Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Ο τσιμεντόκηπος - Ian McEwan





Το έψαχνα αυτό το βιβλίο, όχι απελπισμένα αλλά το έψαχνα, και το είδα ένα βράδυ στη βιτρίνα ενός παλαιοβιβλιοπωλείου, και μέχρι να ξημερώσει, να πάω και να γυρίσω από τη δουλειά, γύριζε στο μυαλό μου η σκέψη -συνοδευόμενη από μία ιδέα άγχους- αν θα υπήρχε ακόμα όταν θα έμπαινα στο παλαιοβιβλιοπωλείο, αργά το μεσημέρι εκείνης της Τετάρτης, που έχει πια περάσει από καιρό, και ήταν εκεί, το πήρα στο χέρια μου μόνος μου από την άκρη της βιτρίνας μπαίνοντας και πήγα κατευθείαν στο ταμείο. Το είχα βρει.

Η γνωριμία με το λογοτεχνικό σύμπαν του ΜακΓιούαν ήταν κάπως παράξενη. Αξίζει να πω αυτή την ιστορία, νομίζω. Πάνε χρόνια, αρκετά χρόνια, από τότε που ένας φίλος διάβασε το Σάββατο και μου μίλησε με ενθουσιασμό γι' αυτό, σίγουρα δέκα χρόνια, ίσως και έντεκα, με βάση τη χρονολογία έκδοσης του βιβλίου στα ελληνικά από τις εκδόσεις Νεφέλη. Το βιβλίο με ενόχλησε. Δεν μου άρεσε καθόλου. Μια τετραμελής οικογένεια, όλοι τους υπερεπιτυχημένοι και υπέροχοι, μια ανατροπή στην καθημερινότητα και η επαφή τους με έναν κόσμο μέχρι πρότινος αθέατο και άγνωστο σ' εκείνους. Δεν ταυτίστηκα και δεν μου άρεσε η ιστορία παρότι διέκρινα δεδομένες αρετές στη γραφή του συγγραφέα. Και εκεί ήταν το κλειδί για την απόφασή μου να διαβάσω και κάτι ακόμα δικό του, και διάβασα τα Μαύρα Σκυλιά, και συγκλονίστηκα, και διάβασα το Στην Ακτή, και μου άρεσε πάρα πολύ, και βρήκα το εξαντλημένο Άμστερνταμ και το απόλαυσα. Στο ενδιάμεσο είχα διαβάσει και άλλα δικά του, της πρώτης περιόδου (Ξένοι στη Βενετία, Ο αθώος). Και είχα -και ακόμα έχω- άρνηση να διαβάσω τα τελευταία του, και αναζητούσα τον Τσιμεντόκηπο, και τον βρήκα, και την Έμμονη αγάπη, που ακόμα την αναζητώ.
Δεν σκότωσα εγώ τον πατέρα μου, αλλά καμιά φορά μου φαινόταν ότι τον είχα βοηθήσει να πεθάνει. Και με εξαίρεση το γεγονός ότι συνέπεσε μ' ένα ορόσημο στη δική μου σωματική ανάπτυξη, ο θάνατός του μου φάνηκε ασήμαντος σε σύγκριση μ' αυτά που ακολούθησαν. Οι αδερφές μου κι εγώ μιλούσαμε γι' αυτόν τη βδομάδα μετά τον θάνατό του, κι η Σου οπωσδήποτε έκλαιγε όταν οι νοσοκόμοι του ασθενοφόρου τον τύλιξαν σε μια ζωηρόχρωμη κόκκινη κουβέρτα και τον πήραν από το σπίτι. Ήταν ένας φιλάσθενος, ευέξαπτος, ψυχαναγκαστικός άνθρωπος με κιτρινωπά χέρια και πρόσωπο. Συμπεριλαμβάνω την ιστοριούλα του θανάτου του, μόνο και μόνο για να εξηγήσω πώς οι αδερφές μου κι εγώ βρεθήκαμε να έχουμε μια  τόσο μεγάλη ποσότητα τσιμέντου στη διάθεσή μας.
Μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του έφηβου γιου, ο ΜακΓιούαν διηγείται την ιστορία τριών αδερφών που βρέθηκαν χωρίς γονείς, σ' ένα τεράστιο σπίτι σ' ένα εγκαταλελειμμένο συγκρότημα κατοικιών, με μια μεγάλη ποσότητα τσιμέντου στην κατοχή τους.

Ο τσιμεντόκηπος λοιπόν, το πρώτο βιβλίο ενός σημαντικού σύγχρονου συγγραφέα, του Ίαν ΜακΓιούαν, διαθέτει αρκετές από τις αρετές των πρωτόλειων έργων, την ένταση και το πάθος, τη δεδομένη ανάγκη για γραφή, την επιθυμία να κλείσει λογαριασμούς με το παρελθόν, αλλά και αρκετά από τα προβλήματα κάθε πρωτόλειας απόπειρας, την ένταση της φωνής και το αδάμαστο πάθος, την επίδειξη της δεδομένης ανάγκης για γραφή, τη βιασύνη να κλείσει λογαριασμούς με το παρελθόν. Όψεις του ίδιου νομίσματος.

Εκείνο που αποτελεί το μεγαλύτερο προσόν το μυθιστορήματος είναι η επιλογή του αφηγητή. Ο έφηβος με το ψυχρό βλέμμα καταφέρνει να μετατρέψει κάθε υπόνοια συναισθηματικού εκβιασμού του συγγραφέα σε καθαρό συναίσθημα, να δικαιολογήσει κάθε αποκρουστική και πρόστυχη εικόνα, να μετατρέψει σε άκρως ανθρώπινη την κάθε μη συμβατική συναισθηματική αντίδραση του ήρωα-αφηγητή.

Ο τσιμεντόκηπος είναι μια ιστορία οικογενειακή, οικιακή, που ελάχιστα κοιτάζει τον εξωτερικό κόσμο ή επηρεάζεται απ' αυτόν, ένα δράμα δωματίου, σε μεγάλο βαθμό άχρονο, με διάθεση για παραβολή -που πότε λειτουργεί και πότε όχι-, μια ιστορία δυνατή, σφιχτή και σκοτεινή, ένα υποσχόμενο πρώτο δείγμα δουλειάς, σίγουρα όχι αριστούργημα, αλλά χωρίς αμηχανία και με πίστη στη γραφή εκ μέρους του συγγραφέα.

Τώρα μένει η Έμμονη αγάπη.

Μετάφραση Ρένα Χατχούτ
Εκδόσεις Γράμματα 

Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

Υπηρέτησα τον Άγγλο βασιλιά - Bohumil Hrabal




Προσέξτε τώρα τι θα σας πω.
Είναι η ιστορία ενηλικίωσης του Γιαν Ντίτιε, του κοντούλη και ταπεινού, μα όλο φιλοδοξίες νεαρού αφηγητή, που πιάνει αρχικά δουλειά ως βοηθός σερβιτόρου σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο, μαθαίνει τη δουλειά δίπλα σε πεπειραμένους μαιτρ, γνωρίζει ανθρώπους πλούσιους, βιώνει την απαξίωση αλλά και τη δύναμη της θέσης του και διανύει, με σύμμαχο την τύχη και την επιμονή, τον δρόμο προς την καταξίωση που μπορούν να προσφέρουν τα χρήματα, παρά το γεγονός πως η ταπεινή του καταγωγή πάντα θα αποτελεί τροχοπέδη για την αποδοχή του στους αριστοκρατικούς κύκλους.

Είναι όμως και η παράλληλη ιστορία της Τσεχίας μέχρι το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, η είσοδός της στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και η τελική επικράτηση του σοσιαλισμού, μιας αδύναμης χώρας με μακρά ιστορία στο επίκεντρο των διενέξεων των μεγάλων δυνάμεων, μια κωμικοτραγική ιστορία σε δεύτερο πλάνο, παράλληλο με εκείνο της ενηλικίωσης του  αφηγητή, που, παρά την αφέλεια που τον διακρίνει, δεν καταφέρνει να προκαλέσει την αμέριστη συμπάθεια του αναγνώστη, παρότι δεν μπορει να θεωρηθεί πλήρως υπεύθυνος για την αλλοτρίωση και την κατ' ανάγκη μεταμόρφωσή του, για να επιβιώσει σε έναν απαιτητικό, συνεχώς μεταβαλλόμενο και δύσκολο κόσμο.

Και αυτή η κάθε άλλο παρά αμέριστη και λειψή συμπάθεια του αναγνώστη για το πρόσωπο του Ντίτιε είναι καθοριστική και για την αναγνωστική απόλαυση και για τη λογοτεχνική αξία του μυθιστορήματος του Χράμπαλ, καθώς έτσι καταφέρνει να μετατρέψει μία προσωπική ιστορία σε πανανθρώπινη, χωρίς ταυτόχρονα να χάνει τις αρετές του μυθιστορήματος ενηλικίωσης, χωρίς να παραμελεί την εξέλιξη του ήρωά του, μέσω, μάλιστα, της δικής του αφήγησης.

Χωρισμένο σε κεφάλαια, τα οποία ξεκινούν με την προτροπή του αφηγητή: "Προσέξτε τώρα τι θα σας πω", για να καταλήξουν "Σας φτάνει αυτό; Μ' αυτό τελειώνω για σήμερα", το μυθιστόρημα διαθέτει μια αίσθηση απολογισμού, ασχέτως αν καμία στιγμή ο Ντιτιέ δεν επιχειρεί να δικαιολογήσει κάποια πράξη του, παρά εντάσσει το σύνολο της ζωής του στο ευρύτερο περιβάλλον που επικρατούσε, μη διστάζοντας να δείξει καιροσκόπος, φέρνοντας στο προσκήνιο τη βαρύτητα της ατομικής ευθύνης, αναδεικνύοντας εαυτόν σε αντιήρωα, έναν από τους πάμπολλους αντιήρωες που συνθέτουν τη μεγάλη ιστορία.
  
Η ανάγνωση του Υπηρέτησα τον Άγγλο βασιλιά μού έφερνε διαρκώς στον νου τον Παραγιό του Ρόμπερτ Βάλζερ, και τη γνώριμη αίσθηση της κεντροευρωπαϊκής λογοτεχνίας, εκεί που το κωμικό συνυπάρχει με το τραγικό. Η κυκλοφορία στα ελληνικά μετά από χρόνια ενός ακόμα βιβλίου του Χράμπαλ αποτελεί ένα σημαντικό γεγονός, ενώ τώρα έπεται η κινηματογραφική προβολή της ομότιτλης ταινίας.

Σας φτάνει αυτό; Μ' αυτό τελειώνω για σήμερα.

Μετάφραση Σόνια Στάμου-Ντορνιακόβα
Εκδόσεις Καστανιώτη


Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Πλάσματα μιας μέρας - Irvin Yalom





Το Όταν έκλαψε ο Νίτσε είναι το βιβλίο εκείνο που με ξενύχτησε περισσότερο από κάθε άλλο, θυμάμαι να ξυπνάω στο μέσο της νύχτας και να διαβάζω λίγες σελίδες πριν με πάρει ξανά ο ύπνος, αναγνωστική μανία να φτάσω στο τέλος να δω πού θα κατέληγε αυτή η μάχη ιδεών ανάμεσα στον ψυχολόγο Μπρόιερ και στον Νίτσε. Ύστερα διάβασα και κάποια ακόμα βιβλία του Γιάλομ, το αίσθημα ενθουσιασμού υποχωρούσε από βιβλίο σε βιβλίο, κάποια στιγμή ένιωσα πως δεν ήταν πια του γούστου μου. Πέρασαν χρόνια από τότε.

Πρόσφατα βρέθηκα χωρίς βιβλίο. Στη βιβλιοθήκη του σπιτιού που βρισκόμουν υπήρχε το βιβλίο του Γιάλομ, Πλάσματα μιας μέρας. Σκέφτηκα να δοκιμάσω ξανά, να δω πώς θα μου φαινόταν σήμερα, μετά τόσα χρόνια, η γραφή του διάσημου Αμερικανού ψυχιάτρου.

Αν και δεν ενθουσιάστηκα, εντούτοις υπήρξαν κάποια πράγματα που μου τράβηξαν την προσοχή και μου προκάλεσαν διάφορες σκέψεις και συναισθήματα, για τον λόγο αυτό έφτασα μέχρι το τέλος, με αρκετές σημειώσεις.
Άλλωστε εγώ δεν ήμουν εκείνος που κατείχε τη μέσα αλήθεια, εκείνος που γνώριζε την αληθινή, την αυθεντική Άτριντ; Όσο περνούσε η ώρα όμως και άκουγα τον έναν φίλο της μετά τον άλλο, άρχισα να κλονίζομαι. Ίσως η πίστη μου ότι κατείχα προνομιακή θέση στη ζωή της να ήταν μια αυταπάτη. Ναι, για πολλά χρόνια μοιραζόμασταν την ιδιαίτερη συνάντησή μας μια φορά την εβδομάδα. Και είχα πρόσβαση στο αυθεντικό υλικό, γνώριζα από μέσα τους φόβους και τα πάθη της, τις εσωτερικές της συζητήσεις, τις φαντασιώσεις και τα όνειρά της. Ήταν όμως αυτά πιο πραγματικά, πιο αληθινά, πιο προνομιακά από το να ξέρω τι την έκανε να χαμογελάει; Τι της άρεσε να τρώει, τις αγαπημένες της ταινίες, τα αγαπημένα της βιβλία και μαγαζιά, τις στάσεις που της άρεσαν στη γιόγκα, την αγαπημένη της μουσική, τα σύννεφα, τα περιοδικά, τα παιχνίδια, τα μεζεδάκια και τα σήριαλ που την ευχαριστούσαν; Τα προσωπικά αστεία που έκανε με τον άντρα και με τους φίλους της, τα σεξουαλικά της μυστικά που ήταν γνωστά μόνο στους εραστές της;
Η δύναμη που απαιτείται από κάποιον για να κλείσει ραντεβού με έναν ψυχοθεραπευτή, να έχει δηλαδή αντιληφθεί πως κάτι δεν πάει καλά, να φτάσει στο σημείο εκείνο όπου η ανάγκη για βοήθεια ξεπερνάει σε ένταση την άρνηση, τα ταμπού και τον φόβο. Και η επιπλέον δύναμη που απαιτείται, ώστε να εμπιστευτεί κάποιον ολοκληρωτικά, να του αποκαλύψει σκέψεις και μυστικά, να αφεθεί. Πόση σημασία έχει επίσης το περιβάλλον του ασθενούς, η αδυναμία να κατανοήσουμε συχνά ένα πρόβλημα, το οποίο δεν αποτυπώνεται σε αποτελέσματα εξετάσεων, την υπέρβαση της φράσης: έλα μωρέ, όλα στο κεφάλι του είναι· την προσέγγιση του άλλου με τη δική μας λογική.

Η τύχη -και η οικονομική δυνατότητα όμως- να κλείσεις ραντεβού με έναν θεραπευτή που εκτός από ικανότητα, έχει και τη διάθεση να βοηθήσει, να παρατηρήσει από κοντά το πρόβλημα, να ακούσει με προσοχή τα αιτήματα και να επιχειρήσει να σκεφτεί έξω από το πλαίσιο, χωρίς να αναζητήσει την εύκολη κατηγοριοποίηση με την πρώτη ευκαιρία. Να νιώσει ο ασθενής μοναδικός.

Η ενασχόληση με τον ανθρώπινο εγκέφαλο, τη βάση όλης της λειτουργίας του ανθρώπινου σώματος, τη σύγχρονη ψυχή. Τις δυνατότητες που έχει αλλά και τις τρικλοποδιές που βάζει.

Και πάνω απ' όλα το αίσθημα αδυναμίας του ανθρώπου απέναντι στην ανικανότητα να προσεγγίσει τον ίδιο του τον εαυτό μέσω της λογικής προσέγγισης, να βάζει κάτω τα δεδομένα και να μην μπορεί να διακρίνει τι είναι εκείνο που πάει λάθος και το σύνολο δεν λειτουργεί όπως νιώθει ότι θα έπρεπε. Τη μοναξιά σε μια εποχή που, περισσότερο από ποτέ, όλα αποτυπώνονται ποσοτικά, που υπάρχουν δείκτες και μετρήσεις για τα πάντα, ακόμα και για την ευτυχία.

Δεν αποτελεί έναν οδηγό αυτοβοήθειας. Κανένα βιβλίο του Γιάλομ δεν μπορεί να λειτουργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο. Το ίδιο θα έλεγε, μάλλον, και εκείνος αν τον ρωτούσε κανείς. Οι ιστορίες ψυχοθεραπείας που παραθέτει σκοπό έχουν να δείξουν πώς λειτουργεί η ψυχοθεραπεία, πώς έφτασαν οι ασθενείς ως εκεί, να παρακινήσει τον αναγνώστη να ξεπεράσει τα ταμπού και τα στερεότυπα, να τον κάνει να αναλογιστεί και να σκεφτεί· περισσότερο από περιστατικά ψυχοθεραπείας αποτελούν σχήματα θεραπείας. Στο συγκεκριμένο δε βιβλίο σκοπός του είναι να αναδείξει τη δύναμη του ενστίκτου κατά τη θεραπεία, το ρίσκο που πρέπει κάποιες φορές να πάρει ο θεραπευτής εγκαταλείποντας το γνωστό μονοπάτι.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Ευαγγελία Ανδριτσάνου
Εκδόσεις Άγρα