχέση έχει με αυτά που σκοπεύω να διηγηθώ, αν και στην πορεία μπορεί όλα όσα πω σχετικά με την πρόσκληση να πάω στο Κάσελ και το μετέπειτα ταξίδι μου σε αυτή την πόλη να καταλήξουν ακριβώς σε αυτή τη φράση.
Και κάπως έτσι, το αγαπημένο μοτίβο του Βίλα-Μάτας, όπως σε κάθε βιβλίο του, είναι και εδώ παρόν, ο ήρωας που ταξιδεύει, ο ήρωας που με κάποιον τρόπο σχετίζεται με τη λογοτεχνία, ταξιδεύει σε κάποιο μέρος με κάποια αφορμή, στην προκειμένη περίπτωση ο ίδιος ο συγγραφέας, και αφηγείται το ταξίδι του αυτό.

Για τον Βίλα-Μάτας, σε μεγάλη φόρμα για ακόμα μια φορά, κάθε τι είναι μια αφηγηματική αφορμή, ένα μακγκάφιν, αφορμή για να ελευθερώσει την οργιώδη φαντασία του, να του επιτρέψει να εντάξει λογοτεχνικές αναφορές και να παίξει με το αυτοβιογραφικό στοιχείο. Διατηρώντας έναν χαλαρό αφηγηματικό ιστό, την πρόσκληση και την παρουσία του στο Κάσελ, χτίζει ένα μυθιστόρημα για τη σύγχρονη τέχνη, τη λογοτεχνία και τη συγγραφή, χωρίς να απουσιάζει από το κέντρο ο άνθρωπος σε ένα ξένο περιβάλλον, ο στοχασμός και το συναίσθημα, με τον μύθο να μοιάζει απών, καθώς πρωταγωνιστούν τα αυτοβιογραφικά στοιχεία και οι σκέψεις. Με τον μοναδικό τρόπο του, αποτέλεσμα ευφυΐας, καταφέρνει να αναφερθεί στην Documenta χωρίς να κάνει ξεκάθαρες στον αναγνώστη τις πραγματικές του σκέψεις γι' αυτήν, επιτυγχάνοντας να δημιουργήσει το ταυτόχρονο αίσθημα του θαυμασμού, του σαρκασμού, της καλοπέρασης και της όχλησης απέναντι σε ένα από τα πλέον περιβόητα καλλιτεχνικά δρώμενα, ενώ δεν διστάζει να υπονομεύσει και να σαρκάσει τον ίδιο του τον εαυτό. Το οξυμμένο βλέμμα του, η ικανότητά του στη σάτιρα, οι γνώσεις του, αλλά κυρίως η αγάπη του για τη λογοτεχνία υπάρχουν και σε αυτό το μυθιστόρημα. Η μαγική μεταμόρφωση ενός συμβάντος της ζωής του σε λογοτεχνία.  
Γιατί δεν της είπα αυτό ή το άλλο; Για άλλη μια φορά είπα στον εαυτό μου ότι η συγγραφή γεννιόταν από αυτό το πνεύμα της σκάλας· και κατά βάθος ήταν η ιστορία μιας μακρόχρονης εκδίκησης, η μακροσκελής αφήγηση σχετικά με το πώς να γράψεις αυτό που έπρεπε να έχεις κάνει στη ζωή σου την κατάλληλη στιγμή.
Αντικειμενικός με τον Βίλα-Μάτας δεν είμαι. Τον αγαπώ. Πιστεύω όμως ότι είναι ο ιδανικός συγγραφέας για κάθε φανατικό αναγνώστη. Αν ο Μαρίας διακρίνεται για το στιλιζάρισμά του, ο Θέρκας για την αφηγηματική του δεινότητα, τότε ο Βίλα-Μάτας, χάρη στο ευφάνταστο στήσιμο των μυθιστορημάτων του, συμπληρώνει την τριάδα των σημαντικότερων σύγχρονων Ισπανών συγγραφέων.

Μετάφραση Ναννά Παπανικολάου
Εκδόσεις Ίκαρος




Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Η μετάφραση - Pablo De Santis




Έχω πάνω στο γραφείο μου έναν κεραμικό φάρο. Μου χρησιμεύει για πρεσπαπιέ, αλλά κυρίως είναι μπελάς. Στη βάση του γράφει "Αναμνηστικό από το Πουέρτο Σφίγγα". Η επιφάνεια του φάρου είναι γεμάτη ρωγμές επειδή χτες, καθώς τακτοποιούσα τα χειρόγραφα μιας μετάφρασης, ο φάρος έπεσε από το γραφείο μου. Υπομονετικά μάζεψα τα κομματάκια. Όποιος έχει προσπαθήσει να ξανακολλήσει ένα σπασμένο βάζο ξέρει ότι, όσο σχολαστική προσπάθεια κι αν κάνεις, πάντα υπάρχουν μερικά κομμάτια που δεν βρίσκονται ποτέ.
Το ίδιο ισχύει και με μια ιστορία που συνέβη στο παρελθόν, όταν ο αφηγητής επιχειρεί να τη διηγηθεί, κάποια κομμάτια δεν βρίσκονται ποτέ. Ο Ντε Σάντις, γνωστός και αγαπημένος από τη Μαύρη Φιλολογία (μτφρ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδόσεις Opera), τοποθετεί και σε αυτό το μυθιστόρημα τη λογοτεχνία στο επίκεντρο της ιστορίας του. Ο αφηγητής Μιγκέλ Ντε Μπλαστ, μεταφραστής στο επάγγελμα, θα λάβει μία πρόσκληση να συμμετάσχει σε ένα συνέδριο μετάφρασης στο Πουέρτο Σφίγγα, και, παρ' όλες τις επιφυλάξεις του, θα αποδεχθεί την πρόσκληση. Εκεί, θα συναντήσει παλιούς γνωστούς, αλλά και την Άννα, με την οποία χώρισε πριν από δέκα χρόνια καιτην οποία έχει να συναντήσει από τότε.

Και ενώ όλα έδειχναν να κυλούν όπως συνήθως κυλούν εκδηλώσεις όπως αυτές, ένα κράμα δηλαδή από βαρεμάρα, τήρηση κοινωνικών συμβάσεων, κακεντρεχή πισώπλατα σχόλια και ελάχιστο επιστημονικό ενδιαφέρον, το πτώμα ενός σύνεδρου θα δώσει άλλη τροπή στο συνέδριο...

Το συνέδριο μετάφρασης δίνει στον Ντε Σάντις το απαραίτητο έδαφος να διατυπώσει διάφορες σκέψεις σχετικά με τη λογοτεχνία και τη γλώσσα, να αναφερθεί σε αυτό το παρασκηνιακό, αλλά τόσο απαραίτητο, επάγγελμα, στη μοναξιά και την απομόνωση, στις δυσκολίες και τις έριδες ανάμεσα στους συναδέλφους, να σαρκάσει διάφορα επινοημένα σκηνικά, όπως εκείνου του μεταφραστή που έχασε το μοναδικό αντίτυπο του μυθιστορήματος που μετέφραζε και όμως δεν πτοήθηκε και συνέθεσε, με βάση το εξώφυλλο και δύο-τρία στοιχεία της υπόθεσης που θυμόταν, τη δική του εκδοχή, και έτσι γνώρισε την εμπορική επιτυχία και την αναγνώριση των κριτικών, ή εκείνου του εκδοτικού οίκου που εξέδιδε οδηγούς αυτοβοήθειας, αποτέλεσμα κλοπής από αντίστοιχα εγχειρίδια του εξωτερικού, τους οποίους υπέγραφαν οι μεταφραστές με διάφορα ευφάνταστα ψευδώνυμα.

Ο Μιγκέλ Ντε Μπλαστ είναι ο αγαπημένος μου τύπος ήρωα-αφηγητή, κάπως παραιτημένος από τη ζωή, λίγο μίζερος αλλά και ρομαντικός, συνήθως λιγομίλητος, με συναισθηματικά μπλοκαρίσματα, κάπως αδιάφορος για ό,τι συμβαίνει γύρω του, σε ένα ηλικιακό μεταίχμιο, σαφώς αποτυχημένος, ο ιδανικός για να αναφερθεί στο λογοτεχνικό σύμπαν, το τόσο λαμπερό από μακριά, και να το σαρκάσει χωρίς όρια. Το ιδανικό άλτερ έγκο του κάθε συγγραφέα, στο στόμα του οποίου θα τοποθετήσει τις σκέψεις και τα πικρόχολα σχόλιά του για την υποκρισία και τη δυσωδία ενός χώρου περίκλειστου, εκεί που όλοι χαμογελούν για να καρφώσουν, λίγο μετά, το μαχαίρι σ' εκείνον που γυρίζει πρώτος την πλάτη του.

Απολαυστικό μυθιστόρημα, με τη διαλεύκανση της δολοφονίας να αποτελεί απλώς ένα πρόσχημα, την αφηγηματική αφορμή, ώστε ο Ντε Σάντις να μιλήσει για εκείνα που αγαπάει -παρά τα στραβά τους- τη λογοτεχνία και τη γλώσσα, τους συγγραφείς, τους μεταφραστές, τους αναγνώστες και τους εκδότες, σε ένα μέρος-φάντασμα όπως το Πουέρτο Σφίγγα. Έξυπνο και με πηγαίο χιούμορ, Η μετάφραση είναι ένα μυθιστόρημα που αξίζει να διαβαστεί.


Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις angelus novus
 

Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

Ο Ύφαλος - Juan Villoro





Αυτή η ικανότητα των Λατινοαμερικάνων, κυρίως, συγγραφέων, να συνδυάζουν την παράνοια και τη δυστοπία με τον ρεαλισμό και το μαύρο χιούμορ, αλλά και τον έρωτα, πάντα τον έρωτα, είναι αξιομνημόνευτη, με τα φανταστικά εκείνα μέρη, που όμως διαθέτουν την αντιστοιχία τους στον χάρτη, να αποτελούν συνήθως το σκηνικό της δράσης. Και ο αναγνώστης, πέρα από τη δεδομένη γοητεία που νιώθει, δεν ξέρει αν πρέπει να γελάσει, να κλάψει ή να οργιστεί με όσα διαδραματίζονται. Έτσι συμβαίνει και με τον Ύφαλο, το πρώτο μυθιστόρημα του γνωστού και καταξιωμένου Μεξικανού συγγραφέα που μεταφράζεται στα ελληνικά.
Πέρασα το πρώτο μέρος της ζωής μου προσπαθώντας να ξυπνήσω και το δεύτερο προσπαθώντας να κοιμηθώ. Αναρωτιέμαι αν θα υπάρξει και τρίτο.
Σε ένα μικρό νησί της Καραϊβικής, ο Μάριο Μίλερ, πρώην μέλος ενός ροκ συγκροτήματος, θα οραματιστεί ένα νέο μοντέλο τουρισμού. Η παρακμή του τόπου και η οικολογική καταστροφή θα αποτελέσουν το κατάλληλο σκηνικό για διακοπές υψηλού ρίσκου, τουρίστες του οικονομικά ανεπτυγμένου κόσμου, με οικονομική δυνατότητα και έντονη την πλήξη στην καθημερινή τους ζωή, έρχονται κατά κύματα για να δοκιμάσουν μια ζωή στα όρια, να βιώσουν την αδρεναλίνη μιας απαγωγής από ένοπλους αντάρτες, να έρθουν αντιμέτωποι με δηλητηριώδη φίδια και αράχνες, να ζήσουν εκτός πλαισίου ασφάλειας. Και ενώ όλα τα γειτονικά ξενοδοχεία στέκουν έρημα, αποτελώντας απλώς πλυντήρια μαύρου χρήματος, η Πυραμίδα είναι πάντα γεμάτη.

Ο αφηγητής, Τόνι Γκόνγκορα, μπασίστας στο συγκρότημα του Μίλερ, προσπαθεί να διαφύγει από τον κόσμο των ναρκωτικών, ο Μίλερ τον καλεί στον Ύφαλο και του προσφέρει τη δουλειά του μουσικοσυνθέτη στα ενυδρεία της Πυραμίδας, ως αφορμή για να τον σώσει. Ο Γκόνγκορα έχει χάσει ένα μεγάλο μέρος της μνήμης του, ο Μίλερ του θυμίζει διάφορα περιστατικά από το παρελθόν, κυρίως δυσάρεστα, είναι η αλήθεια. Όμως τελικά είναι ο Μίλερ εκείνος που έχει ανάγκη τον Γκόνγκορα.

Σε ένα περιβάλλον αφήγησης ονειρικό και ομιχλώδες, ο Βιγιόρο στήνει την παράλογη (;) ιστορία του, ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως οικολογικό, και που οι παρατηρήσεις και ο σχολιασμός για την τουριστική εκμετάλλευση, την πολιτική διαφθορά, τα ξένα κεφάλαια, τη φτώχεια, το εμπόριο ναρκωτικών και το υποκριτικό ενδιαφέρον του προηγμένου κόσμου για τη διάσωση του περιβάλλοντος σε τόπους μακρινούς, έρχονται να συναντήσουν τη φιλία και τον έρωτα, σε μία χειμαρρώδη αφήγηση οργιώδους φαντασίας.

Παράξενο που μόλις τώρα μεταφράστηκε κάποιο έργο του Βιγιόρο στα ελληνικά, ιδιαίτερα αν συνυπολογίσει κανείς τη δεδομένη αγάπη του ελληνικού κοινού για τη λογοτεχνία της Λατινικής Αμερικής, όμως, κάλλιο αργά παρά ποτέ. Μαζί με την έκδοση του μυθιστορήματος είχαμε και την κυκλοφορία της συλλογής διηγημάτων του Βιγιόρο, Οι Ένοχοι (μτφρ. Μαρία Παλαιολόγου, εκδόσεις Κουκκίδα). Κάτι μου λέει ότι σύντομα θα δούμε και άλλα έργα του Μεξικανού συγγραφέα στα ελληνικά.


Μετάφραση Ασπασία Καμπύλη
Εκδόσεις Φιλύρα 

Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Walkabout - Τάκης Κατσαμπάνης




Λες: χρειάζομαι ένα νέο ξεκίνημα. Σε ένα μέρος μακρινό. Να πάρω μαζί μου όσο το δυνατό λιγότερα. Ιδανικά τίποτα. Να παρουσιάσω την καινούρια εκδοχή του εαυτού μου. Αυτά λες. Και μια μέρα φεύγεις. Δεν είναι απλό. Ποτέ δεν είναι απλό.

Ο σπόρος του αυτοβιογραφικού δίνει μια διαφορετική δυναμική σε ένα κείμενο. Ιδίως η απόπειρα του γράφοντος να δει από απόσταση την ίδια του την εμπειρία, να μην αποκαλύψει τα πάντα, να κρυφτεί πίσω από την ελάχιστη υπόνοια μυθοπλασίας. 
17η Δεκεμβρίου, πρώτη μέρα. Στροβιλισμός. Τι γυρεύω εδώ; Ξυπνώ ζαλισμένος από το τζετ λαγκ σε ένα δωμάτιο ψηλά σ' έναν λόφο που τον λούζει ο δυνατός ήλιος, περιστοιχισμένος από τροπικά δένδρα και πολλά πουλιά που κελαηδούν άγνωστες μελωδίες. Πολίτης της Αυστραλίας με πλήρη δικαιώματα.
Ο Τάκης Κατσαμπάνης αφήνει την Αθήνα και μεταναστεύει στην Αυστραλία. Ιστορία γνωστή, όχι η δική του, αλλά η ιστορία τόσων και τόσων γνωστών και φίλων που εγκαταλείπουν τα τελευταία χρόνια τη χώρα, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, προσδοκώντας κάτι καλύτερο, κάτι διαφορετικό. Η (ψευδ-)αίσθηση της καινούριας αρχής και η απομάγευση. Όχι για όλους, κάποιοι βρίσκουν αυτό που γυρεύουν ή προσαρμόζουν αυτά που βρίσκουν σε όσα γύρευαν. Κάποιοι άλλοι λαχταρούν να γυρίσουν, αναπολούν, και η απόσταση γιγαντώνει τη νοσταλγία, από μακριά όλα μοιάζουν υπέροχα, τα όμορφα μένουν στα ψηλά ράφια της μνήμης. Και όσοι τα καταφέρνουν να γυρίσουν έχουν, εκτός όλων των άλλων, να αντιμετωπίσουν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό την ενοχή της αποτυχίας.

Η ιστορία του Κατσαμπάνη, έτσι όπως αποφάσισε να τη γράψει, περιλαμβάνει δύο αφηγήσεις σε δύο χρόνους· από τη μία τα ημερολόγια από την πενταετή παραμονή του στην Αυστραλία και από την άλλη τις σκέψεις του μετά την επιστροφή. Δεν επιχειρεί να κάνει κάποιου είδους ταμείο, κάτι τέτοιο δεν θα είχε ενδιαφέρον, ούτε και νόημα ίσως, δεν είναι άλλωστε αυτός ο στόχος του. Ούτε επιθυμεί να κλείσει την προσωπική του ιστορία της Αυστραλίας σε κάποιο κουτάκι, για να το ανεβάσει στο πατάρι. Αναφέρεται στα συναισθήματά του -πώς αλλιώς;- και σε κάποιες αναμνήσεις που εντείνουν τη διαφορετικότητα των δύο τόπων· η αίσθηση της απλωσιάς του τοπίου, για παράδειγμα, σε σύγκριση με τον σαφώς πιο περιορισμένο ορίζοντα του τόπου μας, ή η (φαινομενική) ομαλότητα στην καθημερινότητα. Η ζωή μακριά από την πόλη, οι σχέσεις με άλλους μετανάστες Έλληνες, το μαύρο παρελθόν της χώρας ως προς την μανία εξόντωσης των ιθαγενών, η αίσθηση να είσαι και να νιώθεις ξένος.

Μια λυρικότητα διακρίνει τον λόγο του Κατσαμπάνη, που έως έναν βαθμό δικαιολογείται, καθώς αποτυπώνει τη διπλή νοσταλγία του συγγραφέα, για την Ελλάδα και την Αυστραλία, για το μέρος που, τη στιγμή της γραφής, είναι μακριά. Ιστορία που ξεπερνά το προσωπικό και παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον αναγνώστη σε μια χώρα που ανέκαθεν διέθετε πλήθος ιστοριών μετανάστευσης.

Εκδόσεις Εξάρχεια

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Έγκλημα στα φιορδ - Jorn Lier Horst



Το πούσι γλιστρούσε στη στεριά, μούσκευε την άσφαλτο και σχημάτιζε θολά φωτοστέφανα γύρω από τα φώτα του δρόμου. Ο Ούβε Μπάκερου οδηγούσε με το ένα χέρι στο τιμόνι καθώς το σκοτάδι πύκνωνε γύρω του. Του άρεσε αυτή η εποχή του χρόνου, λίγο πριν τα φύλλα των δέντρων κιτρινίσουν και πέσουν. Ήταν η τελευταία του επίσκεψη στο εξοχικό στο Στάβεν, για να ασφαλίσει τα πατζούρια στα παράθυρα, να τραβήξει τη βάρκα στη στεριά και να κλείσει το σπίτι για τον χειμώνα. Το περίμενε ολόκληρο το καλοκαίρι· ήταν το δικό του Σαββατοκύριακο. Οι δουλειές που έπρεπε να γίνουν δεν του έπαιρναν περισσότερο από καναδυό ώρες την Κυριακή το απόγευμα και είχε όλο τον υπόλοιπο χρόνο στη διάθεσή του.

Ο Ούβε Μπάκερου θα βρεθεί όμως αντιμέτωπος με μια δυσάρεστη έκπληξη, που θα του ανατρέψει τα σχέδια για ένα τελευταίο ήρεμο Σαββατοκύριακο μακριά από την πόλη, καθώς θα διαπιστώσει πως διαρρήκτες έχουν "επισκεφτεί" το εξοχικό. Σε κατάσταση σοκ θα περπατήσει μέχρι το γειτονικό σπίτι, που ανήκει σε έναν διάσημο τηλεοπτικό αστέρα, εκεί εκτός από την παραβιασμένη πόρτα θα αντικρίσει και το πτώμα ενός άντρα. Ο αστυνομικός επιθεωρητής Βίλιαμ Βίστιν θα αναλάβει άλλη μία υπόθεση.

Η παρουσία του πτώματος θα αναβαθμίσει τη σοβαρότητα της υπόθεσης, η περιοχή θα γεμίσει από άντρες της αστυνομίας, οι οποίοι αναζητούν το ελάχιστο ίχνος, που είναι πιθανό να τους οδηγήσει στα ίχνη του δολοφόνου. Όμως οι μέρες περνάνε και η υπόθεση περιπλέκεται, καθώς νέα στοιχεία εμφανίζονται και μια σειρά από γεγονότα λαμβάνουν χώρα. Την ίδια στιγμή η κόρη του επιθεωρητή, αστυνομικός ρεπόρτερ στο επάγγελμα, θα αποφασίσει να εγκαταλείψει τον σύντροφό της και να μετακομίσει προσωρινά στο εξοχικό της οικογένειας, λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο του εγκλήματος.

Ο Νορβηγός συγγραφέας Jorn Lier Horst θα στήσει την ιστορία του στηριζόμενος στη συνταγή του σύγχρονου σκανδιναβικού αστυνομικού μυθιστορήματος, το οποίο γνωρίζει τεράστια απήχηση στις μέρες μας. Εκμεταλλευόμενος τις δεδομένες κλιματολογικές ιδιαιτερότητες της Νορβηγίας, θα επιχειρήσει να ενισχύσει την ατμόσφαιρα μυστηρίου, που έτσι και αλλιώς είθισται να συνοδεύει μια ιστορία φόνων. Η ομίχλη, το κρύο και η βροχή θα συνοδεύσουν την πορεία της έρευνας μέχρι την τελική λύση του μυστηρίου. Οι ανατροπές, απαραίτητες για κάθε συγγραφέα του είδους που σέβεται τον εαυτό του, διαδέχονται η μία την άλλη, καθώς κάποιο νέο στοιχείο επαναπροσδιορίζει τα δεδομένα, σε μια προσπάθεια να διατηρηθεί αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη και ταυτόχρονα να οδηγηθεί το μυθιστόρημα σε μια εντυπωσιακή έξοδο. Εκείνο που λείπει, και κατά τη γνώμη μου καλώς, είναι η παρουσία υπερβολικής βίας, χωρίς αυτό να σημαίνει πως πρόκειται για ένα σύμπαν αγγελικά πλασμένο. Ως προς τους χαρακτήρες, ο Horst μοιάζει να προσπαθεί να προσδώσει το ελάχιστο απαραίτητο βάθος, γνωρίζοντας πως δεν πρόκειται για το σημαντικότερο συστατικό. Το Έγκλημα στα φιόρδ αποτελεί το έβδομο βιβλίο με ήρωα τον επιθεωρητή Βίστιν· σε αυτές τις σειρές έχουν μεγάλο ενδιαφέρον τα βιογραφικά στοιχεία των χαρακτήρων που επανέρχονται από ιστορία σε ιστορία, δημιουργώντας έναν ολόκληρο κόσμο, που λειτουργεί με συνέχεια, παράλληλα με το απαραίτητο έγκλημα, που βρίσκεται στον πυρήνα του κάθε βιβλίου, ενισχύοντας την επιθυμία του αναγνώστη να διαβάσει ακόμα μια ιστορία με πρωταγωνιστή τον επιθεωρητή Βίστιν στην προκειμένη περίπτωση.   

Ως είθισται, το μυθιστόρημα διαθέτει και μια κοινωνικοπολιτική διάσταση, μια απόπειρα να αιτιολογηθούν, στο μέτρο του δυνατού, οι φόνοι και η εγκληματικότητα γενικότερα που ταλανίζει τη Νορβηγία. Η συνθήκη Σένγκεν, που επιτρέπει την ελεύθερη διακίνηση ταξιδιωτών από τις χώρες της Βαλτικής, και η οικονομική ανισότητα μεταξύ των χωρών αποτελούν κάποιες από τις αιτίες, σύμφωνα τουλάχιστον με τον αφηγητή.

Ένα σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα της σκανδιναβικής σχολής, με τα θετικά και τα αρνητικά στοιχεία που το συνοδεύουν, για τους λάτρεις του είδους. 

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Δέσπω Παπαγρηγοράκη
Εκδόσεις Διόπτρα

Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

Το θρόισμα των εκδοχών - Αρίστη Προυσσιώτη





Του κειμένου προηγούνται τεχνικές οδηγίες ανάγνωσης.
Διάβασε πρώτα τις αριστερές σελίδες.
Ύστερα να ζευχθεί κάθε γραμμή με την απέναντί της.
Οπότε η αριστερή και η δεξιά σελίδα θα γίνουν μία.
Η απορία σχηματίζεται στο πρόσωπο μου. Ίσως και η καχυποψία. Τέχνημα χωρίς ψυχή; Γυρίζω τη σελίδα και αρχίζω την ανάγνωση ακολουθώντας τις οδηγίες. Αρκεί η πρώτη ιστορία για να πω: κάτι ενδιαφέρον, κάτι πραγματικά ενδιαφέρον υπάρχει εδώ. Καθώς η ανάγνωση συνεχίζεται εντυπωσιάζομαι όλο και περισσότερο. Από τη μία η τεχνική επιτυχία. Μια ιστορία χωρισμένη στα δύο, η αριστερή σελίδα αποτελεί μια ανεξάρτητη ιστορία, η σύζευξη της αριστερής και της δεξιάς σελίδας σε μία αποτελεί επίσης μια ανεξάρτητη ιστορία και μάλιστα διαφορετική. Από την άλλη το νόημα του τεχνικού ευρήματος, η ψυχή για την οποία αναρωτιόμουν παραπάνω. Αρκεί να αφαιρέσει μία φράση κανείς για να αλλάξει εντελώς το νόημα μιας ιστορίας, για να μετατραπεί ο προδότης σε ήρωα, για να αποκαλυφθεί ο υπεύθυνος.

Ένα εγχείρημα γοητευτικό, που απαιτεί από τον αναγνώστη να υποταχθεί σε μια νέα τυπογραφική διάταξη, αλλά τον αποζημιώνει. Από μόνη της η σύλληψη του τεχνικού ευρήματος δεν θα ήταν αρκετή, όμως η Προυσσιώτη την υποτάσσει στις ιστορίες που θέλει να διηγηθεί, στις διαφορετικές οπτικές γωνίες που θέλει να προσδώσει, στην επιθυμία της να ξεγελάσει τον αναγνώστη, που βιάζεται να βγάλει συμπέρασμα διαβάζοντας τη μισή ιστορία, να του γκρεμίσει τον ορίζοντα προσδοκιών που έχτισε πριν διαβάσει την ιστορία στο σύνολό της. Και ο αναγνώστης δεν αντιδρά θυμωμένος, αλλά απολαμβάνει αυτό το νοητικό παιχνίδι, αποκαλύπτεται καθώς το σύνολο της εικόνας.

Βιβλίο που κρύβει πίσω του πολλή δουλειά αλλά και έμπνευση. Έχω ξαναγράψει κάπου: ένα παιχνίδι με τον τρόπο που τα παιδιά αντιμετωπίζουν το παιχνίδι, ως κάτι πολύ σοβαρό. Για το βιβλίο -και για τη συγγραφέα- δεν γνώριζα τίποτα, μέχρι που αποφάσισα να στείλω μέηλ σε έναν νεκρό συγγραφέα, εκείνος με ευχαρίστησε για τα καλά μου λόγια και μου πρότεινε κάποια βιβλία, ανάμεσά τους και Το θρόισμα των εκδοχών. Αν διαβάσετε Το μηνολόγιο ενός απόντος θα καταλάβετε περισσότερα. Εξάλλου κανένα παιχνίδι δεν έχει ενδιαφέρον αν έχει κανείς εξαρχής το κλειδί για όλες τις πίστες.

Εκδόσεις Μελάνι


Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

Όμορφοι έρωτες - Ιάκωβος Ανυφαντάκης




Πάνε πολλά χρόνια που είχα νοικιάσει από το βίντεο κλαμπ -ναι, τόσα χρόνια- μια ταινία, με τον προκλητικό τίτλο Μια πορνογραφική σχέση· η ιστορία ενός ζευγαριού που συναντιόταν σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου και ύστερα χώριζε, με τον καθένα να συνεχίζει τη ζωή του. Διαβάζοντας τα διηγήματα της συλλογής του Ανυφαντάκη θυμήθηκα εκείνη την ταινία. Η συλλογή Όμορφοι έρωτες  αποτελείται από δεκαπέντε διηγήματα, τα οποία έχουν στο επίκεντρό τους ερωτικές σχέσεις, κρυφές ή φανερές, συνηθισμένες ή ασυνήθιστες, αλλά όλες ανεξαιρέτως, με τον τρόπο τους προβληματικές και δύσκολες.

Εκείνο που χαρακτηρίζει το κάθε διήγημα είναι η αποκοπή του εκάστοτε ζευγαριού από το εξωτερικό περιβάλλον, είτε βρίσκεται σε κάποιον κλειστό χώρο είτε όχι, ο Ανυφαντάκης στρέφει τον προβολέα πάνω τους, δημιουργώντας μία σκηνή λουσμένη στο φως, που περιβάλλεται από σκοτάδι, αναδεικνύοντάς τους σε αποκλειστικό θέαμα για τον αναγνώστη, θυμίζοντας κάποιο εργαστήριο έρευνας.
Τέσσερα μηδέν. Όταν ο Δημήτρης ήταν σαράντα γνώρισε τον Νίκο. Όταν ο Νίκος ήταν σαράντα αυτοκτόνησε. Τώρα η Μαρία είναι σαράντα. Τέσσερα μηδέν. Δεν σκέφτεται να αυτοκτονήσει. Ιππεύει όρθια στο κρεβάτι τον Δημήτρη και σκέφτεται τον Νίκο. Όταν ο Νίκος ήταν είκοσι τέσσερα την παντρεύτηκε. Δύο τέσσερα. Εκείνη ήταν είκοσι χρονών. Δύο μηδέν. Ιππεύει τον Δημήτρη έως ότου εκείνος τελειώσει μέσα της δειλά. Δύο μηδέν. Τώρα είναι σαράντα. Δυσκολεύεται να θυμηθεί πώς τελείωνε ο Νίκος μέσα της. Ρωτάει τον Δημήτρη.
Η σεξουαλική έλξη και η συναισθηματική πληρότητα είναι συχνά ασύμβατες μεταξύ τους. Η σεξουαλικότητα είναι ακόμα και σήμερα ένα θέμα ταμπού, κάποιοι δεν το συζητάνε ούτε με τον ίδιο τους τον εαυτό, ακόμα περισσότεροι δεν μοιράζονται τους καρπούς της προσωπικής τους αναζήτησης με τον σύντροφό τους από ντροπή ή φόβο, μικρή σημασία έχει. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει με τις σκέψεις και τα συναισθήματα, και τα ζευγάρια χωρίζουν ή δυστυχούν, και τα στερεότυπα διαιωνίζονται: ο έρωτας τελειώνει, η αγάπη τελειώνει, ό,τι απομένει η συνήθεια. Ο αφηγητής, παρών στις ιδιωτικές στιγμές του ζευγαριού της κάθε ιστορίας, αναλαμβάνει τον ρόλο του ρουφιάνου, αποκαλύπτει τις ενδόμυχες σκέψεις, τα σκοτεινά σημεία, φανερώνει το χάσμα που υπάρχει ακόμα και όταν δεν είναι ορατό στους πρωταγωνιστές, ακόμα και αν το σημείο τριβής δεν είναι γνώριμο στον αναγνώστη, η βάση του προβληματισμού είναι οικεία.

Όμως τον Ανυφαντάκη δεν τον ενδιαφέρει τόσο το αύριο της κάθε σχέσης, αλλά το παρόν, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το παρόν αποτελεί πάντα ένα ασφαλές δείγμα για την εξέλιξη των πραγμάτων. Τον ενδιαφέρουν τα σκοτεινά εκείνα σημεία στους ήρωές του, οι συναισθηματικές ανασφάλειες, τα κοινωνικά κατάλοιπα, οι διαφορετικές καταβολές, τα προσωπικά αιτήματα, η απόπειρα γεφύρωσης, η εκλογίκευση του σεξουαλικού ενστίκτου. Θα πόνταρα πως ένας από τους αγαπημένους του συγγραφείς είναι ο Μίλαν Κούντερα, αυτή η ψυχρή ανατομική ματιά στη σεξουαλικότητα και κατ' επέκταση στα ερωτικά συναισθήματα, στις σχέσεις, στον μικρόκοσμο εκείνον που θα έπρεπε να είναι το καταφύγιο από τον μεγάλο κόσμο, και όμως συχνά αποτελεί μικρογραφία του, πολλές φορές κακέκτυπη.

Θα μπορούσε κάποιος να πει πως ασχολούμενος με το σεξ ο συγγραφέας επιχειρεί να προκαλέσει και να πουλήσει. Αυτή η κατηγορία δικαιώνει και την επιλογή του συγγραφέα να ασχοληθεί με τη σεξουαλική βάση των σχέσεων, ακριβώς αυτή η κατηγορία αποτυπώνει τη γενικότερη αίσθηση που επικρατεί, την ντροπή, τη εσφαλμένη αντίληψη περί ιδιωτικότητας, την άρνηση συνειδητοποίησης του σημαντικού ρόλου του σώματος.

Χωρίς να είναι άνισα, η αλήθεια είναι πως δεν απόλαυσα το ίδιο όλα τα διηγήματα της συλλογής, κάποια από αυτά ήταν εξαιρετικά, κάποια άλλα λιγότερο. Η μικρή φόρμα ταιριάζει πάντως στον Ανυφαντάκη.

Εκδόσεις Πατάκη