Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Δενδρίτες - Κάλλια Παπαδάκη




Ήταν είκοσι δύο χρονών, ορφανός από μάνα και πατέρα, σπίτι και συγγενείς, σε μια πόλη που το όνομά της δεν κουβαλούσε μνήμες, παρά μόνο παρόν, και τότε από το πουθενά συνέβη μέσα του κάτι αναπάντεχο, ο θάνατος της μάνας του τον απελευθέρωσε από τις ενοχές που τον κρατούσαν πίσω, γιατί είχε ο δόλιος πάντα στο μυαλό του την επιστροφή, και τα λεφτά που έβαζε στην άκρη τα μετρούσε και τα υπολόγιζε με τις δεκάρες, κάθε δολάριο που στριμωχνόταν στο φάκελο κάτω από το στρώμα τον έφερνε πιο κοντά στη μάνα του, στη γη που θ' αγόραζαν να καλλιεργήσουν, και στις ξερολιθιές που θα 'χτιζαν για να φτιάξουν πεζούλες, ο θάνατός της τον βρήκε με τριάντα δύο δολάρια και πενήντα τρία σεντς που δεν θα έπιαναν ποτέ τόπο, και μια βδομάδα μετά ξέκλεψε μια ώρα από τη δουλειά και πήγε στο πολυκατάστημα του Κοτλικόφ κι αφού περιπλανήθηκε τρεις ώρες σε ράφια και βιτρίνες, αγόρασε καλό κουστούμι κι ένα ζευγάρι δερμάτινα παπούτσια, κι ήταν τα πρώτα σπάταλα έξοδα που 'κανε στη ζωή του, χαλάλι τα χρήματα, στο μυαλό του κάθε Αμερικανού ήσουν αυτό που προσπαθούσες να γίνεις, και στο κάτω κάτω της γραφής οι οικονομίες ήταν για να ξοδεύονται, έπρεπε λοιπόν κι αυτός με τη σειρά του να βρει το κουράγιο ν' αποχωριστεί το παρελθόν του και να τα καταφέρει να γίνει κάποιος, κάποιος άλλος.
Ιστορίες μετανάστευσης, δεκάδες απ' αυτές υπάρχουν, σε κάθε οικογένεια σχεδόν, σε κάθε σπίτι, ο θείος που άφησε νύχτα το καράβι για να βγει στη Νέα Υόρκη και να κατέβει στο τρίτο ή τέταρτο υπόγειο και να πλένει πιάτα για ένα δολάριο την ημέρα και ο πατριώτης, αφεντικό του εστιατορίου, να τον απειλεί πως αν δεν του αρέσει θα τον καταγγείλει στις αρχές, και εκείνος να φεύγει, νύχτα ξανά, να βρει να παντρευτεί να πάρει τα χαρτιά, τα πολυπόθητα χαρτιά, και ακόμα μία ιστορία να πάρει τον δρόμο της. Και ύστερα η δεύτερη γενιά, γεννημένη εκεί, χιλιόμετρα μακριά από τη γη για την οποία με τόση νοσταλγία μιλούν στην οικογένεια, ένας τόπος ευλογημένος αλλά φτωχός, το όνειρο της επιστροφής, η γλώσσα και ο ίσκιος κάτω από τα πλατάνια, τα κτήματα με τις ελιές και οι παραλίες, και οι απόγονοι ακούν, μαγεύονται και παραξενεύονται, και άλλες γενιές ακολουθούν και η νοσταλγία μεταμορφώνεται σε ανάμνηση ενός τόπου μακρινού, ένα στοιχείο ταυτότητας που όλο και μικραίνει.

Και όσα έκαναν για να επιβιώσουν, οι συνθήκες και τα όρια του νόμου, μένουν κρυφά, ανομολόγητα μυστικά που δεν χωρούν στα γράμματα που φτάνουν πίσω στο σπίτι, εκεί που ο δάσκαλος ή ο παππάς τα διαβάζουν στους αγράμματους γονείς, παραφράζουν και ερμηνεύουν, και οι φωτογραφίες δείχνουν πρόσωπα χαμογελαστά, με ρούχα κομψά και αυτοκίνητα λαμπερά μπροστά από σπίτια μεγάλα στο φόντο, κρεμιούνται στους τοίχους και γίνονται μνημεία περηφάνιας που απαλαίνουν τον πόνο. Και τα χρόνια περνούν, και οι άνθρωποι ξεχνάνε πώς τα κατάφεραν, από πού πέρασαν, και νιώθουν δυνατοί και άτρωτοι, κοιτάζουν τους ξένους και τους αδύναμους από ένα βάθρο πια, που είναι σαθρό.

Και δεν γίνεται το μυθιστόρημα της Παπαδάκη να μην παρασύρει τον αναγνώστη σε ιστορίες λιγότερο ή περισσότερο οικείες, για ανθρώπους που επέλεξαν ή αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και να αναζητήσουν μία καλύτερη ζωή, μακριά απ' όσα θεωρούσαν δεδομένα, να προσαρμοστούν σε νέα περιβάλλοντα, να υπομείνουν τόσα και τόσα, όχι μόνο στην αρχή. Και είναι η γλώσσα, ο μακροπερίοδος λόγος, καλοδουλεμένος στον ρυθμό και τη λεπτομέρεια, η σπάνια παρουσία τελείας που προκαλεί αυτό το αίσθημα πτώσης, αίσθημα που διατηρείται και μετά το κλείσιμο των σελίδων, σαν ηχώ.

Βιβλίο για το οποία πολλά καλά λόγια ειπώθηκαν, και δικαιολογημένα, γιατί οι Δενδρίτες το αξίζουν. Και σκεφτόμουν πως ένα θέμα κοινότοπο, όπως οι ιστορίες κάποιων Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική, είναι δυνατόν να μην κουράσει και να μην θυμίσει απλώς κάτι ήδη ειπωμένο, να μην καταπέσει σε εύκολους συναισθηματικούς εκβιασμούς και κοινοτοπίες, αρκεί ο συγγραφέας να έχει την ανάγκη να διηγηθεί την ιστορία του, να έχει τα κατάλληλα τεχνικά εργαλεία για να το κάνει, να έχει το πείσμα να συγκρατήσει το θυμικό και να κάνει την απαραίτητη έρευνα, χωρίς όμως να ξεχάσει πως πρόκειται για μυθιστόρημα και όχι για δοκίμιο. Και να μη διστάσει να τα βάλει με ένα θέμα ταμπού, εκείνο της αγιοποίησης της ελληνικής μετανάστευσης και της παρελκόμενης δαιμονοποίησης της σύγχρονης μετανάστευσης ανθρώπων προς την Ελλάδα, τη διάκριση σε καλούς και κακούς μετανάστες με κριτήριο το μύθο περί γονιδίων, και τελικά η ιστορία κάποιας οικογένειας Καμπάνη να επιτελέσει τον διττό ρόλο που κάθε ιστορία θα έπρεπε να έχει, εκείνον της γοητείας της αφήγησης του παρελθόντος και των μαθημάτων που προκύπτουν ως γνώση για το παρόν και το μέλλον.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Εκδόσεις Πόλις 

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Τρέχοντας με την αγέλη - Mark Rowlands




Για να αξίζει να κάνεις κάτι, θα πρέπει αυτό το κάτι να εξυπηρετεί κάποιον άλλο στόχο. Αν αξίζει να τρέχεις -είτε τρέχεις μαραθώνιο είτε κάνεις ένα ελαφρύ τζόγκινγκ γύρω απ' το τετράγωνο του σπιτιού σου- θα πρέπει να σου χρησιμεύει για λόγους υγείας, ή επειδή σου δημιουργεί ένα αίσθημα ικανοποίησης και αυτοεκτίμησης, ή επειδή σε ανακουφίζει από το άγχος, επειδή παρέχει κάποιες ευκαιρίες σε κοινωνικό επίπεδο, κ.λ.π. Για να έχει μια οποιαδήποτε αξία κάποια δραστηριότητα, θα πρέπει να χρησιμεύει σε κάτι. Και η υπόρρητη αντίληψη που έχουμε για αυτό το κάτι -μια αντίληψη ενσωματωμένη στο Gestell που μας καθορίζει- είναι ότι βρίσκεται έξω από την ίδια τη δραστηριότητα, ότι είναι κάτι διαφορετικό από αυτήν.

Το ενδιαφέρον στο βιβλίο του Ουαλού φιλοσόφου Μαρκ Ρόουλαντς, Τρέχοντας με την αγέλη, σε σχέση με άλλα βιβλία σχετικά με το τρέξιμο, είναι πως πρόκειται για την προσωπική, συναισθηματική προσέγγιση ενός ερασιτέχνη των δρόμων, χωρίς να επικεντρώνεται σε συμβουλές και τεχνικές -χρήσιμες και αυτές- για τη βελτίωση και την επίτευξη ενός δρομικού στόχου. Εκείνο που αποτελεί τον πυρήνα του δοκιμίου αυτού είναι το ερώτημα: Γιατί τρέχω; Ερώτημα στο οποίο η απάντηση είναι απλή, γιατί μου αρέσει, εντούτοις, λόγω του περιβάλλοντος κόσμου και της άποψης πως το κάθε τι θα πρέπει σε κάτι να αποσκοπεί, απαιτεί μια λογική διαδικασία εξαγωγής της απάντησής του.

Και μπορεί το τρέξιμο -και το παιχνίδι γενικότερα- να είναι το κεντρικό θέμα του βιβλίου αυτού, όμως θα μπορούσε, αντικαθιστώντας το με κάποια άλλη δραστηριότητα ή πάθος, να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωστικής απόλαυσης και προσωπικής ταύτισης για ένα μεγαλύτερο ποσοστό αναγνωστών.

Δεν είναι κακό ή κατακριτέο να κάνει κανείς κάτι αποσκοπώντας σε κάτι άλλο, αν και θα ήταν ωραίο αυτό να του προσφέρει μια ικανοποίηση. Εκείνο που δεν είναι εύκολα διαχειρίσιμο, για να βάλω και τον προσωπικό παράγοντα στο κείμενο αυτό, είναι η ανικανότητα κάποιου τρίτου να καταλάβει πως κάποιος κάνει κάτι απλώς και μόνο επειδή τον ευχαριστεί. Και είναι κάπως μάταιο να προσπαθείς να εξηγήσεις ένα συναίσθημα τόσο απλό αλλά τελικά σύνθετο. Για παράδειγμα, το τρέξιμο ή η άσκηση γενικότερα δεν απευθύνεται μόνο σε ανθρώπους που επιθυμούν να χάσουν κιλά, ούτε περιορίζεται στους μήνες πριν από την έξοδο στις παραλίες, όταν και οι εγγραφές στα γυμναστήρια γνωρίζουν άνθηση, αλλά σε οποιονδήποτε αντλεί ικανοποίηση από την άθληση. Όπως αντίστοιχα δεν μαθαίνει κάποιος μια ξένη γλώσσα αποκλειστικά και μόνο για να αυξήσει τις επαγγελματικές του προοπτικές, αλλά γιατί μπορεί η μάθηση να του προσφέρει μια ικανοποίηση.

Είναι συγκινητικό θα έλεγα να διαβάζεις τις σκέψεις και τα βιώματα κάποιου που μοιράζεται μαζί σου το ίδιο πάθος, να αναγνωρίζεις τον εαυτό σου πίσω από μικρές αποστροφές του λόγου, να ακολουθείς τον φιλοσοφικό στοχασμό που αποδεικνύει το προφανές, αυτό που εσύ αλλά και εκείνος νιώθει ως προφανές, πως το τρέξιμο είναι κάτι που δεν απαιτεί απαραίτητα κάποιο πλαίσιο υποστήριξης αλλά περιορίζεται στην απλή ευχαρίστηση.

Γραμμένο απλά, αλλά σε καμία περίπτωση απλοϊκά, το βιβλίο του Ρόουλαντς είναι κάτι παραπάνω από ενδιαφέρον.

Μετάφραση Ελένη Βαχλιώτη
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου


Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Πανσέληνος - Antonio Muñoz Molina





Υπάρχει ένα παλαιοβιβλιοπωλείο στη Θεσσαλονίκη, κοντά στην Ροτόντα, που δεν θυμάμαι τ' όνομά του, μ' ένα τεράστιο υπόγειο γεμάτο θησαυρούς. Εκεί βρήκα το βιβλίο αυτό, του αγαπημένου μου Μολίνα, συγγραφέα που τα τελευταία χρόνια οι Έλληνες εκδότες έχουν δυστυχώς ξεχάσει, ένα βιβλίο από χρόνια εξαντλημένο, όπως και αρκετά ακόμα δικά του, που κάποτε κυκλοφόρησαν στα ελληνικά.

Και όμως, παρά τη δεδομένη προσδοκία και την τεράστια χαρά στη θέα του, δεν ήμουν έτοιμος γι' αυτό που ένιωσα διαβάζοντάς του. Βλέπετε, κάποτε οι προσδοκίες, όσο υψηλές και αν είναι, καταρρίπτονται από την επέλαση της ομορφιάς και του ενθουσιασμού. Τέτοιο τεράστιο μυθιστόρημα είναι η Πανσέληνος.
Τριγύριζε νυχθημερόν στην πόλη, αναζητώντας ένα βλέμμα. Δε ζούσε παρά μόνο γι' αυτό, κι ας προσπαθούσε να κάνει κι άλλα πράγματα ή προσποιούνταν ότι τα έκανε, όμως απλώς κοιτούσε, παρακολουθούσε τα μάτια των ανθρώπων, τα πρόσωπα των αγνώστων, των σερβιτόρων των μπαρ και των υπαλλήλων των καταστημάτων, τα πρόσωπα και τα βλέμματα των κρατούμενων στα αστυνομικά τμήματα. Ο επιθεωρητής αναζητούσε το βλέμμα κάποιου που είχε δει κάτι υπερβολικά τερατώδες, ώστε να έχει μπορέσει η λήθη να το ηρεμήσει ή να το ναρκώσει, δυο μάτια στα οποία έπρεπε να παραμείνει κάποιο χαρακτηριστικό ή κάποια συνέπεια του εγκλήματος, δυο κόρες ματιών που μέσα τους θα μπορούσε να ανακαλύψει ανενδοίαστα την ενοχή, απλώς κοιτάζοντάς τες, όπως αναγνωρίζουν οι γιατροί τα σημάδια μιας αρρώστιας με το που πλησιάζουν στο σώμα έναν μικρό φακό.
Ο επιθεωρητής, που μετά από χρόνια καταφέρνει να πετύχει την πολυπόθητη μετάθεση πίσω στον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο ίδρυμα για ορφανά, μακριά από το Μπιλμπάο, εκεί όπου υπηρέτησε για χρόνια με τον καθημερινό φόβο για τη ζωή του, θα αναλάβει να διευθύνει την πρώτη σπουδαία έρευνα, αναζητώντας τον δολοφόνο βιαστή ενός μικρού κοριτσιού, και παράλληλα θα αναμετρηθεί με τους προσωπικούς του δαίμονες.

Ο Μολίνα, με αφορμή μια τυπική αστυνομική υπόθεση, ξεδιπλώνει την αφηγηματική του ικανότητα σε όλο της το μεγαλείο, μην παραλείποντας την πλοκή και το σασπένς, συστατικό απαραίτητο για τη συγκεκριμένη ιστορία, χρησιμοποιεί μια γλώσσα ποιητική και απαιτητική, και επιτυγχάνει να μαγεύσει ακόμα και τον αναγνώστη εκείνο που με αδικαιολόγητη σιγουριά κατατάσσει την αστυνομική λογοτεχνία στα αποπαίδια της γραφής, αρνούμενος πεισματικά την καταβύθιση σε έναν κόσμο σκοτεινό και επικίνδυνα γοητευτικό. Είναι η ατμόσφαιρα των βιβλίων του που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο με ελκύει στον Μολίνα, αυτή η καταχνιά και η θλίψη που κυριαρχούν, η ματαιότητα, συνυφασμένη με την ανθρώπινη ύπαρξη, η επίγνωση της ανικανότητας για ευτυχία, παρά τις όποιες εκλάμψεις, η διαρκής σύγκρουση με το παρελθόν και ο αναπόφευκτος απολογισμός, όλα εκείνα που έμοιαζαν καμωμένα σωστά, μα που από καιρό έχουν πέσει από το ίδιο τους το βάρος, η ανθρώπινη αδυναμία.

Ξέρω πως οφείλω ν' αφήσω ένα χρονικό διάστημα να περάσει πριν αποφανθώ αν είναι η Πανσέληνος ή Ο χειμώνας στη Λισαβόνα το βιβλίο του Μολίνα που περισσότερο με διέλυσε, και επομένως με στοίχειωσε. Ξέρω όμως σίγουρα πως η αναζήτηση και για τα υπόλοιπα έργα του θα συνεχιστεί με επιμονή και υπομονή, σε σκονισμένα υπόγεια και σεντόνια απλωμένα, εδώ και αλλού.

Μετάφραση Δημήτρης Δημουλάς
Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

Θα περάσει και αυτό - Milena Busquets




Για κάποιον λόγο ποτέ δεν μου πέρασε απ' το μυαλό ότι θα έφτανα τα σαράντα. Στα είκοσι με φανταζόμουν στα τριάντα, να ζω με τον έρωτα της ζωής μου και με μερικά κουτσούβελα. Και στα εξήντα να φτιάχνω μηλόπιτες για τα εγγόνια μου, εγώ που δεν ξέρω να φτιάξω ούτε τηγανητό αυγό, αλλά θα μάθαινα. Και στα ογδόντα, σαν μπαμπόγρια, να πίνω ουίσκι με τις φίλες μου. Όμως ποτέ δε με φαντάστηκα στα σαράντα, ούτε καν στα πενήντα. Κι όμως να που είμαι εδώ. Στην κηδεία της μητέρας μου, και επιπλέον σαράντα χρονών.
Υποθέτω πως εκείνο που αρχικά μου τράβηξε την προσοχή στο συγκεκριμένο βιβλίο με αποτέλεσμα να το κατεβάσω από το ράφι του βιβλιοπωλείου και να το ξεφυλλίσω, ήταν η καταγωγή της συγγραφέως από την Ισπανία. Εκείνο όμως που με έκανε να θέλω να το διαβάσω ήταν σίγουρα το παραπάνω εναρκτήριο απόσπασμα· ένιωσα μια ειλικρίνεια που ολοένα και σπανίζει στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ένιωσα πως με αφορούσε η ιστορία της αφηγήτριας. Και δεν έκανα λάθος.

Η Μπλάνκα, στα σαράντα της, βρίσκεται στο χωριό της μητέρας της για την κηδεία της, στο χωριό των παιδικών της καλοκαιριών, μακριά από τη Βαρκελώνη. Παρ' ότι η υγεία της μητέρας της όλο και χειροτέρευε το τελευταίο διάστημα, και το τέλος έμοιαζε όχι μόνο δεδομένο αλλά και ανακουφιστικό, όσο ανακουφιστικό μπορεί να είναι το τέλος ενός ανθρώπου, δεδομένης της ταλαιπωρίας του ίδιου αλλά και των κοντινών του ανθρώπων, ο θάνατός της σοκάρει τη Μπλάνκα. Ποτέ δεν είναι έτοιμος κανείς για τον θάνατο.

Αποφασίζει, με παρότρυνση των φίλων της, να περάσει κάποιες μέρες στο παραθαλάσσιο χωριό, μακριά από την κανονικότητα της καθημερινότητας στη Βαρκελώνη. Στο ευρύχωρο σπίτι, εκτός από τα δυο παιδιά της, θα μείνουν και δυο φίλες της, ενώ θα κάνουν την εμφάνισή τους και οι πρώην σύζυγοι. Η φιλία, ο έρωτας, το σεξ, η αγάπη, η μητρότητα, ο θάνατος, οι αναμνήσεις, οι ενοχές και η ζωή που συνεχίζεται παρά τις απώλειες.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της Μπλάνκα πότε απευθύνεται στη νεκρή μητέρα της, σαν ένα γράμμα, και πότε μοιάζει με ένα προσωπικό ημερολόγιο των ημερών στο Καδακές, μια καταγραφή σκέψεων και γεγονότων, κάποια από εκείνα θα ήθελε ίσως να τα έχει μοιραστεί με τη μητέρα της, κάποια άλλα ίσως με τις φίλες της. Ως πενθούσα βρίσκεται στο απυρόβλητο, σε ένα περιβάλλον φιλικό, αλλά κρατώντας τις περισσότερες από τις σκέψεις της για τον εαυτό της, δημιουργεί μια απενοχοποίηση του πένθους, που της παραχωρεί τη δυνατότητα να παραστρατήσει από την πεπατημένη του πένθους, όπως ορίζεται εδώ και γενιές, από ένα πρωτόκολλο θλίψης και άρνησης της ζωής, και της επιτρέπει να βιώσει το πένθος με τον δικό της προσωπικό και αβίαστο τρόπο, όπως θα έπρεπε να γίνεται δηλαδή. Γεγονός που προσδίδει ειλικρίνεια και δημιουργεί έδαφος για ταύτιση στον αναγνώστη, ίσως όχι σε εκείνον τον αναγνώστη που πιστεύει στη γενίκευση μιας τόσο προσωπικής υπόθεσης όπως το πένθος, και όλα αυτά του μοιάζουν ίσως προκλητικά και ασεβή ακόμη.

Η Μπουσκέτς καταφέρνει να αναμετρηθεί με ένα θέμα κοινότυπο χωρίς να αναπαραγάγει λογοτεχνικά στερεότυπα. Το Θα περάσει κι αυτό δεν είναι αριστούργημα, σίγουρα δεν είναι, είναι όμως ένα ειλικρινές βιβλίο, και ας μην προκύπτει από πουθενά πως πρόκειται για πραγματική ιστορία, βιβλίο που αποτυπώνει το γλυκόπικρο αίσθημα της ζωής, την αδυναμία ένταξης του προσωπικού στο εγχειρίδιο καλής συμπεριφοράς. Μυθιστόρημα σύγχρονο με την εποχή του και με δεδομένη λογοτεχνική αξία, που δεν δικαιολογεί απλώς την επιλογή της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, αλλά τη μετατρέπει σε αφηγηματικό εργαλείο.

Μια ευχάριστη έκπληξη.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Χριστίνα Θεοδωροπούλου
Εκδόσεις Πατάκη  



Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

Illska Το Κακό - Έιρικουρ Ερτν Νόρδνταλ





Μια νεαρή ιστορικός, η Άγκνες, γράφει τη διπλωματική της με θέμα την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ισλανδία και την Ευρώπη. Δεύτερης γενιάς μετανάστρια, παιδί Λιθουανών, που βρήκαν καταφύγιο στην Ισλανδία και έχουν πια επιστρέψει στη χώρα τους, η Άγκνες επέλεξε να μείνει εκεί που ένιωθε ότι ανήκει. Η Άγκνες και ο Όμαρ γνωρίστηκαν ένα παγωμένο βράδυ, που και οι δύο είχαν ανάγκη από αγάπη, περιμένοντας, αρκετά μεθυσμένοι, στη σειρά για ταξί. Για την έρευνά της η Άγκνες θα επιδιώξει να διεισδύσει στους κόλπους της ισλανδικής ακροδεξιάς, θα γνωρίσει τον Άρνορ, νεοναζί διανοούμενο, με τον οποίο συναντιέται συχνά, παρά τη δεδομένη απέχθειά της προς την ιδεοληψία του. Η απέχθεια όμως συχνά μετασχηματίζεται σε έλξη.

Είναι όμως το Illska απλώς ένα μυθιστόρημα για τον νεοφασισμό με ένα ερωτικό τρίγωνο στον πυρήνα του; Σίγουρα όχι. Και αν αυτός είναι ο κεντρικός άξονας της ιστορίας που αποφασίζει να διηγηθεί ο Νόρδνταλ, ο γεννημένος το 1978 Ισλανδός συγγραφέας, αποφασίζει να το κάνει με έναν τρόπο αρκετά φιλόδοξο, όχι μόνο ως προς την αφηγηματική φόρμα αλλά και προσθέτοντας στην ιστορία του τα απαραίτητα εκείνα συμπληρώματα, με σκοπό να εξηγήσει πώς η Ευρώπη βαδίζει ξανά στα φασιστικά βήματα του πρόσφατου παρελθόντος, πορεία που δεν γεννήθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη, αλλά φέρει έναν ρυθμό που δεν έπαψε ποτέ να χτυπά, πληγές που δεν επουλώθηκαν, ρίζες που δεν κόπηκαν.

Η σημερινή Ισλανδία, λίγα χρόνια μετά την οικονομική κατάρρευση και την έκρηξη του ηφαιστείου που παρέλυσε τις αεροπορικές συνδέσεις πάνω από την Ευρώπη, με το αίσθημα της απομόνωσης μες στη μέση του ωκεανού έντονο, αποτελεί το τέλειο σκηνικό, θαρρείς, για να αναπτυχθούν θεωρίες σχετικά με την καθαρότητα του αίματος και της φυλετικής υπεροχής, το σκηνικό στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία της Άγκνες, του Όμαρ και του Άρνορ. Με διαρκή εναλλαγή ανάμεσα στο πρώτο αφηγηματικό πρόσωπο και στο τρίτο, εκείνο του παντογνώστη αφηγητή, και με μπρος-πίσω στον χρόνο, ο Νόρδνταλ συνθέτει το μυθιστόρημά του, μοιράζοντας το έδαφος ανάμεσα στις προσωπικές ιστορίες των ηρώων του και την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, και έτσι επιτυγχάνει μια ολοκληρωμένη εικόνα, μια αιτιολογική σύνδεση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν.

Με αφηγηματική άνεση και έλεγχο της ιστορίας του, ο Νόρδνταλ καταφέρνει να εγκλωβίσει τον αναγνώστη, να τον παρασύρει σε μια αχόρταγη ανάγνωση, χωρίς να χαλαρώνει στιγμή τον ρυθμό, παρά το μέγεθος του βιβλίου. Κανένας ήρωας του βιβλίου δεν αφήνει αδιάφορο τον αναγνώστη, καθώς ένα ανάμεικτο αίσθημα ταύτισης, λύπησης και θυμού, γεννιέται με το πέρας της ιστορίας, κανείς δεν έχει απόλυτο δίκιο, κανείς δεν μπορεί να κατηγορηθεί για το σύνολο των πράξεων και των αποφάσεών του, και ίσως εκεί να δημιουργείται μία ταύτιση, χάρη σε αυτή την ανθρώπινη ατέλεια.

Με το Illska επιβεβαιώνεται ξανά και ξανά πως ο τρόπος να διηγηθείς μια ιστορία είναι εκείνος που μπορεί να απογειώσει ή όχι την ιστορία, και ο Νόρδνταλ μοιάζει να το γνωρίζει καλά, παρά τις όποιες υπόνοιες για διάθεση επίδειξης ικανοτήτων σε κάποια σημεία, δεν διστάζει να θέσει τον πήχη ψηλά, να αναμετρηθεί με ένα θέμα υψηλής πολεμικής, όπως ο νεοφασισμός, και να βγει, μάλλον, αλώβητος, παραμένοντας πιστός στην πρόθεσή του να γράψει μυθιστόρημα και όχι πολιτική πραγματεία.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Ρούλα Γεωργακοπούλου
Εκδόσεις Πόλις


Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2017

Στην Παταγωνία - Bruce Chatwin





Όταν εκείνη η ρομαντική αναγνώστρια μου έκανε δώρο τη νουβέλα του Τσάτουιν, συγγραφέα που γνώριζα ως όνομα αλλά ποτέ δεν είχα διαβάσει κάτι δικό του, τη νουβέλα με τον παράξενο τίτλο Ουτς, εκτός από την προτροπή να το διαβάσω, έσπευσε να συμπληρώσει πως και τα άλλα του βιβλία είναι υπέροχα, όπως για παράδειγμα εκείνο με τον γεμάτο όνειρα για ταξίδια τίτλο Στην Παταγωνία, τόπο με κάτι το μαγικά απόκοσμο στο άκουσμά του. Και όταν διάβασα το Ουτς και την ευχαρίστησα, πρώτα χαμηλόφωνα στο κλείσιμο της τελευταίας σελίδας και στη συνέχεια με μια αγκαλιά, ήξερα ήδη πως αργά ή γρήγορα θα επέστρεφα σε ακόμα ένα βιβλίο του, ιδανικά σε εκείνο για την Παταγωνία. Έτσι και έγινε.

Το βιβλίο Στην Παταγωνία δεν θα είχε καμία πραγματική αξία, παρά θα θύμιζε κάποιο από τα δεκάδες άρθρα σχετικά με έναν τουριστικό προορισμό, άρθρα συνοδευόμενα από διαφημιστικές καταχωρίσεις, αν ο Τσάτγουιν δεν διέθετε εκείνο το βλέμμα του πραγματικού ταξιδιώτη, και εκείνη την ικανότητα της μεταφοράς του βλέμματος στο χαρτί, χωρίς περιττές φιοριτούρες και διάθεση αυταρέσκειας, παρά μόνο την ανάγκη να καταγράψει εκείνα που αναζητούσε ταξιδεύοντας ως εκεί, και εκείνα τα άλλα, κυρίως εκείνα τα άλλα, που αναζητούσε χωρίς να το γνωρίζει και το συνειδητοποίησε μόνο αντικρίζοντάς τα. Η ικανότητα της μεταμόρφωσης ενός απόλυτα προσωπικού βιώματος σε κάτι με ευρύτερο ενδιαφέρον, σε κάτι μαγικό, με έναν τρόπο που μου θύμισε το Σατόρι στο Παρίσι ενός άλλου σπουδαίου ταξιδευτή, του Τζακ Κέρουακ.
Εγκατέλειψα τα κόκκαλα του Λα Πλάτα, παραπατώντας κάτω από τα πλήγματα των λατινικών του Καρλ φον Λίννε κι επέστρεψα βιαστικά στο Μπουένος Άιρες, στον σταθμό της Παταγωνίας, για να πάρω το νυχτερινό λεωφορείο προς τα νότια.
Το μόνο κακό, αν πραγματικά το θεωρεί κάποιος κακό, είναι αυτή η δίψα για ταξίδι που σου δημιουργεί η ανάγνωση ενός τέτοιου βιβλίου, για ένα ταξίδι προσωπικό και όχι στα βήματα εκείνου του συγγραφέα, αυτή η αίσθηση της περιπλάνησης, με τις άσκοπες στιγμές και τις ενστικτώδεις αποφάσεις. Παρ' όλ' αυτά η διεισδυτική ματιά του Τσάτγουιν στο φαινομενικά μικρό και αδιάφορο είναι ικανή να κάνει μαγική και την ελάχιστη ακόμα βόλτα, την παραμικρή περιδιάβαση ακόμα και σε ένα περιβάλλον γνωστό, ή όχι και τόσο εξωτικό, δημιουργώντας σου μια δίψα, εν τέλει, για ζωή.

Μετάφραση Τάκη Κίρκη
Εκδόσεις Χατζηνικολή