Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

Η βλάβη - Friedrich Dürrenmatt





Ήταν Σάββατο, αν και συνήθως είναι Κυριακή όταν βγαίνω για κυνήγι βιβλίου, αλλά αυτό δεν έχει σημασία στην ιστορία μας. Περπατούσα στα στενά του κέντρου, λοιπόν, όταν είδα ένα ταπεινό πανί, μικρού εμβαδoύ, απλωμένο στον πεζόδρομο στο τέλος της Ηφαίστου με λίγα βιβλία πάνω του. Πλησιάζω με ελάχιστες προσδοκίες, το μάτι μου πέφτει κατευθείαν στη Βλάβη του Ντύρενματ. Καταπίνω τον ενθουσιασμό μου, παίρνω το πλέον αδιάφορο ύφος, κάνω βαθύ κάθισμα και αρχίζω να χαζεύω τα βιβλία, χωρίς να χάσω στιγμή το αντικείμενο του πόθου από το οπτικό μου πεδίο. Ο πωλητής με προτρέπει: ένα ευρώ το ένα. Το αγόρασα.

Επιτρέψτε μου να σας δώσω μία συμβουλή: μην αφήνετε ποτέ τον ενθουσιασμό σας να φανεί όταν βρίσκετε έναν θησαυρό μπροστά από κάποιον πάγκο με μεταχειρισμένα βιβλία, καθώς διακινδυνεύετε την εκτόξευση της τιμής του στα ύψη. Ας ξεκαθαρίσω πως η συγκεκριμένη συμβουλή έχει εφαρμογή όταν ο πωλητής δεν ξέρει τι είναι αυτό που πουλάει, ενώ στα ενημερωμένα παλαιοβιβλιοπωλεία ο θησαυρός έχει και το ανάλογο αντίτιμο, αν και πάντα υπάρχει ένα περιθώριο για παζάρια.

Η Βλάβη, που χρόνια αναζητούσα και ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά μου, για να δώσει κάπως έτσι στο Σάββατο εκείνο άλλη τροπή από την προγραμματισμένη, επιστροφή στο σπίτι, γρήρορο φαγητό και καναπές. Αργότερα ήρθαν οι δικαιολογίες, όχι και πολύ πειστικές, σ' εκείνους που έστησα και ποτέ δεν ενημέρωσα, πράγμα που με απασχόλησε μόνο όταν σηκώθηκα πια από τον καναπέ. Αργότερα το ίδιο βράδυ αναλογιζόμουν πόσο καιρό είχα να διαβάσω ένα ολόκληρο βιβλίο (έστω και εβδομήντα σελίδων) σε μία μόνο μέρα, κατέληξα πως δεν θυμόμουν και άρα πρέπει να ήταν μεγάλο χρονικό διάστημα, και δικαιολόγησα τον εαυτό μου πως παρασύρθηκα από τον ενθουσιασμό μου και καταπάτησα την αναγνωστική μου αρχή, που λέει πως πρέπει να κοιμάσαι τουλάχιστον ένα βράδυ με το βιβλίο που διαβάζεις πριν το τελειώσεις, έτσι ώστε οι υποθέσεις σχετικά με τις πιθανές εκδοχές της πλοκής να συναντούν τα βαθύτερα στρώματα της συνείδησης, να εγγράφονται στα όνειρα και να μπλέκονται με την πραγματικότητα. Όμως η παράβαση σημειώθηκε και τίποτα δεν μπορούσε να γίνει πια.

Η ιδέα πίσω από τη Βλάβη είναι ευφυώς απλή: ένας εμπορικός αντιπρόσωπος υφασμάτων θα δει το πανάκριβο αυτοκίνητό του να χαλάει κατά την επιστροφή του από κάποιο ταξίδι και, ενώ προλαβαίνει το τελευταίο τρένο, θα προτιμήσει να διανυκτέρευση στη μικρή επαρχιακή πόλη, προσδοκώντας κάποια εφήμερη ερωτική απόλαυση. Όμως το πανδοχείο είναι πλήρες και η μόνη λύση είναι η βίλα κάποιου ηλικιωμένου που ενίοτε φιλοξενεί ταξιδιώτες και μάλιστα χωρίς αμοιβή. Το βράδυ ο οικοδεσπότης τον καλεί σε δείπνο με τρεις ακόμα φίλους του, ο αντιπρόσωπος από ντροπή δέχεται και έτσι αποχαιρετά την ιδέα της εξόδου προς άγραν ερωτικής συντροφιάς. Όλα αρχίζουν όταν θα του προτείνουν ένα φαινομενικά αθώο παιχνίδι το Δικαστήριο, στο οποίο εκείνος θα είναι ο ένοχος και ο καθένας από τους ηλικιωμένους συνταξιούχους θα αναβιώσει το επάγγελμά του. Έτσι έχουμε έναν δικαστή, ένα εισαγγελέα, έναν δικηγόρο και έναν δήμιο...

Αγωνία και μαύρο χιούμορ, οι σπεσιαλιτέ του Ντύρενματ δηλαδή, με την απαραίτητη πολιτική και ηθική διάσταση και την κριτική για τον σύγχρονο κόσμο. Ένα βιβλίο λακωνικό και απλό, αντιπροσωπευτικό όμως του ύφους και του ταλέντου του Ελβετού συγγραφέα, που καταφέρνει πολλά με τα πλέον απλά υλικά.

Στο ιστολόγιο έχουν προηγηθεί κείμενα για τα εξής βιβλία του Ντύρενματ: Η κοιλάδα της αταξίας, Η υποψία, Η αποστολή, Ο δικαστής και ο δήμιος του.

Μετάφραση Γιώργος Βαμβαλής
Εκδόσεις Επίκουρος

  



Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2017

Άσωτοι - Greg Jackson




Ούτε κι εγώ ήμουν αθώος, δεν αγνοούσα την αργή και ύπουλη διολίσθηση με την οποία τα μέσα για την επίτευξη των πιο πολύτιμων και ευγενών σκοπών μας γίνονται τα ίδια σκοποί -έτσι που, για παράδειγμα, το να γράψεις κάτι που θα αλλάξει τον κόσμο γίνεται το να γράψεις κάτι που θα έχει αξία για σένα τον ίδιο, που γίνεται το να εκδώσεις κάτι σχετικά αξιοπρεπές, που γίνεται το να γράψεις κάτι που να μπορεί απλώς να εκδοθεί· ή, για να δώσω άλλο ένα αυθαίρετο παράδειγμα, η αναζήτηση του αιώνιου έρωτα γίνεται η αναζήτηση ενός έρωτα που μπορεί και να κρατήσει, που γίνεται η αναζήτηση ενός συνετού μείγματος ανοχής και πάθους, που γίνεται η αναζήτηση ενός ταιριαστού κοινωνικού συντρόφου. Και φυσικά με κάθε αναπροσαρμογή δεν πιστεύεις ότι συμβιβάζεσαι ή ότι προδίδεις τις αρχές σου αλλά ότι ωριμάζεις. Κι ίσως και να 'ναι έτσι. Ίσως να κάνεις το καλύτερο που μπορείς. Αλλά η αλήθεια είναι ότι μια μέρα ξυπνάς νεκρός.
Θα τολμούσα να πω ότι η ολοένα αυξανόμενη ταχύτητα της πραγματικότητας, ή της ζωής αν προτιμάτε, έχει μεταφέρει, κατά τουλάχιστον μία δεκαετία νωρίτερα, τη πιθανότητα να βρεθεί κάποιος αντιμέτωπος με τη στιγμή εκείνη, που τόσο ρεαλιστικά την περιγράφει ο Καμύ, όταν στη στροφή ενός δρόμου, ανηφορικού και σε τοπίο βραχώδες όπως τον αντιλαμβάνομαι εγώ, θα δει, λίγο πριν ο ορίζοντας αποκτήσει και πάλι το βάθος του, τη ζωή του να περνάει μπροστά από τα μάτια του, και, αντιλαμβανόμενος το ερώτημα της αυτοκτονίας ως το μόνο που πραγματικά αξίζει να απαντηθεί, θα αμφιταλαντευτεί ανάμεσα στο βάρος της ύπαρξης και της αδιαφορίας. Εκεί λοιπόν, λίγο μετά τα τριάντα, εκτός από την προσωπική αξιολόγηση, είναι πιθανόν να παρουσιαστεί ξαφνικά μια απομάγευση του κόσμου, του οικείου κόσμου, του ελάχιστου κόσμου, για τον οποίο ως τότε θα έβαζες το χέρι σου στη φωτιά, πιστεύοντας στη διαφορετικότητά σου, και ακριβώς εκείνη τη στιγμή της απομάγευσης αντιλαμβάνεσαι την απάτη πίσω από το ρήμα ωριμάζω.

Κουβαλούσα το βιβλίο του Τζάκσον μαζί μου, ακόμα και όταν δεν επρόκειτο να διαβάσω ούτε γραμμή, ακόμα και όταν το είχα τελειώσει και θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ήταν μόνο ένα επιπρόσθετο περιττό βάρος, για να μπορώ να διαβάζω το παραπάνω απόσπασμα σε φίλους, γύρω στα τριάντα πέντε, να λέω από μνήμης τη φράση Και φυσικά με κάθε αναπροσαρμογή δεν πιστεύεις ότι συμβιβάζεσαι ή ότι προδίδεις τις αρχές σου αλλά ότι ωριμάζεις, έτσι ώστε να μπορώ να έχω καρφωμένο το βλέμμα στο πρόσωπό τους, να βλέπω την έκφρασή του να μεταβάλλεται από το "ναι, έτσι είναι" στο "λες, να είναι έτσι;" Και ύστερα να στεκόμαστε για λίγο αμίλητοι πάνω από φλιτζάνια καφέ ή ποτήρια μπύρας.

Συμβιβασμός και απομάγευση· μια φωνή από το παρελθόν ακούγεται: έτσι είναι η ζωή, θα μεγαλώσεις, και θα δεις. Μια φωνή που πάντα μας προκαλούσε αλλεργία και θυμό, ακόμα και ένα σαρκαστικό γέλιο, μια τόνωση στην αυτοπεποίθησή μας: ναι, σιγά μη γίνω έτσι εγώ. Και έρχεται τώρα εκείνο το παρελθόν να μας περιγελάσει δικαιωμένο, με τον δείκτη στον κρόταφο. Σ' τα 'λεγα εγώ, μας λέει.

Οι ιστορίες του Τζάκσον εκτυλίσσονται  στο πρόσφατο παρελθόν του αφηγητή, αφού το βάρος τους τις έχει μετατρέψει πια σε ιστορίες προς αφήγηση. Οι ιστορίες του Τζάκσον εκτυλίσσονται σ' ένα μέρος μακριά από τη ρουτίνα των ηρώων του, σε κάποιες διακοπές, σε ένα ησυχαστήριο, στο σπίτι του παππού. Καμία από τις δύο επιλογές δεν μοιάζει τυχαία, κάθε άλλο, μετατρέπουν το χωροχρονικό σημείο αφήγησης σε σημείο παρατήρησης.

Η ανάγνωση των διηγημάτων προκαλεί μια συναισθηματική αναστάτωση, οι ήρωες μοιάζουν οικείοι και γνώριμοι, μοιάζουν με αντικατοπτρισμό σε καθρέφτη, σε καθρέφτη ακριβείας και κάθε άλλο παρά παραμορφωτικό. Και ο συνδυασμός εγκεφαλικής και συναισθηματικής γραφής ενισχύει το αίσθημα αυτό, λέξη τη λέξη, πρόταση την πρόταση, χωρίς να περισσεύει τίποτα, παρά τις παρεκβάσεις στην κάθε ιστορία. Ο Τζάκσον, γεννημένος το 1983, γράφει κάτι που αφορά τη γενιά του, τη γενιά μας, έτσι το εξέλαβα εγώ τουλάχιστον, και θα ήθελα να μιλήσω με μεγαλύτερους σε ηλικία αναγνώστες, να δω πώς το εξέλαβαν εκείνοι, πώς βίωσαν την ανάγνωση, αν, πίσω από την σπουδαία πρόζα και τις υπέροχες προτάσεις, διέκριναν αυτό το βάρος της απομάγευσης. Και όλα αυτά συμβαίνουν στο πρώτο βιβλίο του Τζάκσον.

Μετάφραση Παναγιώτης Κεχαγιάς
Εκδόσεις αντίποδες   

Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Το τέλος της ιστορίας - Lydia Davis




Την τελευταία φορά που τον είδα -τότε δεν ήξερα ότι θα ήταν η τελευταία- καθόμουν στη βεράντα με μια φίλη. Εκείνος μπήκε απ' την αυλόπορτα ιδρωμένος, με ροδαλό το πρόσωπο και το στήθος, με τα μαλλιά βρεγμένα, και κοντοστάθηκε ευγενικά, για να μας μιλήσει. Κάθισε οκλαδόν στο κεραμιδί τσιμεντένιο δάπεδο, ή μπορεί και στην άκρη ενός ξύλινου πάγκου.
Ήταν μια καυτή μέρα του Ιουνίου.
Το τέλος της ιστορίας, εκ των υστέρων, συρρικνώνεται σε μια ελάχιστη και δεδομένη χρονική στιγμή. Το τέλος, βέβαια, μπορεί να επαναπροσδιοριστεί ή ακόμα και να θεωρηθεί προσωρινό. Το τέλος χωρίζει το πριν από το μετά, όσα προηγηθήκαν απ' όσα ακολούθησαν, και αυτή είναι στην πραγματικότητα η ιστορία κάθε τέλους. Για το τέλος αυτό καθαυτό λίγα μπορούν να ειπωθούν, ελάχιστοι κύκλοι να διαγραφούν, ωστόσο σε όσα προηγήθηκαν και σε όσα ακολούθησαν μπορούν να προστεθούν πολλά αν και ίσως, λεπτομέρειες του τότε και μύχιες σκέψεις του μετά να έρθουν στην επιφάνεια της σκέψης, της αναβίωσης της ιστορίας, μέχρι να καταλύσει ο χρόνος, κυρίως αυτός, τις εξουσίες του συναισθήματος.   

Η ιστορία αυτή μπορεί να μοιάζει με άλλες ιστορίες, φαινομενικά μπορεί και να υστερεί σε σύγκριση με άλλες ιστορίες, όμως διαθέτει μια ισχύ εμμονική, επαναπροσέγγισης και μηρυκασμού, και τότε τα πώς και τα γιατί που βασανίζουν το τέλος μετατρέπονται σε πώς και σε γιατί που βασανίζονται από την επιμονή του συναισθήματος. Και όταν, όπως στην περίπτωση της αφηγήτριας, εμφανιστεί η επιθυμία για εξωστρέφεια και δημοσιοποίηση, τότε εμφανίζεται ακόμα ένα πώς. Πώς γράφει κανείς για κάτι προσωπικό; 

Φαινομενικά, το μυθιστόρημα της Lydia Davis, γνωστής κυρίως για τις πολύ σύντομες ιστορίες της, διαπραγματεύεται το τέλος μιας ερωτικής ιστορίας, χρόνια μετά. Όμως, και αυτό είναι που το κάνει πραγματικά σπουδαίο, στην πραγματικότητα πρόκειται για μία άσκηση γραφής, χωρίς να αφήνεται στιγμή έξω το συναίσθημα, καθώς εκείνο που διακυβεύεται είναι η ένταξη του προσωπικού, με το άγχος της έκθεσης και το βάρος του πόνου να υπερισχύουν της ανάγκης για δημιουργία και του θράσους που συχνά συνοδεύει την ανάγκη αυτή.

Η Davis υποδεικνύει και ενσωματώνει στην ιστορία της όλες τις κρυψώνες που θα χρησιμοποιούσε συγκαλυμμένες κάθε συγγραφέας που θα τολμούσε να αφηγηθεί μία πραγματική ερωτική ιστορία. Και ακριβώς αυτή η διαφάνεια της γραφής και των συστατικών της είναι που συγκινεί πραγματικά, η διαρκής ανασφάλεια για τις προθέσεις της και τις συνέπειες τους. Έτσι αναδεικνύεται πραγματική η ανάγκη της να καταφύγει στη γραφή. Γιατί θα ήταν αφελής εκείνος που θα απέκλειε την εγκεφαλική γραφή από μία τόσο έντονη συναισθηματική ιστορία, αρκεί να αναλογιστεί ο ίδιος την προσωπική του εμπειρία στην επεξεργασία κάθε συναισθήματος.

Κάποια στιγμή, κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, ένιωσα τη συγγένεια της γραφής της Davis με εκείνη της Lispector, τουλάχιστον στην Ώρα του αστεριού, που διάβασα λίγους μήνες πριν, βιβλίο που εκτός των αναμενόμενων ένθερμων θαυμαστών γνώρισε και τη χλεύη μικρής μερίδας του αναγνωστικού κοινού, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι, θα έλεγα γι' αυτούς αν ήμουν καλός χριστιανός. Κάθε μία, με τον δικό της τρόπο και στη δική της εποχή, με τις δικές της καταβολές και τα δικά της βιώματα, ενσωματώνει κάτι το έντονα προσωπικό στην ιστορία που επιλέγει να αφηγηθεί. Και είναι ενδιαφέρον, αν και μετά την ανάγνωση προφανές, το πώς καταφέρνουν να κινητοποιήσουν συναισθηματικά τον αναγνώστη, διηγούμενες ταυτόχρονα και την ιστορία της συγγραφής, ξεναγώντας τον στην κατασκευή του οικοδομήματος, αρνούμενες να αφαιρέσουν εργαλεία και σκαλωσιές.

Η Davis γνωρίζει καλά πως μια ιστορία μπορεί να έχει ένα τέλος, όμως η αφήγηση του τέλους μιας ιστορίας δεν μπορεί παρά να μην έχει τέλος, να είναι ατελής και διαρκώς, ακόμα και χρόνια μετά, μεταβαλλόμενη, καθώς η αφήγηση των γεγονότων πάντα θα συνοδεύεται από την ανασφάλεια για τη σημαντικότητα και τη χρησιμότητά τους. 

Μετάφραση Ρίτα Κολαΐτη
Εκδόσεις Παπαδόπουλος   

Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

Από την Άιντα στον Χαβιέρ - John Berger




Από την Άιντα στον Χαβιέρ, γράμματα σ' έναν φυλακισμένο, σπεύδει να διευκρινίσει ο υπότιτλος στο εξώφυλλο του βιβλίου του Μπέργκερ, βιβλίο για το οποίο μου μίλησε εκείνη η αναγνώστρια που τόσο εκτιμώ με τόσο ενθουσιώδη λόγια· ίσως το καλύτερο βιβλίο που διάβασα τον τελευταίο καιρό, είπε, και κάπως έτσι έφτασα ένα πρωί στο βιβλιοπωλείο για ν' αναζητήσω το βιβλίο αυτό, έκδοση του 2013, που βρίσκεται πλέον στο ράφι με τις προσφορές.

Τι βιβλίο!

Αν και το θαυμαστικό στέκει μάλλον παραπλανητικό σε σχέση με το συναίσθημα θλίψης και οργής, που αναπόφευκτα γεννάει η ανάγνωση, των επιστολών αυτών, επιστολών της Άιντα προς τον Χαβιέρ, που βρίσκεται καταδικασμένος σε ισόβια δεσμά στη φυλακή της πόλης Σούζε.

Μια απλή αναζήτηση θα δείξει πως η πόλη αυτή δεν υπάρχει. Αυτό όμως δεν σημαίνει και πολλά. Το μυαλό του αναγνώστη ίσως πάει στην Παλαιστίνη, ίσως κάπου αλλού. Δεν έχει και τόση σημασία. Άλλωστε και η εύρεση των επιστολών αυτών από τον Τζον Μπέργκερ, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος στον πρόλογο του βιβλίου, δεν πρέπει να είναι τίποτε άλλο παρά ένα αφηγηματικό τέχνασμα αληθοφάνειας, τέχνασμα κάπως παλαιάς κοπής. Ούτε όμως και αυτό σημαίνει πολλά. Γιατί η Άιντα και ο Χαβιέρ, όχι μόνο υπήρξαν, αλλά συνεχίζουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν.

Η πολιτική και ο έρωτας λοιπόν.

Πώς γράφει ένας άνθρωπος μια ερωτική επιστολή στον άνθρωπό του, όταν ξέρει πως η επιστολή του θα λογοκριθεί; Αλλά ταυτόχρονα, πώς γράφει ένας άνθρωπος μια ερωτική επιστολή στον άνθρωπό του, όταν τους χωρίζει ένας τοίχος;

Ας μιλήσουμε πρώτα για τον έρωτα.

Θυμήθηκα πάλι το μυθιστόρημα του Μισέλ Φέιμπερ Το βιβλίο των παράξενων νέων πραγμάτων. Δύο εραστές που ζουν πια σε διαφορετικούς πλανήτες, με τις ζωές τους να ακολουθούν αναπόφευκτα διαφορετική πορεία και την απόσταση που τους χωρίζει να μεγαλώνει καθημερινά λαμβάνοντας τις πραγματικές της διαστάσεις. Αν και το σκληρότερο επιστολικό μυθιστόρημα που έχω διαβάσει είναι Το μαύρο κουτί του Άμος Οζ, με τους δύο πρώην εραστές να ανταλλάσσουν επιστολές με σκοπό να πλήξουν συναισθηματικά ο ένας τον άλλον.

Η καθημερινότητα του Χαβιέρ στη φυλακή, μέσα στο κελί της απομόνωσης, στον προαυλισμό, στη στάση απέναντι στους δεσμοφύλακες, όσες περιγραφές, όσες σελίδες και αν καταφέρει να γράψει εκείνος, για την Άιντα θα είναι μια καθημερινότητα ξένη και μακρινή. Η δική της καθημερινότητα πάντα θα περιβάλλεται από ένα πέπλο νοσταλγίας για εκείνον, πέπλο ολοένα και πιο βαρύ, παρά τα σκληρά λόγια και της περιγραφές φρίκης που χρησιμοποιεί εκείνη στα γράμματά της, για ν' αναφερθεί στην καθημερινότητα, στις επιθέσεις που συνεχίζονται, στις μάχες που κερδίζονται αλλά δεν εξισώνουν τις απώλειες, τις αλλεπάλληλες ήττες.
Όταν ξύπνησα σήμερα, ο ουρανός ήταν γαλάζιος.
Η γεύση των φιλιών και οι άοπλες γυναίκες που στέκονται απέναντι στον εχθρό, τα ιδρωμένα σεντόνια και οι σύντροφοί τους που πέφτουν νεκροί, η ανάμνηση του οργασμού και η πίστη σε ένα καλύτερο αύριο.

Πώς διατηρεί ένας άνθρωπος την ακεραιότητα των ιδανικών του μέσα στο κελί της απομόνωσης ή την ώρα του βομβαρδισμού;

Αυτός ο κόμπος στον λαιμό που δεν υποχωρεί κατά την ανάγνωση. Σε τι διαφέρει ένας άνθρωπος καταδικασμένος σε ισόβια δεσμά από έναν νεκρό; Ούτε ένα επισκεπτήριο δεν τους δίνεται. Θα μπορούσαν να μην είναι επιστολές, αλλά ημερολογιακές καταγραφές της Άιντα.

Και μετά την ανάγνωση δεν υποχωρεί ο κόμπος, κρύβεται κάπου εκεί περιμετρικά στον λαιμό, έτοιμος να εμφανιστεί στην πρώτη ανάμνηση από το βιβλίο, στην απλή θέα του βιβλίου πάνω στο τραπέζι.

Συνεχίζουν άραγε να αποκαλούνται εραστές δύο άνθρωποι που δεν έχουν και δεν θα ξαναέχουν ποτέ πια σαρκική επαφή;

Έχουν περάσει μέρες από την ανάγνωση. Πίστευα πως θα μπορούσα να αποστασιοποιηθώ κάπως. Δεν ξέρω γιατί το πίστευα αυτό. Ίσως στην αρχή αυτού του κειμένου κάτι να κατάφερα, ύστερα όμως μάλλον έχασα τη συνοχή της σκέψης μου και πήρε τον λόγο το συναίσθημα. Δεν αλλάζω τίποτα.


Μετάφραση Άννα Παπασταύρου
Εκδόσεις Πατάκη

Πέμπτη, 2 Νοεμβρίου 2017

2666 - Roberto Bolaño






Πρώτα θα αναφωνήσω: Τι βιβλίο, τι βιβλίο! Ύστερα θα δηλώσω την ξεκάθαρη αδυναμία μου να γράψω γι' αυτό με έναν τρόπο -για τα δικά μου δεδομένα- συμβατό, πριν ακόμα αναμετρηθώ με την άδεια οθόνη. Σκέφτομαι πως το κείμενο αυτό θα έπρεπε ίσως να συνοδεύεται από τον υπότιτλο: τρόποι να ξεκινήσει ένα κείμενο για το 2666.

Της ανάγνωσης προηγήθηκε ο συνήθης προσωπικός φόβος αναμέτρησης με τον Μπολάνιο, ο φόβος των κατάλληλων συνθηκών, όπως τον ονομάζω. Στο τέλος κάθε ανάγνωσης ενός βιβλίου του Χιλιανού κυριαρχεί η αίσθηση της επαφής με ένα αριστούργημα, και εντυπώνεται με τέτοιον τρόπο, που κάθε άλλο συναίσθημα με τον καιρό υποχωρεί. Κάπως έτσι γεννιέται ο φόβος των κατάλληλων συνθηκών για την επόμενη επαφή με το έργο του. Φόβος που υποχωρεί από τις πρώτες κιόλας γραμμές. Έτσι έγινε και αυτή τη φορά.

Εκείνη περίμενε υπομονετικά να το τελειώσω κι εγώ με τη σειρά μου, ενώ εκείνη συνέχιζε να διακατέχεται από τον ενθουσιασμό της ανάγνωσης και κατέβαλλε προσπάθεια να μην προχωρήσει σε αποκαλύψεις επί της πλοκής, αποφεύγοντας τις κακοτοπιές στις οποίες περιέπεσαν τόσες και τόσες παρουσιάσεις, συμβάλλοντας με τον τρόπο τους στην απόφαση μου για να αναβάλλω την ανάγνωση του 2666 τον πρώτο καιρό που κυκλοφόρησε. Κάθε τόσο με ρωτούσε πού βρισκόμουν, και ένα πονηρό χαμόγελο εμφανιζόταν για όσα με περίμεναν.

Ο Μπολάνιο, γνωρίζοντας πως θα πεθάνει σύντομα, εξέφρασε την επιθυμία του η έκδοση του 2666 να μην είναι ενιαία αλλά να χωριστεί σε πέντε ξεχωριστές εκδόσεις, όσα και τα μέρη στα οποία χωρίζεται το μυθιστόρημα, και κάθε βιβλίο να κυκλοφορήσει με απόσταση ενός χρόνου, έτσι ώστε να εξασφαλίσει μεγαλύτερα έσοδα για τον εκδοτικό οίκο και για τους κληρονόμους του. Ευτυχώς η επιθυμία του δεν έγινε σεβαστή, ακόμα μία προδομένη διαθήκη στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Αν δεν διαβάζεις Μπολάνιο για πρώτη φορά, γνωρίζεις πως με τον συγγραφέα αυτόν ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις τι είναι σημαντικό και τι δευτερεύον στις ιστορίες που εμφανίζονται, για να εξαφανιστούν λίγο αργότερα, με πλήθος λεπτομερειών να τις συνοδεύουν, κάποιες εκ των οποίων επανεμφανίζονται και κάποιες άλλες πάλι όχι, πράγμα που μόνο στο τέλος μπορεί να επιβεβαιωθεί. Με τη γνώση αυτή, και τη δεδομένη ικανότητα του Μπολάνιο, τον αναγνώστη, ταυτόχρονα με το συναίσθημα της λογοτεχνικής απόλαυσης, τον διακατέχει και το συναίσθημα μιας διαρκούς επιφυλακής.

Τέσσερις παθιασμένοι καθηγητές της γερμανικής φιλολογίας αναζητούν τα ίχνη του Γερμανού συγγραφέα Μπένο φον Αρτσιμπόλντι. Συμμετέχουν σε συνέδρια, διαβάζουν ξανά και ξανά τα βιβλία του, αναζητούν το παραμικρό ίχνος που θα τους οδηγήσει σε εκείνον. Δεν μπορώ να ξέρω αν ο Μπολάνιο είχε στον νου του κάποιον συγκεκριμένο συγγραφέα όταν επινόησε τον Αρτσιμπάλντι, άλλωστε ο Χιλιανός είναι μάστορας και στην κατασκευή χαρακτήρων της γραφής. Οι ιστορίες των τεσσάρων καθηγητών μπλέκονται, ακόμα περισσότερα πρόσωπα που σχετίζονται με κάποιον τρόπο με τον Αρτσιμπόλντι εμφανίζονται, και το μυστήριο εντείνεται. Κάπως έτσι ξεκινά το βιβλίο διαθήκη για τον εικοστό πρώτο αιώνα και τη συνέχεια κανείς δεν θα μπορούσε να τη φανταστεί, ακόμα και ο πλέον δυνατός αναγνώστης.

Το 2666 με βοήθησε να απαντήσω στο ερώτημα, ποια είναι τα βιβλία εκείνα που ξεχωρίζουν μέσα στο μεγάλο υποσύνολο των ωραίων μυθιστορημάτων, για να σχηματίσουν ένα, κατά πολύ μικρότερο, νέο υποσύνολο, εκείνο των αριστουργημάτων. Είναι τα μυθιστορήματα εκείνα που μου δημιουργούν την επιθυμία να γράψω, να συνδιαλαγώ μαζί τους, να αποτελέσουν διακειμενικές αναφορές, έστω και ελάχιστα ορατές. Ήδη από τις πρώτες σελίδες είχα την επιθυμία να γράψω. Βέβαια, αν υπάρχουν τέτοια βιβλία, τότε τι απομένει, αλήθεια, να ειπωθεί;

Το 2666 κυκλοφόρησε το 2004, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Μπολάνιο, σύμφωνα με τον ίδιο δεν ήταν πλήρως και οριστικά ολοκληρωμένο, όμως σε μεγάλο ποσοστό, και με την πλήρη εμπιστοσύνη στο πρόσωπο εκείνου που είχε επιλέξει ως επιμελητή, πλησίαζε το όραμά του. Γραμμένο τόσο πρόσφατα και όμως μοιάζει ήδη κλασικό, γραμμένο από πάντα, θαρρείς, και όμως ταυτόχρονα σαν να έρχεται από το μέλλον, σαν να μην έχει υπάρξει ακόμα, σαν να αποτελεί τη σχεδόν μεταφυσική αποκάλυψη ενός συλλογικού ασυνείδητου, ένας τρομακτικά εκρηκτικός συνδυασμός, η αποτύπωση ενός τερατώδους κόσμου, που μέσα του αγωνίζεται να υπάρξει η ομορφιά.

Σκεφτόμουν να ξεκινήσω το κείμενο αυτό παραθέτοντας μία σειρά από επίθετα: εντυπωσιακό, υπέροχο, συναρπαστικό, ασύλληπτο, καταιγιστικό, τρομακτικό, αποκαλυπτικό, συγκλονιστικό κ.τ.λ. κ.τ.λ. αλλά μάλλον δεν θα σήμαιναν τίποτα.

Η μουσική που "άκουγα" κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης ήταν ορχηστρική, χωρίς ευδιάκριτη δομή, ένα πλήθος ήχων που απομακρύνονταν προς το χάος, για να ξεπηδήσει σε κάποια στιγμή μια ελάχιστη μελωδία, που σταδιακά επανέφερε τα υπόλοιπα όργανα, το νήμα που συγκρατούσε και νοηματοδοτούσε τις άπειρες ιδέες.

Η εικόνα του συγγραφέα που ζει αποκομμένος από τον κόσμο καταρρέει, ο Μπολάνιο είναι μέρος του κόσμου για τον οποίο γράφει, ο κόσμος του είναι πραγματικός, παρών και τρομακτικός, το καταφύγιο της τέχνης δεν είναι αδιαπέραστο, η μάχη για την ομορφιά δεν στέφεται σχεδόν ποτέ με επιτυχία, το αρχέγονο κακό μεταμφιέζεται και επανέρχεται.

Θα μπορούσε κάποιος, λίγα μόλις χρόνια μετά την κυκλοφορία ενός βιβλίου, να το ονομάσει κλασικό; Το 2666 ναι, θα μπορούσε.

Τι βιβλίο, τι βιβλίο!


Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις Άγρα