Πέμπτη, 2 Νοεμβρίου 2017

2666 - Roberto Bolaño






Πρώτα θα αναφωνήσω: Τι βιβλίο, τι βιβλίο! Ύστερα θα δηλώσω την ξεκάθαρη αδυναμία μου να γράψω γι' αυτό με έναν τρόπο -για τα δικά μου δεδομένα- συμβατό, πριν ακόμα αναμετρηθώ με την άδεια οθόνη. Σκέφτομαι πως το κείμενο αυτό θα έπρεπε ίσως να συνοδεύεται από τον υπότιτλο: τρόποι να ξεκινήσει ένα κείμενο για το 2666.

Της ανάγνωσης προηγήθηκε ο συνήθης προσωπικός φόβος αναμέτρησης με τον Μπολάνιο, ο φόβος των κατάλληλων συνθηκών, όπως τον ονομάζω. Στο τέλος κάθε ανάγνωσης ενός βιβλίου του Χιλιανού κυριαρχεί η αίσθηση της επαφής με ένα αριστούργημα, και εντυπώνεται με τέτοιον τρόπο, που κάθε άλλο συναίσθημα με τον καιρό υποχωρεί. Κάπως έτσι γεννιέται ο φόβος των κατάλληλων συνθηκών για την επόμενη επαφή με το έργο του. Φόβος που υποχωρεί από τις πρώτες κιόλας γραμμές. Έτσι έγινε και αυτή τη φορά.

Εκείνη περίμενε υπομονετικά να το τελειώσω κι εγώ με τη σειρά μου, ενώ εκείνη συνέχιζε να διακατέχεται από τον ενθουσιασμό της ανάγνωσης και κατέβαλλε προσπάθεια να μην προχωρήσει σε αποκαλύψεις επί της πλοκής, αποφεύγοντας τις κακοτοπιές στις οποίες περιέπεσαν τόσες και τόσες παρουσιάσεις, συμβάλλοντας με τον τρόπο τους στην απόφαση μου για να αναβάλλω την ανάγνωση του 2666 τον πρώτο καιρό που κυκλοφόρησε. Κάθε τόσο με ρωτούσε πού βρισκόμουν, και ένα πονηρό χαμόγελο εμφανιζόταν για όσα με περίμεναν.

Ο Μπολάνιο, γνωρίζοντας πως θα πεθάνει σύντομα, εξέφρασε την επιθυμία του η έκδοση του 2666 να μην είναι ενιαία αλλά να χωριστεί σε πέντε ξεχωριστές εκδόσεις, όσα και τα μέρη στα οποία χωρίζεται το μυθιστόρημα, και κάθε βιβλίο να κυκλοφορήσει με απόσταση ενός χρόνου, έτσι ώστε να εξασφαλίσει μεγαλύτερα έσοδα για τον εκδοτικό οίκο και για τους κληρονόμους του. Ευτυχώς η επιθυμία του δεν έγινε σεβαστή, ακόμα μία προδομένη διαθήκη στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Αν δεν διαβάζεις Μπολάνιο για πρώτη φορά, γνωρίζεις πως με τον συγγραφέα αυτόν ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις τι είναι σημαντικό και τι δευτερεύον στις ιστορίες που εμφανίζονται, για να εξαφανιστούν λίγο αργότερα, με πλήθος λεπτομερειών να τις συνοδεύουν, κάποιες εκ των οποίων επανεμφανίζονται και κάποιες άλλες πάλι όχι, πράγμα που μόνο στο τέλος μπορεί να επιβεβαιωθεί. Με τη γνώση αυτή, και τη δεδομένη ικανότητα του Μπολάνιο, τον αναγνώστη, ταυτόχρονα με το συναίσθημα της λογοτεχνικής απόλαυσης, τον διακατέχει και το συναίσθημα μιας διαρκούς επιφυλακής.

Τέσσερις παθιασμένοι καθηγητές της γερμανικής φιλολογίας αναζητούν τα ίχνη του Γερμανού συγγραφέα Μπένο φον Αρτσιμπόλντι. Συμμετέχουν σε συνέδρια, διαβάζουν ξανά και ξανά τα βιβλία του, αναζητούν το παραμικρό ίχνος που θα τους οδηγήσει σε εκείνον. Δεν μπορώ να ξέρω αν ο Μπολάνιο είχε στον νου του κάποιον συγκεκριμένο συγγραφέα όταν επινόησε τον Αρτσιμπάλντι, άλλωστε ο Χιλιανός είναι μάστορας και στην κατασκευή χαρακτήρων της γραφής. Οι ιστορίες των τεσσάρων καθηγητών μπλέκονται, ακόμα περισσότερα πρόσωπα που σχετίζονται με κάποιον τρόπο με τον Αρτσιμπόλντι εμφανίζονται, και το μυστήριο εντείνεται. Κάπως έτσι ξεκινά το βιβλίο διαθήκη για τον εικοστό πρώτο αιώνα και τη συνέχεια κανείς δεν θα μπορούσε να τη φανταστεί, ακόμα και ο πλέον δυνατός αναγνώστης.

Το 2666 με βοήθησε να απαντήσω στο ερώτημα, ποια είναι τα βιβλία εκείνα που ξεχωρίζουν μέσα στο μεγάλο υποσύνολο των ωραίων μυθιστορημάτων, για να σχηματίσουν ένα, κατά πολύ μικρότερο, νέο υποσύνολο, εκείνο των αριστουργημάτων. Είναι τα μυθιστορήματα εκείνα που μου δημιουργούν την επιθυμία να γράψω, να συνδιαλαγώ μαζί τους, να αποτελέσουν διακειμενικές αναφορές, έστω και ελάχιστα ορατές. Ήδη από τις πρώτες σελίδες είχα την επιθυμία να γράψω. Βέβαια, αν υπάρχουν τέτοια βιβλία, τότε τι απομένει, αλήθεια, να ειπωθεί;

Το 2666 κυκλοφόρησε το 2004, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Μπολάνιο, σύμφωνα με τον ίδιο δεν ήταν πλήρως και οριστικά ολοκληρωμένο, όμως σε μεγάλο ποσοστό, και με την πλήρη εμπιστοσύνη στο πρόσωπο εκείνου που είχε επιλέξει ως επιμελητή, πλησίαζε το όραμά του. Γραμμένο τόσο πρόσφατα και όμως μοιάζει ήδη κλασικό, γραμμένο από πάντα, θαρρείς, και όμως ταυτόχρονα σαν να έρχεται από το μέλλον, σαν να μην έχει υπάρξει ακόμα, σαν να αποτελεί τη σχεδόν μεταφυσική αποκάλυψη ενός συλλογικού ασυνείδητου, ένας τρομακτικά εκρηκτικός συνδυασμός, η αποτύπωση ενός τερατώδους κόσμου, που μέσα του αγωνίζεται να υπάρξει η ομορφιά.

Σκεφτόμουν να ξεκινήσω το κείμενο αυτό παραθέτοντας μία σειρά από επίθετα: εντυπωσιακό, υπέροχο, συναρπαστικό, ασύλληπτο, καταιγιστικό, τρομακτικό, αποκαλυπτικό, συγκλονιστικό κ.τ.λ. κ.τ.λ. αλλά μάλλον δεν θα σήμαιναν τίποτα.

Η μουσική που "άκουγα" κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης ήταν ορχηστρική, χωρίς ευδιάκριτη δομή, ένα πλήθος ήχων που απομακρύνονταν προς το χάος, για να ξεπηδήσει σε κάποια στιγμή μια ελάχιστη μελωδία, που σταδιακά επανέφερε τα υπόλοιπα όργανα, το νήμα που συγκρατούσε και νοηματοδοτούσε τις άπειρες ιδέες.

Η εικόνα του συγγραφέα που ζει αποκομμένος από τον κόσμο καταρρέει, ο Μπολάνιο είναι μέρος του κόσμου για τον οποίο γράφει, ο κόσμος του είναι πραγματικός, παρών και τρομακτικός, το καταφύγιο της τέχνης δεν είναι αδιαπέραστο, η μάχη για την ομορφιά δεν στέφεται σχεδόν ποτέ με επιτυχία, το αρχέγονο κακό μεταμφιέζεται και επανέρχεται.

Θα μπορούσε κάποιος, λίγα μόλις χρόνια μετά την κυκλοφορία ενός βιβλίου, να το ονομάσει κλασικό; Το 2666 ναι, θα μπορούσε.

Τι βιβλίο, τι βιβλίο!


Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις Άγρα


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου