Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018

4 3 2 1 - Paul Auster




Πέρασα κάτι λιγότερο από έναν μήνα διαβάζοντας το πολυαναμενόμενο μυθιστόρημα του Όστερ. Ξεκινώ το κείμενο με αυτή την πληροφορία, για να δικαιολογήσω την αμηχανία που νιώθω αυτή τη στιγμή μπροστά στη λευκή οθόνη του υπολογιστή. Πώς να χωρέσεις σε ένα κείμενο μια τέτοια εμπειρία άραγε; Συνέβησαν τόσα πράγματα όλον αυτόν τον καιρό, που η καθημερινότητα έμοιαζε -και ήταν- χωρισμένη στα δύο: από τη μία η πραγματική ζωή, από την άλλη η ιστορία του Άρτσιμπαλντ Ισαάκ Φέργκιουσον. Και δεν ήταν μόνο ο όγκος -1200 σελίδες- του βιβλίου αλλά και το εύρημα του Όστερ, με τις διαφορετικές εκδοχές της ζωής του ήρωά του, εύρημα που με διαφορετικό τρόπο χρησιμοποίησε και η Έρπενμπεκ στο μυθιστόρημά της Η συντέλεια του κόσμου, που επέτειναν το συναίσθημα της διχοτόμησης της δικής μου ζωής εν τέλει.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή όμως. Η ιδέα του Όστερ, πάνω στην οποία δομεί το 4 3 2 1, είναι εκείνη του τι θα συνέβαινε αν, ιδέα προκλητική, καθώς μεταφέρει αυτό το σύνηθες ρητορικό ερώτημα, στη γοητεία του οποίου έχουμε όλοι μας, λιγότερο ή περισσότερο, κάποια στιγμή ενδώσει, από την πραγματικότητα στη μυθοπλασία, στον κατ' εξοχήν χώρο, όπου οι δυνατότητες μοιάζουν άπειρες και ο συγγραφέας δεν έχει παρά να επιλέξει εκείνες που του ταιριάζουν ή που τον ιντριγκάρουν περισσότερο από τις υπόλοιπες. Του Όστερ όμως δεν του αρκεί αυτό. Αποφασίζει λοιπόν να διηγηθεί τέσσερις εκδοχές της ιστορίας του ήρωά του, παιχνίδια της μοίρας και αποφάσεις τρίτων, ελάχιστες συχνά λεπτομέρειες που διασταυρώθηκαν σε διαφορετικό μονοπάτι με τη ζωή του ήρωα -μαζί με τις ατομικές ιστορίες των υπόλοιπων χαρακτήρων φυσικά- μέσα στο μεγάλο κάδρο της Αμερικής στα μέσα του εικοστού αιώνα.

Μυθιστόρημα ενηλικίωσης, και μάλιστα σκληρής ενηλικίωσης, όχι απαραίτητα για τα όσα περνάει σε κάθε εκδοχή της ιστορίας του ο Φέργκιουσον, αλλά για την επιβεβαίωση της τυχαιότητας και της πολυπαραγοντικής εξίσωσης της ύπαρξης, των δυνατοτήτων, των περιορισμών και των εκβάσεων. Είναι τέτοια η δομή της ιστορίας, που ο αναγνώστης ταυτίζεται με τον ήρωα χωρίς να έχει το περιθώριο ελαφρά την καρδία να τον δείξει με το δάχτυλο λέγοντας: εγώ δεν θα το έκανα έτσι. Εκεί βρίσκεται, κατά την προσωπική μου γνώμη, η ευφυΐα του Όστερ. Αυτό το φαινομενικά απλό εύρημα -απλό μόνο ως σκέψη, γιατί ως προς την εκτέλεση είναι κάτι παραπάνω από σύνθετο- πατάει σε μια βαθιά υπαρξιακή ανθρώπινη αγωνία, στο ελάχιστο εμβαδόν που καθένας μας καταλαμβάνει στον κόσμο, στο εύπλαστο της ζωής. Όχι όμως ως ματαιότητα ή μεμψιμοιρία.

Και παράλληλα, γύρω από τη ζωή του Φέργκιουσον, ένας κόσμος σε διαρκή αλλαγή και αναβρασμό, κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές, πόλεμοι αλλά και ελπίδες για έναν καλύτερο κόσμο, η λογοτεχνία και η ποίηση, η μετάφραση, η Ευρώπη ως καταφύγιο και έμπνευση, ο έρωτας και η αναζήτηση της σεξουαλικής ταυτότητας, τα σπορ και η φιλία, και τόσα άλλα, που αποτελούν τη ζωή.

Και επανέρχομαι στον αρχικό προβληματισμό μου: Πώς να μιλήσει κανείς για μια τέτοια αναγνωστική εμπειρία, παρότι εν τω μεταξύ έχω καταφέρει να γράψω αρκετές λέξεις. Γιατί, εγώ προσωπικά, δυσκολεύομαι να μείνω πιστός σε μια κριτική ή φιλολογική προσέγγιση. Θα μπορούσα να μιλήσω, για παράδειγμα, για τον μακροπερίοδο λόγο που χρησιμοποιεί σε αυτό το μυθιστόρημα ο Όστερ, ή για την ικανότητά του στην αφήγηση και την ενσωμάτωση του προφορικού λόγου σε αυτήν. Θα μπορούσα επίσης να αποθεώσω τη μαστοριά του Όστερ στο χτίσιμο ενός τόσου μεγάλου βιβλίου. Όλα αυτά, και άλλα τόσα, ισχύουν. Όμως, η ανάγνωση, αποτελεί πρωτίστως ψυχαγωγία, και η απόφαση να διαβάσω ένα τέτοιας έκτασης μυθιστόρημα ήταν συνειδητή και ταιριαστή της περιόδου, η ανάγκη να γυρίσεις στο βιβλίο για να διαβάσεις λίγο έστω ακόμα, η αγωνία, που σιγά σιγά δημιουργείται στον αναγνώστη μέσα από την ταύτιση με τον Φέργκιουσον, για την εξέλιξη της ιστορίας, η αίσθηση οικειότητας, από κάποια στιγμή και μετά, ανάμεσα στους χαρακτήρες του βιβλίου, είναι συναισθήματα μοναδικά. Σίγουρα αν δεν επρόκειτο για ένα τόσο καλογραμμένο βιβλίο όλα αυτά δεν θα γεννιόντουσαν, οπότε ναι, η λογοτεχνική αρτιότητα δεν είναι επ ουδενί άχρηστη και ελάσσονος σημασίας, αλλά η απαραίτητη βάση για την ψυχαγωγία και την αναγνωστική απόλαυση.

Τη μετάφραση, τον άθλο της μετάφρασης για την ακρίβεια, υπογράφει η συγγραφέας και βραβευμένη μεταφράστρια Μαρία Ξυλούρη, η μεγαλύτερη φαν του Όστερ που γνωρίζω, και της ανήκει -δικαιωματικά- ένα σημαντικό μέρος της αναγνωστικής απόλαυσης.

Μετάφραση Μαρία Ξυλούρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο       

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

Μπλε υγρό - Βίβιαν Στεργίου




Στο κατάστημα πιάνων δεν ήταν κανείς. Η κίνηση στον δρόμο ήταν μέτρια. Μάλλον θα είχαν φύγει από ώρα οι ιδιοκτήτες καθώς και όσοι ενδιαφέρονταν να αγοράσουν ή να δοκιμάσουν κάποιο πιάνο, οπότε ο Ανδρέας κοιτούσε απλώς ένα σκοτεινό μαγαζί με τα καπάκια των πιάνων κατεβασμένα μασουλώντας ένα καλαμάκι κοτόπουλο. Στη Αθήνα μπορούσες να φας και να πιεις μπίρες στον δρόμο, μπορούσες να περπατάς χαζεύοντας τις ταμπέλες των μαγαζιών και τις διαφημίσεις των φαρμακείων κατά τις τριχόπτωσης, μπορούσες να χτενίζεις με την άκρη του ώμου σου τα βρώμικα, μίζερα και αδικαιολόγητα φυτεμένα δέντρα στα πεζοδρόμια, αλλά, καταπώς φαινόταν, δεν μπορούσες να βρεις ανοιχτό δύο η ώρα τη νύχτα ένα κεντρικότατο κατάστημα πιάνων. Όμως αυτό δεν τον ενοχλούσε, αφού πιάνο δεν ήξερε να παίζει. Πιο πολύ τον πείραζε που αύριο το πρωί είχε να πάει στα κεντρικά της ΔΕΗ στην Αριστοτέλους.
Με τις δεδομένες επιφυλάξεις απέναντι σε κάθε συλλογή διηγημάτων, ενισχυμένες λόγω της εντοπιότητας και του νεαρού της ηλικίας της συγγραφέως, ξεκίνησα, από περιέργεια κυρίως το παραδέχομαι, να διαβάζω το πρώτο διήγημα της συλλογής διηγημάτων της γεννημένης το 1992 Βίβιαν Στεργίου, Μπλε υγρό. Και τελειώνοντας το πρώτο διήγημα, ένιωσα πως είχα κάτι ενδιαφέρον στα χέρια μου, και παρότι οι επιφυλάξεις δεν υποχώρησαν εντελώς, ήταν δεδομένο πως θα συνέχιζα μέχρι τέλους την ανάγνωση του βιβλίου.

Παρά τα όσα αντικειμενικά, ή θεωρούμενα ως τέτοια, μπορεί κάποιος αναγνώστης να επισημάνει για ένα λογοτεχνικό έργο, σχόλια φιλολογικά σχετικά με το ύφος, την πλοκή ή τις επιρροές, ανάμεσα σε άλλα, εντούτοις, και ας μην κρυβόμαστε, η ανάγνωση και επομένως και η αποτίμησή της, ποτέ δεν παύει να είναι υπόθεση άκρως προσωπική, και άρα υποκειμενική, καθώς καθένας μας αναζητά διαφορετικά πράγματα σε κάθε ανάγνωση, ακόμα και αν δεν ξέρει πως τα αναζητά. Ένα παράπονο τεράστιο, που δεν αφορά μόνο τα διηγήματα αλλά συνολικά την εγχώρια λογοτεχνία, παράπονο δικό μου, με βάση τα δικά μου βιώματα και τις προσλαμβάνουσες της δικής μου καθημερινότητας, είναι η απουσία, ή η όχι και τόσο συχνή εμφάνιση, για να μην είμαι ισοπεδωτικός, ενός αέρα φρέσκου και μιας ματιάς καθαρής στα πράγματα, ματιάς σύγχρονης, ματιάς του αυτόπτη μάρτυρα, ματιάς του συγγραφέα που να γράφει για το κέντρο της πόλης αφού πρώτα το έχει περπατήσει, και όχι εκ του μακρόθεν από κάποιο προάστειό της. Βεβαίως και δεν αρκεί κάποιος να περπατά στα πεζοδρόμια του κέντρου για να μπορεί να γράψει γι' αυτά, χρειάζονται και άλλες προϋποθέσεις. Εδώ έρχεται δίπλα στην καθαρή ματιά ο φρέσκος αέρας, κάτι το οποίο, έως ένα βαθμό, σχετίζεται και με την ηλικία της Στεργίου· δεν αναφέρομαι ούτε σε πρωτοπορία, ούτε σε καινοτομία αλλά στην αίσθηση του φρέσκου και του σπινθηροβόλου στην αφήγηση, δύο χαρακτηριστικά -κατά τη γνώμη μου αρετές- που τα διηγήματα της συλλογής διαθέτουν.

Κάποια μοτίβα, αναπόφευκτα, επαναλαμβάνονται, και κάποια διηγήματα, ίσως και λόγω της επανάληψης, μοιάζουν κάπως πιο αδύναμα, με αποτέλεσμα ο αρχικός ενθουσιασμός της ανάγνωσης των πρώτων διηγημάτων να υποχωρήσει, ίσως γιατί πλέον την έκπληξη απέναντι στην κατάρρευση των επιφυλάξεων διαδέχεται η απαίτηση για διατήρηση των απαιτήσεων σε υψηλά στάνταρντ, εκεί που η Στεργίου τις τοποθέτησε, όμως, ταυτόχρονα, η παρουσία αυτών των διηγημάτων δίνει την αίσθηση ολοκλήρωσης της συλλογής, επιτρέπουν να διαφανεί με σαφήνεια ο θεματικός καμβάς που απασχολεί και εμπνέει τη Στεργίου, αφήνουν και μάλιστα αφήνουν μία αίσθηση -αρκετά υπόγεια- ενός σπονδυλωτού μυθιστορήματος με αρκετούς ήρωες, με την Αθήνα να είναι παρούσα.

Και δεν είναι μόνο η Αθήνα που είναι -επιτέλους- αναγνωρίσιμη μέσα από τις σελίδες των διηγημάτων, είναι και οι ήρωες παρέα με τους προβληματισμούς και τις αποφάσεις που παίρνουν, η ασφυξία και η ελευθερία που το περιβάλλον τους προκαλεί ή τους επιτρέπει, ήρωες που ανάμεσά τους μπορεί κανείς να αναγνωρίσει δικούς του φίλους ή ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό, ίσως λίγο νεότερο, ήρωες που εμένα μου θύμισαν τους ήρωες της Δημητρακάκη, ρεαλιστικοί στα δικά μου μέτρα.

(Πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Εκδόσεις Πόλις



Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

Το ματωμένο του έργο - Graeme Macrae Burnet





Γράφω αυτό το κείμενο κατόπιν επιθυμίας του δικηγόρου μου κυρίου Άντριου Σίνκλερ, ο οποίος από τότε που προφυλακίστηκα εδώ στο Ινβερνές μού φέρεται με πολύ περισσότερη ευγένεια απ' όση αξίζω και δικαιούμαι. Η ζωή μου υπήρξε σύντομη και άνευ σημασίας, και δεν επιθυμώ να απαλλαγώ από την ευθύνη για τις πρόσφατες πράξεις μου. Ο μόνος λόγος, επομένως, για τον οποίο εμπιστεύομαι αυτές τις λέξεις στο χαρτί είναι για να ανταποδώσω στον δικηγόρο μου την καλοσύνη που μου έχει δείξει.

Ο νεαρός Ρόντερικ Μακρέι, που ζει με τον πατέρα και τα αδέρφια του στο Κολντούι, ένα απομονωμένο χωριό του Ρος-σάιρ στα  Χάιλαντς, κατηγορείται για τριπλή δολοφονία, και εκείνος αποδέχεται την ενοχή του. Ο διορισμένος από το κράτος δικηγόρος που αναλαμβάνει την υπεράσπισή του του ζητάει να γράψει την ιστορία του, ενώ σκοπεύει να ισχυριστεί ενώπιον της έδρας πως ο πελάτης του έδρασε εκτός εαυτού χωρίς να έχει προσχεδιάσει το φονικό. Η αγχόνη περιμένει τον Μακρέι. Βρισκόμαστε στο έτος 1869.

Ο Μπερνέτ, στον ρόλο του αφηγητή-ερευνητή, μεταφέρει τον αναγνώστη στα Χάιλαντς του 19ου αιώνα, με αφορμή το τριπλό φονικό και τη δίκη που ακολούθησε, για να διηγηθεί μια ιστορία με τεράστιο ενδιαφέρον, όχι μόνο ως προς την εξέλιξη της δίκης, αλλά κυρίως για τις συνθήκες διαβίωσης σε εκείνη την απομακρυσμένη περιοχή, όπου η ζωή ήταν ένας καθημερινός αγώνας επιβίωσης, η γη ανήκε σε έναν μεγαλογαιοκτήμονα, η εκπαίδευση ήταν αχρείαστη πολυτέλεια, οι βεντέτες κάτι συνηθισμένο και η πατρική εξουσία απόλυτη, χωρίς να παραλείψει κανείς να αναφερθεί στις επικρατούσες δεισιδαιμονίες, την ισχύ της εκκλησίας και τη σεξουαλική καταπίεση. Το κείμενο που γράφει ο Μακρέι και η διαδικασία της δίκης θα φέρουν στο προσκήνιο μια ζοφερή πραγματικότητα, αντικαθρέφτισμα της εποχής. Ο τρόπος με τον οποίο στήνει την ιστορία του ο Μπερνέτ, με αυτόν τον ψευδοντοκουμενταρίστικο χαρακτήρα, επιτυγχάνει να καθηλώσει τον αναγνώστη και να αναδείξει με ακρίβεια τους χαρακτήρες, σε ένα υπέροχο μυθιστόρημα, που θυμίζει ως αίσθηση τα Έθιμα ταφής της Κεντ, και έφτασε, χωρίς να είναι φαβορί, μέχρι τη βραχεία λίστα του βραβείου Booker για το 2016. Είναι από τις περιπτώσεις εκείνες όπου η ευφυΐα του συγγραφέα διακρίνεται ως αναπόσπαστο μέρος του ταλέντου του, όπου ο χαρακτηρισμός του βιβλίου ως δικαστικού θρίλερ μοιάζει εν τέλει πολύ περιοριστικός για να περιγράψει πλήρως τα όσα καταφέρνει ο Μπερνέτ με Το ματωμένο του έργο, και πως τελικά ο απόλυτος συνδυασμός επιτυχίας είναι η παρουσία μιας δυνατής ιστορίας δοσμένης με έναν τρόπο που να την αναδεικνύει περαιτέρω.

Το απομονωμένο τοπίο άγριας ομορφιάς των Χάιλαντς και οι συνθήκες διαβίωσης της εποχής επιτρέπουν στον Μπερνέτ να επικεντρωθεί στην ιστορία και τους χαρακτήρες του, χωρίς να χρειάζεται να πασπαλίσει τις περιγραφές του με υπερβολικές λεπτομέρειες, και παρ' όλ' αυτά να μεταδώσει την αίσθηση ασφυξίας με την οποία, όχι μόνο ο αναγνώστης του σήμερα, αλλά και ο κάτοικος κάποιου αστικού κέντρου της εποχής, αντικρίζει τη ζωή στο μικρό χωριό. Η ιστορία, με την αγωνία που φέρει ως προς την εξέλιξή της, όσο προδιαγεγραμμένη και αν αυτή μοιάζει ήδη από τις πρώτες σελίδες με την παραδοχή της ενοχής εκ μέρους του Μακρέι, είναι δομημένη με τέτοιο τρόπο, ώστε να αναδείξει τους χαρακτήρες και το περιβάλλον στο οποίο ζουν· με αποκορύφωμα τον Μακρέι, έχουμε χαρακτήρες πλήρεις, με αδυναμίες, πάθη και ιδανικά, με την αίσθηση δικαίου να μην απουσιάζει εντελώς από κανέναν, παρά την όποια υποκειμενική θέση από την οποία παρατηρεί την ιστορία ο αναγνώστης, σε μια απόπειρα κατανόησης της ανθρώπινης φύσης, με τα πάθη της εξουσίας, το φόβο της επιβίωσης, το ένστικτο της εκδίκησης, την πίστη στην απόδοση δικαιοσύνης, την επίδραση του περιβάλλοντος, την ασφυξία της ατομικότητας μέσα στον κοινωνικό ιστό.

Αν και δεν έκανα αντιπαραβολή με το πρωτότυπο, έχω την αίσθηση πως η Χίλντα Παπαδημητρίου έφερε εις πέρας με επιτυχία το δύσκολο έργο της μετάφρασης.

Υπερκαλυμμένες και με το παραπάνω αναγνωστικές προσδοκίες, Το ματωμένο του έργο είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο αξίζει να διαβαστεί.
 
(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου
Εκδόσεις Μεταίχμιο


Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018

Το εικοσιτετράωρο ενός αναγνώστη - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος





Η ανάγνωση, όπως κάθε πάθος άλλωστε, δεν περιορίζεται στον εαυτό της, ο αναγνώστης, συγχωρέστε με αλλά η λέξη βιβλιόφιλος δεν με συγκινεί, δεν περιορίζεται στην ανάγνωση, και ένας αναγνώστης όπως ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, κι αυτή είναι μία από τις ιδιότητές του ανάμεσα στις άλλες, του ποιητή, του μεταφραστή, του κριτικού, του φιλολόγου -και ίσως και άλλων που καταφέρνει να κρατάει κρυφές- όχι μόνο το γνωρίζει καλά, αλλά αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα παθιασμένου αναγνώστη, για τον οποίο η ανάγνωση είναι ένα μόνο μέρος της σχέσης του με τα βιβλία, τους συγγραφείς, τις ιστορίες, μιας σχέσης με εμμονές -πώς αλλιώς;

Γιατί η ανάγνωση, πριν και πάνω απ' ό,τι άλλο, είναι μια σχέση συνυφασμένη με την ίδια τη ζωή, από το πλέον απλό ημερολογιακό συμβάν, όπως ποια κοπέλα κοιμόταν δίπλα του όταν εκείνος ξενύχτησε διαβάζοντας λίγες ακόμα σελίδες από την Καρδιά τόσο άσπρη, για την ακρίβεια τις σελίδες εκείνες με τον ήρωα να προσπαθεί να ξεχωρίσει τις λέξεις θυμού που ακούγονταν από τον δρόμο κάτω ακριβώς από το δωμάτιο του ξενοδοχείου, σε αντίστιξη με τη φαινομενική γαλήνη του δωματίου του ήρωα, αλλά και του αναγνώστη, μέχρι την αφιέρωση στην πρώτη σελίδα στο αντίτυπο του Τούνελ του Ερνέστο Σάμπατο, δώρο από έναν καλό φίλο, αφιέρωση που αν είναι δυνατόν την έκανε με στυλό, αλλά πώς να του κρατήσεις κακία -φροντίζεις να αγοράσεις ακόμα ένα αντίτυπο. Και ύστερα σκέφτεσαι τον Ξένο του Καμύ, και αναλογίζεσαι τι θα έκανες αν δεν υπήρχε αυτό το βιβλίο, ώστε να μπορείς να επιστρέφεις σ' αυτό όταν ο κόσμος καταρρέει;

Από τη μία πλευρά είναι η γοητεία να ακούς κάποιον να μιλάει για ένα πάθος, πάθος που νιώθεις και εσύ, πάθος για το οποίο συχνά νιώθεις πως δεν μπορείς να το μοιραστείς εύκολα με κάποιον, πάθος για το πλέον απλό, όπως την ταξινόμηση των βιβλίων στη βιβλιοθήκη, ή τη σημασία του να βρίσκεις το απόκομμα από το εισιτήριο κάποιου ΚΤΕΛ χρόνια μετά διαβάζοντας ξανά Το μαύρο κουτί  του Άμος Οζ. Όμως από την άλλη πλευρά, ακριβώς επειδή μιλάμε για πάθος, ορθώνεται η αντίδραση, όχι, εμένα η Λολίτα δεν μου άρεσε, ίσως γιατί μου θύμιζε έντονα την προυστική Αλμπερτίν, όχι, εγώ διαφωνώ με το μη δανεισμό βιβλίων.

Η γοητεία και η αντίδραση, ταυτόχρονα συναισθήματα με εκρηκτικά αποτελέσματα, συνοδεύουν την ανάγνωση των κειμένων που αποτελούν Το εικοσιτετράωρο ενός αναγνώστη, κειμένων από τα οποία ξεχειλίζει το πάθος, κείμενα στα οποία αφθονούν οι αναφορές σε βιβλία γνωστά και αγαπημένα, αλλά και σε άλλα είτε άγνωστα είτε σκονισμένα στη στοίβα των προσεχώς. Και ο τρόπος με τον οποίο ο Γιαννακόπουλος μιλάει για την ανάγνωση και τα βιβλία είναι, για μένα, ο πλέον κατάλληλος, ακριβώς λόγω του πάθους του, πάθους που οδηγεί σε συγκλίσεις και αντεγκλήσεις γόνιμες, μακριά από διάθεση για επίδειξη και απλή επανάληψη μισητών φράσεων όπως: μα καλά, δεν έχεις διαβάσει αυτό, μα καλά, (δεν) σου άρεσε το άλλο, και άλλων παρεμφερών. Στόχος του Γιαννακόπουλου δεν είναι να μιλήσει για τον εαυτό του αλλά για εκείνο που αγαπά, όπως ο ποιητής που μιλάει για τον έρωτα μιλάει για το αντικείμενο του πόθου του και όχι για τον ερωτευμένο εαυτό του, ή -ακριβέστερα- όπως το παιδί που μιλάει για το παιχνίδι. Και ακριβώς επειδή είναι τέτοιο το πάθος των κειμένων, Το εικοσιτετράωρο ενός αναγνώστη επιτελεί μια πράξη υπηρέτησης προς τη λογοτεχνία, προς την ανάγνωση, ανανεώνοντας εν τέλει τη δίψα μας για ιστορίες.


Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

Χάρισέ μου μια παράλληλη πραγματικότητα ακόμα





Τα πολυσέλιδα μυθιστορήματα λειτουργούν ως παράλληλη πραγματικότητα στη ζωή του αναγνώστη, ένα καταφύγιο ημερών, εβδομάδων ή και μηνών ακόμα. Παράλληλη πραγματικότητα σε μια ολοένα επιταχυνόμενη καθημερινότητα, υπερπληθώρας ερεθισμάτων, κυριαρχίας του εφήμερου ή μάλλον ακριβέστερα του στιγμιαίου, με την πεποίθηση της έλλειψης χρόνου, του χρόνου που δεν υπάρχει και όχι του χρόνου που σπαταλιέται στη διασπαστική κυριαρχία της πληροφορίας, της επιφανειακής γνώσης επί παντός επιστητού, της ανάγκης ή της υποχρέωσης καλύτερα να μπορεί κανείς ανά πάσα στιγμή να έχει γνώμη για οτιδήποτε, άσχετα αν δεν τον ενδιαφέρει, άσχετα αν δεν το γνωρίζει παρά επιδερμικά μονάχα ή ως τελευταίος δέκτης ενός εξ αρχής χαλασμένου τηλεφώνου, της κατανάλωσης και της μανίας προσθήκης στη φαρέτρα ασχημάτιστων και εν τέλει άχρηστων βελών, και αυτού και εκείνου αλλά και του άλλου. Της ποσοτικής απεικόνισης των πάντων.

Και ξαφνικά ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα ξεφυλλίζεται μπροστά στα μάτια σου, απαιτεί τον χρόνο και την προσοχή σου, σε δέχεται στις σελίδες του και σε καλωσορίζει στην πραγματικότητά του, πραγματικότητα στην οποία αρχικά νιώθεις ξένος και ίσως την προσεγγίζεις με μια διάθεση ανυπομονησίας, πες αυτό που θες να πεις και τελείωνε, μην πλατειάζεις, δώσε μου γρήγορα αυτό που χρειάζομαι -αλήθεια τι είναι αυτό που χρειάζομαι;-, τελείωνε να πάμε παρακάτω, ωστόσο το πολυσέλιδο μυθιστόρημα στέκει ατάραχο, ενώ εσύ δεν διστάζεις να το αφήσεις με μια οποιαδήποτε αφορμή -τι ώρα έχει πάει, τι καιρό θα κάνει αύριο, πού να βρίσκεται εκείνη ή εκείνος, πόσα τικ έχουν βάλει στη λίστα εν τω μεταξύ οι άλλοι- και επανέρχεσαι κάνοντας βιαστικά και συνήθως λαθεμένα μαθηματικές πράξεις για το υπολειπόμενο της ιστορίας, πόσες σελίδες, πόσες ώρες, πόσες μέρες, πόσα χαμένα τικ και φωτογραφικά κλικ, και ξάφνου γίνεται κάτι μαγικό, όλα εκείνα τα πρόσωπα, αρχικά απλώς ονόματα που δυσκολευόσουν να συγκρατήσεις και να συνδυάσεις με γεγονότα και λεπτομέρειες, ξαφνικά μεταμορφώνονται σε παλιούς γνώριμους, συμπάθειες και αντιπάθειες, μια λαχτάρα για το τι θα γίνει παρακάτω εμφανίζεται, και πριν καλά καλά το καταλάβεις ζεις μια παράλληλη ζωή.

Κάτι τέτοιες εμπειρίες έρχονται και σε βρίσκουν εκεί που δεν το περιμένεις, αδιανόητος μοιάζει ο εκ των προτέρων σχεδιασμός τους, κανείς δεν μπορεί να αποφασίσει ότι θα μπει σε μια παράλληλη πραγματικότητα, απλώς βρίσκεται σε μια παράλληλη πραγματικότητα χωρίς να το καταλάβει, παρά μόνο αργότερα, ίσως ακόμα και αφού εκείνη περάσει στο παρελθόν, όταν πια τα απογεύματα ή οι πρώτες πρωινές ώρες ή οι τελευταίες βραδινές είναι όπως πριν.

Δεν νομίζω πως για μένα υπάρχει αντιπροσωπευτικότερο παράδειγμα από την εξάμηνη σχεδόν παραλληλία της τότε ζωής μου, με την αδιάφορη και μηχανιστική από ένα σημείο και μετά πρωινή δουλειά της παροχής τηλεφωνικών πληροφοριών, με τη ζωή των ηρώων του Μαρσέλ Προυστ, από τόμο σε τόμο, με την Αλμπερτίν να μου γεννά αισθήματα μίσους που δεν γνώριζα πως είχα και την Υπόθεση Ντρέιφους να με παθιάζει με έναν τρόπο επίσης πρωτόγνωρο, και ξαφνικά, μια μέρα διάβασα την τελευταία σελίδα, και έμεναν δύο μήνες ακόμα για τη λήξη της σύμβασης, και δεν ήξερα τι μου έφταιγε τα απογεύματα που γύριζα στο σπίτι, παρότι οι μέρες είχαν μεγαλώσει, η καλοκαιρία επέλαυνε, οι σειρήνες του έξω κόσμου τραγουδούσαν πιο γλυκά από ποτέ και οι περιπέτειες της καρδιάς ξεδιπλώνονταν σε επεισόδια άνισα, και ήταν εκείνο το κενό της έλλειψης της παραλληλίας, εκείνο το καταφύγιο το οποίο πια ξεθώριαζε στο βάρος της λήθης, όπως όλα εκείνα που υπόσχεσαι πως δεν θα ξεχάσεις ποτέ.

Αλλά υπάρχει ακόμα κάτι συγκλονιστικό στα πολυσέλιδα μυθιστορήματα, το γεγονός πως ο συγγραφέας διέθεσε μήνες ή χρόνια από τη ζωή του ασχολούμενος με την κατασκευή ενός οικοδομήματος, παράλληλα κι εκείνος με τόσα άλλα της δικής του καθημερινότητας, υποχρεώσεις και περισπάσεις, άγχη και απογοητεύσεις, λογαριασμούς και κοινωνικές υποχρεώσεις, ξενύχτια και πρωινά ξυπνήματα, φαντασία και ρεαλισμό.

Μη βιαστείς να κρίνεις όσα είπα με όρους συγκριτικούς, η μεγάλη φόρμα απέναντι στη μικρή, δεν είναι αυτό το νόημα, απλώς άκουσα κάποιον αναγνώστη ελαφρά την καρδία να λέει: εγώ θα έκοβα εκατόν πενήντα σελίδες· και διαολίστικα, γιατί, όπως και να το κάνεις, δεν είναι ωραίο να ακούς κάποιον να κόβει σελίδες από τη ζωή σου.

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

Ο τρομπετίστας - Fernando Aramburu





Βιβλίο Βάσκου συγγραφέα δεν είχα διαβάσει πριν από τον Τρομπετίστα του Φερνάντο Αράμπουρου, αν θυμάμαι βέβαια καλά, βιβλίο που από κάποιον έχω δανειστεί και δεν θυμάμαι από ποιον, και παρακαλείται, εκείνος, αν διαβάσει το κείμενο, να προχωρήσει σε υπενθύμιση.

Ο μόνος τρόπος για τον Μπενίτο Λακούνθα ώστε να ξεφύγει από την πατρική καταπίεση ήταν οι σπουδές, έτσι βρέθηκε στη Μαδρίτη, όπου έκανε οτιδήποτε άλλο από το να σπουδάζει, αν και η μηνιαία επιβίωσή του εξαρτιόταν από τα χρήματα που του έστελνε ο πατέρας του, μέχρι που ανακάλυψε την αλήθεια. Τώρα ζούσε με την Πάουλι, γεγονός που του εξασφάλιζε στέγη και ζεστό φαγητό, ενώ δούλευε περιστασιακά στο μπαρ Ουτοπία, του οποίου ο ιδιοκτήτης του επέτρεπε πού και πού να παίζει τρομπέτα στους θαμώνες.

Τα όνειρά του για καριέρα στη μουσική βιομηχανία πάντα προσέκρουαν σε κάποιο άτυχο περιστατικό, και εκείνος, αν και κατέβαλλε την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια, επέμενε να διακηρύσσει πως αργά ή γρήγορα θα έπιανε την καλή.

Η είδηση σχετικά με τον θάνατο του πατέρα του θα τον αφήσει αρχικά αδιάφορο, όμως, ύστερα από την πίεση της Πάουλι, ορμώμενης από τη διεκδίκηση του μερίδιου που του αναλογούσε από την κληρονομιά, ο Μπενίτο Λακούνθα θα βρεθεί, μετά από χρόνια, πίσω στο χωριό που γεννήθηκε.

Δεν ενθουσιάστηκα ιδιαίτερα από το μυθιστόρημα αυτό, αν και το διάβασα ευχάριστα, αναγνωρίζοντας κάποιες αρετές στην υποβόσκουσα παρωδία και στο στήσιμο της ιστορίας, όμως η ίδια η ιστορία μου φάνηκε κάπως απλοϊκή και η προσοχή μου επικεντρώθηκε εξ ολοκλήρου στην ιστορία, γεγονός που είναι ίσως αρκετό για να δείξει την έλλειψη ενθουσιασμού, καθώς, κακά τα ψέματα, δύσκολα μια ιστορία από μόνη της, χωρίς άλλες αρετές λογοτεχνικές να την υποστηρίζουν και να την αναδεικνύουν, μπορεί να σταθεί, εφόσον οι περισσότερες ιστορίες, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, έχουν ειπωθεί, και μάλιστα με εκπληκτικούς τρόπους.

Για παράδειγμα, διέκρινα την πρόθεση του Αράμπουρου να προσδώσει στους ήρωές του μία σχηματικότητα, να τους μετατρέψει σε πρότυπα, πρόθεση η οποία δεν ευωδόθηκε, στερώντας από το μυθιστόρημα τη ρεαλιστική διάσταση που ο συγγραφέας τού αφαίρεσε.

Θυμήθηκα όμως έναν αγαπημένο Ισπανό συγγραφέα, τον Μολίνα, βιβλίο του οποίου, άγνωστο γιατί, έχει καιρό να κυκλοφορήσει στα ελληνικά.

Μετάφραση Χριστίνα Αμαργιανού
Εκδόσεις Gema

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

Το βιβλίο των κατόπτρων - E.O. Chirovici





Ο Πίτερ, λογοτεχνικός ατζέντης, θα λάβει ένα μέηλ από κάποιον Ρίτσαρντ Φλυν, το οποίο αρχικά μοιάζει με ακόμα ένα μέηλ από κάποιον υποψήφιο συγγραφέα. Όταν όμως θα διαβάσει τη συνοδευτική επιστολή του συνημμένου αρχείου, ο Πίτερ θα νιώσει πως πρόκειται για κάτι διαφορετικό, πως δεν είναι μία ακόμα αδέξια και άψυχη επιστολή. 

Το 1987 ο διάσημος καθηγητής Τζόζεφ Βίντερ θα βρεθεί δολοφονημένος στο σπίτι του, στο Πρίνστον. Η ανεξιχνίαστη αυτή δολοφονία αποτελεί το θέμα του χειρόγραφου που θα πάρει στα χέρια του ο Πίτερ. Πρόκειται άραγε για ομολογία ή για έργο μυθοπλασίας;

Ξεκινώντας να γράφω το κείμενο αυτό, φλέρταρα με την ιδέα να αναφερθώ πιο αναλυτικά απ' ό,τι συνήθως στην υπόθεση, κυρίως για να αναδείξω την ικανότητα του συγγραφέα στη σύνθεση της ιστορίας, με τις ανατροπές να κυριαρχούν και τον αναγνωστικό ορίζοντα προσδοκιών να τίθεται συνεχώς υπό αμφισβήτηση. Γρήγορα όμως συνειδητοποίησα πως οποιαδήποτε αναφορά στην υπόθεση θα αποτελούσε σπόιλερ για τον πιθανό αναγνώστη, οπότε και εγκατέλειψα την αρχική ιδέα.
Πιστεύω πως, για τους περισσότερους ανθρώπους, το να μεγαλώνεις σημαίνει, δυστυχώς, να αποκτάς την ικανότητα να κλειδώνεις τα όνειρά σου σ' ένα κουτί και να το πετάς στον ποταμό Ιστ. Κατά τα φαινόμενα, δεν αποτέλεσα εξαίρεση στον κανόνα. Όμως πριν από μερικούς μήνες ανακάλυψα κάτι σημαντικό, το οποίο επανέφερε στη μνήμη μου ορισμένα τραγικά περιστατικά που συνέβησαν το φθινόπωρο και τον χειμώνα του 1987, στο τελευταίο έτος μου στο Πρίνστον. Κατά πάσα πιθανότητα καταλαβαίνεις τι εννοώ: θεωρείς ότι έχεις λησμονήσει κάτι -ένα περιστατικό, έναν άνθρωπο, μία κατάσταση- και ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι η ανάμνηση μαράζωνε σε κάποιο κρυφό δωμάτιο του μυαλού σου αλλά ήταν πάντοτε εκεί, σαν να δημιουργήθηκε μόλις την προηγούμενη μέρα. Σαν να ανοίγεις μια παλιά ντουλάπα γεμάτη άχρηστα πράγματα και δεν έχεις παρά να μετακινήσεις ένα κουτί για να καταρρεύσουν τα πάντα πάνω σου.
Τι είναι αυτό που οδηγεί κάποιον να μιλήσει για μια ιστορία που συνέβη τόσο παλιά; Ο Κίροβιτς γνωρίζει καλά πως ο αφηγητής οφείλει να διαθέτει το απαραίτητο πάθος, να καθιστά ξεκάθαρο στον αναγνώστη πως η ζωή του εξαρτάται τρόπον τινά από την αφήγηση αυτή. Ήδη από τη συνοδευτική επιστολή διαφαίνεται η αγωνία του Φλυν, κανένα στοιχείο δεν μπορεί να θεωρηθεί λεπτομέρεια παρά μόνο ένα απαραίτητο κομμάτι του παζλ που επιχειρεί να συνθέσει.

Εκείνο που τελικά είναι δευτερεύον κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης είναι η ανακάλυψη του δολοφόνου, και είναι δευτερεύον γιατί προηγούνται τα μυστικά που τα κρατούν κρυμμένα, χρόνια μετά, τα πρόσωπα της ιστορίας, όχι μόνο εκείνα που ανήκαν στον περίγυρο του καθηγητή, όπως ο Φλυν, αλλά και όσοι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ασχολήθηκαν με την ιστορία της δολοφονίας και του χειρογράφου τόσο τότε όσο και τώρα, χρόνια μετά, ενώ τα κάτοπτρα που αναπαράγουν την πρώτη  εικόνα συχνά την παραμορφώνουν, για να χαθεί τελικά εκείνη μέσα σε μια σειρά αντικατοπτρισμών.

Το βιβλίο, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη, συνδέεται με τα βιβλία της Ντόνα Ταρτ και του Ζοέλ Ντικέρ, και, παρά την πιθανότητα κάτι τέτοιο να αποτελούσε απλώς ένα προωθητικό τρικ, στάθηκε ικανό να με ιντριγκάρει και να με οδηγήσει στην ανάγνωση. Τελειώνοντας το βιβλίο δεν έχω καμία αμφιβολία, οι λάτρεις της Ταρτ και του Ντικέρ θα το αγαπήσουν, είναι καταιγιστικός, αλλά σε καμία περίπτωση κενός, ο τρόπος με τον οποίο ο Κίροβιτς χτίζει την ιστορία του, ενώ οι ανατροπές στηρίζονται στην αλήθεια των ηρώων, με τους οποίους ο αναγνώστης αναπτύσσει έναν συναισθηματικό δεσμό, βάση του οποίου διαμορφώνει τις προσωπικές του προτιμήσεις για την τελική έκβαση της ιστορίας.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αντώνης Καλοκύρης
Εκδόσεις Πατάκη 


Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

Περιστρεφόμενο άπειρο





Οκτώ χρόνια, λοιπόν. Ας περάσουμε επί τροχάδην τα προφανή και κοινότοπα: πώς περνάει έτσι ο καιρός και σαν χτες μου φαίνεται και τα λοιπά και τα λοιπά. Ας προχωρήσουμε παρακάτω, ρίχνοντας λίγο τον ρυθμό: αρκετοί επαΐοντες προβλέπουν το τέλος των ιστολογίων, την επιβλητική και οριστική επικράτηση των κοινωνικών δικτύων, όμως μοιάζει να έχουν άδικο, όχι μόνο γιατί εστιάζουν τη ματιά τους στη δική τους "προσωπική γνώμη" -βλ. κούραση ή βαρεμάρα- αλλά και γιατί συνεχώς όλο και κάποια νέα ιστολόγια εμφανίζονται -για να εξαφανιστούν λίγο αργότερα τα περισσότερα είναι η αλήθεια- και γιατί εν γένει τα ιστολόγια ούτως ή άλλως υπερτερούν έναντι των κοινωνικών δικτύων λόγω του μη εφήμερου χαρακτήρα τους· ο χρόνος τα βαραίνει και τα αξιολογεί διαρκώς.

Ας χαλαρώσουμε τώρα τον ρυθμό. Οκτώ χρόνια, λοιπόν. Οκτώ χρόνια από την πρώτη δημοσίευση, που αναρτήθηκε αρκετούς μήνες μετά την πρώτη εμφάνιση της ιδέας για τη δημιουργία ενός ψηφιακού χώρου απόθεσης σκέψεων για ό,τι διάβασα, είδα και άκουσα, ένα απόγευμα κάπου στην παγωμένη ισπανική επαρχία, σε ένα σπίτι χωρίς σύνδεση στο διαδίκτυο και πριν την εμφάνιση των έξυπνων κινητών. Έτσι ξεκινάει το επετειακό αυτό κείμενο, με μια ανασκόπηση προσωπική, παράλληλη της πορείας του ιστολογίου, και, για ακόμα μία φορά, αναδεικνύεται, ο σημαντικότερος ίσως λόγος ύπαρξης αυτού εδώ του ψηφιακού τόπου, λόγος που τότε μου διέφευγε: η ανάγκη για έκφραση, η φιλοδοξία πως και κάποιον άλλον θα ενδιαφέρουν όσα θα έχω να λεω. Αυτοί ήταν οι τότε λόγοι, που σχετίζονται με τον ημερολογιακό χαρακτήρα της καταγραφής των εντυπώσεων και των σκέψεων, με αυτές τις, συχνά αδιόρατες, προσωπικές ψηφίδες, τη διάθεση της ημέρας, την απογοήτευση, τον ενθουσιασμό κ.τ.λ. κ.τ.λ. Γιατί δεν μεγάλωσε μόνο το ιστολόγιο κατά οκτώ χρόνια, αλλά κι εγώ -σκέψη προφανής και κοινότοπη μα όχι χωρίς αξία-, γιατί τελικά διαρκώς επιβεβαιώνεται η πίστη μου στη σημασία δημιουργίας παρελθόντος, του απαραίτητου αυτού φορτίου εξέλιξης, έτσι ώστε τα αρχικά προφανή και κοινότοπα ερωτήματα να μην έχουν χαρακτήρα αφαίρεσης αλλά πρόσθεσης. 

Ξεχωριστή μνεία οφείλω στα πρόσωπα που εμφανίστηκαν ή εξαφανίστηκαν, πρόσωπα που συνδιαμόρφωσαν, συνειδητά ή ασυνείδητα, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο ποσοστό το παρόν ιστολόγιο, αλλά και εμένα τον ίδιο, στους ιδανικούς αναγνώστες και ιδανικούς φίλους που φώτισαν περαιτέρω το μονοπάτι αυτό αλλά και -τι τύχη!- στα πλείστα αντιπαραδείγματα που λειτούργησαν, και συνεχίζουν να λειτουργούν, ως φάροι αποφυγής σκοτεινών υδάτων.

Οκτώ χρόνια, λοιπόν, και αρκετοί με ρωτούν αν βαρέθηκα ή αν έμπλεξα στα γρανάζια της ρουτίνας -αυτής της άδικα αρνητικά επιβαρημένης λέξης- ή αν με κατάπιε το σύστημα. Και μπορεί να μην έχω απάντηση για το σύστημα, όμως μπορώ να πω με σιγουριά πως απολαμβάνω τη ρουτίνα και στιγμή δεν έχω βαρεθεί, το αντίθετο μάλλον, διαρκώς νιώθω να αντικρίζω νέες προκλήσεις.

Και τι μας νοιάζουν εμάς όλ' αυτά; Σ' αυτό δεν έχω απάντηση, και να με συγχωράτε.



Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2018

Η συνομωσία Μπόρχες - Gastón Fiorda





Αποφάσισα να τον πιστέψω, ξέροντας πως η ζημιά θα 'ταν ανεπανόρθωτη. Ο Ντανιέλ, σκυμμένος πάνω από το τραπεζάκι του μπαρ, έδινε τις λεπτομέρειες μιας υπόθεσης που διαγραφόταν ανησυχητική. Θυμάμαι τα λόγια του να πέφτουν αργά από το στόμα του, την κατάπληξη που προκαλούσαν· όχι μόνο επειδή αυτά που έλεγε είχαν να κάνουν με τον Μπόρχες, αλλά και επειδή δε θύμιζαν σε τίποτα τη συνήθη του μετριοπάθεια.
"Ο Μπόρχες είναι επινόημα, είναι ένα συλλογικό δημιούργημα..." -η παρεμβολή της σερβιτόρας που ήρθε να ρωτήσει αν θέλαμε τίποτ' άλλο, του χάλασε τη διάθεση- "... ακόμα και η Κοδάμα αγνοούσε όλα αυτά τα χρόνια πως ο συγγραφέας Μπόρχες δεν ήταν παρά μια κατασκευή, βάσει ενός συμφώνου που παρέμεινε σε ισχύ ως το θάνατό του."
Με εύρημα αυτή την ιερόσυλη ιδέα, ειδικά για Αργεντινό, πως ο Μπόρχες ήταν ένα επινόημα της ομάδας του λογοτεχνικού περιοδικού Sur, ο γεννημένος το 1979 Γκαστόν Φιόρδα κάνει το λογοτεχνικό του ντεμπούτο. Ο Φιόρδα, σε ρόλο αφηγητή, θα πιστέψει τον Ντανιέλ και την παράλογη ιδέα του σχετικά με τον Μπόρχες. Aρχικά, από λογοτεχνικό ενδιαφέρον θα αποφασίσει να αξιολογήσει τα στοιχεία και να αναζητήσει μάρτυρες που θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν τη θεωρία αυτή. Σταδιακά, και καθώς η έρευνά του προχωρά παράλληλα με όσα συμβαίνουν στην προσωπική του ζωή, τα πράγματα θα περιπλακούν, καθώς οι θεματοφύλακες της συνομωσίας είναι αποφασισμένοι να προστατεύσουν το μυστικό.

Με αφετηρία το εύρημα και συμμάχους το πάθος για το έργο του μεγάλου δασκάλου και την πολύφερνη φαντασία του, ο Φιόρδα καταφέρνει να μας παρασύρει σε ένα ταξίδι προκλητικό για κάθε αναγνώστη. Με στοιχεία συνομωσιολογικού θρίλερ αλλά και βιβλιόφιλης νουβέλας, ο συγγραφέας επιτυγχάνει να μυθοποιήσει ακόμα περισσότερο τον Μπόρχες επιχειρώντας την αποδόμησή του, καθώς η συνομωσία μοιάζει λογικοφανής, αφού το έργο τού Μπόρχες μοιάζει αδύνατο να αποδωθεί σε έναν και μόνο άνθρωπο.

Ο Φιόρδα δεν αποπροσανατολίζεται από το εύρημά του, αλλά κάνει ορθή χρήση του ως σημείου περιστροφής, φροντίζοντας να χτίσει τη νουβέλα του με υλικά στέρεα, συνδυάζοντας, σαν καλός μυθοπλάστης, στοιχεία πραγματικά και γεγονότα φανταστικά, επιτρέποντας στη φαντασία του να βαδίσει σε δρόμους πασίγνωστους ακολουθώντας όμως διαφορετικά μονοπάτια.

Βιβλία όπως Η συνομωσία Μπόρχες αποτελούν τα ιδανικά βιβλία ανάπαυσης για μένα· αγάπη για τη λογοτεχνία, σπινθηροβόλα γραφή, μεταμοντέρνα τεχνάσματα, αίσθημα αγωνίας και παραποίηση της πραγματικότητας, διάθεση για παιχνίδι με αγάπη γι' αυτό. Και η Αργεντινή, περισσότερο από άλλες χώρες, εξάγει αρκετά τέτοια μικρά διαμαντάκια που είναι απολύτως του γούστου μου, σημαντικό μέρος των οποίων φέρουν τη μεταφραστική υπογραφή του Αχιλλέα Κυριακίδη και των εκδόσεων Opera.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Opera

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018

Η διαδικασία - Harry Mulisch




Η διαδικασία δεν ήταν το βιβλίο που ήθελα να διαβάσω εκείνη την ημέρα. Το βιβλίο που ήθελα να διαβάσω ήταν το Ταίναρον της Λέενα Κρουν. Ήμουν σίγουρος πως θα το βρω. Πήγα σε δύο μικρά βιβλιοπωλεία. Δεν το είχαν. Την επόμενη μέρα θα έφευγα, οπότε η προοπτική της παραγγελίας δεν ήταν εφικτή. Σε μεγάλο βιβλιοπωλείο δεν ήθελα να πάω. Κολλήματα. Απογοητευμένος βγήκα στον δρόμο. Έκανε κρύο κι εγώ είχα λίγο ακόμα χρόνο μέχρι να τους συναντήσω για να πάμε σε μια συναυλία. Βρήκα καταφύγιο σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο, από το οποίο ψώνιζα συχνά γύρω στο 2005. Εκεί βρήκα τη Διαδικασία. Την επόμενη μέρα στο τρένο ξεκίνησα να διαβάζω ακόμα ένα βιβλίο του Ολλανδού Χάρι Μούλις.
Ναι, φυσικά μπορώ να μπω κατευθείαν στο θέμα και ν' αρχίσω με μια πρόταση όπως: Χτύπησε το τηλέφωνο. Ποιος παίρνει ποιον; Γιατί; Πρέπει να είναι κάτι σημαντικό, αλλιώς δεν θ' άνοιγε μ' αυτό ο φάκελος. Αγωνία! Δράση! Αλλά αυτή τη φορά δεν μπορεί να γίνει έτσι. Απεναντίας. Πριν μπορέσει να ζωντανέψει κάτι εδώ, επιβάλλεται εμείς οι δύο να προετοιμαστούμε με περισυλλογή και προσευχή. Όποιος επιθυμεί να παρασυρθεί αμέσως, για να σκοτώσει τον καιρό του, καλύτερα να κλείσει αμέσως τούτο το βιβλίο, ν' ανοίξει την τηλεόραση και ν' αράξει στον καναπέ όπως σε μια μπανιέρα με ζεστό αφρόλουτρο. Προτού συνεχίσουμε λοιπόν τη γραφή και την ανάγνωση, θα νηστέψουμε πρώτα μια μέρα, στη συνέχεια θα πλυθούμε με δροσερό, καθαρό νερό κι έπειτα θα φορέσουμε ένα μανδύα από το πιο φίνο λευκό λινό.
Εξοικειωμένος με το στυλ του Μούλις, μεταμοντέρνο με αγάπη για την κεντικοευρωπαϊκή λογοτεχνία, με τον αναγνώστη συνεχώς παρόντα, δεν μου έκανε εντύπωση η απόπειρα αποθάρρυνσης μιας μερίδας αναγνωστών, ενέργεια που δεν έχει κάτι το ελιτίστικο, αλλά θέτει εξ αρχής τους κανόνες του γράφοντος, έτσι ώστε να απολαύσει ο ίδιος τη διαδικασία. Και όντως το πρώτο μέρος του βιβλίου, μέχρι δηλαδή να φτάσουμε στην κεντρική ιστορία με πρωταγωνιστή τον Βίκτορ Βέρκερ, την ιστορία ενός επιτυχημένου βιολόγου που κατόρθωσε να δημιουργήσει στο εργαστήριο έναν ζώντα οργανισμό από ανόργανη ύλη, που όμως δεν τα καταφέρνει στην καθημερινότητά του. Ακόμα ένας αποτυχημένος μεσήλικας ήρωας από εκείνους που τόσο αγαπώ στη λογοτεχνία. Στο πρώτο μέρος, λοιπόν, ο Μούλις πιάνει το νήμα από πιο πίσω, όταν ένας Εβραίος Ραβίνος θα αποπειραθεί να δώσει ζωή σε ένα Γκόλεμ. Και επιτυγχάνει αυτό που εξ αρχής δήλωσε, ένα κλίμα νηστείας και κάθαρσης για τον υπομονετικό αναγνώστη.

Αυτή η διάθεση του Μούλις για παιχνίδι -όπως το ορίζουν τα παιδιά, κάτι σοβαρό και σπουδαίο δηλαδή-, η διάθεσή του να αποπειράται διάφορα με αφορμή την κεντρική ιστορία, πότε να επιμένει στην αφήγησή της και πότε η ιστορία να μοιάζει απλώς η αιτία για να πει κάτι άλλο, κάτι που τον απασχολεί την εκάστοτε δεδομένη στιγμή, αδιαφορώντας για την πρόσκαιρη αίσθηση χάους, μια ικανότητα που παραπέμπει σε μουσικό σύνολο που ξαφνικά βρίσκεται να αυτοσχεδιάζει, μέχρι να επανέλθει, αργά και σταθερά, στην παρτιτούρα που έχει μπροστά του. Εγκεφαλικό και ιδιαίτερο. Μέσα από το μυθιστόρημά του ο Μούλις καταφέρνει να αποδώσει την κοινωνική αγκύλωση της εποχής μας, να θέσει σε παράλληλο προβληματισμό τα επιτεύγματα και τις επιδιώξεις της επιστήμης, τα ζητήματα ηθικής και θεολογίας που εκείνα γεννούν, με τον συναισθηματικό κόσμο των ανθρώπων που μοιάζει να συρρικνώνεται σε αντίθεση με τις ανάγκες που γιγαντώνει το αίσθημα της μοναξιάς και της ματαιότητας.

Τη μεθεπόμενη μέρα του ταξιδιού, ενώ η ανάγνωση της Διαδικασίας πλησίαζε στο τέλος της, βρήκα το μυθιστόρημα της Κρουν. Αυτό θα είναι το επόμενο βιβλίο. Όμως, έστω και από σπόντα, να που βρήκα ακόμα ένα βιβλίο του αγαπημένου μου, μαζί με τον Νόοτεμποομ, Ολλανδού συγγραφέα. Κάθε εμπόδιο για καλό, και άλλα τέτοια κλισέ.

Πριν από τρία χρόνια, με αφορμή Τα στοιχεία έγραφα τα εξής: Τα στοιχεία - Harry Mulisch

υγ. τελικά για το υπέροχο βιβλίο της Κρουν έγραψα νωρίτερα, μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο αυτό εδώ.


Μετάφραση Ινώ Βαν Ντάικ-Μπαλτά
Εκδόσεις Καστανιώτη

 

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018

Ο ξυλοκόπος - Reginald Hill





Ήθελα να διαβάσω ένα νουάρ μυθιστόρημα, κάπως παλιακό στη φόρμα και στην αφήγηση, που θα μου άφηνε εκείνη την αίσθηση ασπρόμαυρης κινηματογραφικής ταινίας που πάντα ακολουθεί αυτά τα βιβλία, και Ο ξυλοκόπος έμοιαζε η κατάλληλη επιλογή ανάμεσα στα υπόλοιπα αδιάβαστα βιβλία της γνωστής αναπτυσσόμενης στοίβας.

Τελικά, και μετά από μια αναζήτηση στο ίντερνετ, διαπίστωσα ότι το αίσθημα κατά την ανάγνωση των πρώτων σελίδων, πως δεν επρόκειτο για ένα παλιό βιβλίο, κάτι το οποίο πίστευα αρχικά εξαιτίας της έκδοσης και του υπότιτλου Κλασική Νουάρ Λογοτεχνία στο εξώφυλλο, επιβεβαιώθηκε. Το βιβλίο, γραμμένο το 2010, είναι νουάρ αλλά σε καμία περίπτωση ακόμα κλασικό.

Ο ορίζοντας προσδοκιών, αυθαίρετα και διαισθητικά δομημένος, κατέρρευσε. Ωστόσο η απογοήτευση κράτησε ελάχιστα, και υπεύθυνος γι' αυτό ήταν ο Χιλ.
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσατε εσείς καλά κι εγώ καλύτερα.
Ακριβώς. Όπως στα παραμύθια.
Πώς αλλιώς να περιγράψω τη ζωή μου μέχρι εκείνο το λαμπερό φθινοπωριάτικο πρωινό του 2008.
Ήμουν ο ταπεινός ξυλοκόπος που ερωτεύτηκε την πεντάμορφη πριγκίπισσα όταν την είδε να χορεύει στα ολάνθιστα παρτέρια του κάστρου, ξέροντας ωστόσο ότι ήταν ανώτερή μου, που θα μου έπαιρναν το κεφάλι ακόμη κι αν τολμούσα να τη φαντασιωθώ. Παρ' όλα αυτά, όταν ορίστηκαν τρεις φαινομενικά ακατόρθωτοι άθλοι με αντάλλαγμα το χέρι της σε γάμο, αποδέχτηκα την πρόκληση και μετά από πολλές επικίνδυνες περιπέτειες επέστρεψα θριαμβευτής για να διεκδικήσω αυτήν που ποθούσε η καρδιά μου.
Ο Ξυλοκόπος βρέθηκε να έχει όλα όσα επιθυμούσε, ίσως και παραπάνω απ' αυτά, όταν ξαφνικά, μέσα σε μία μέρα, θα βρεθεί στη φυλακή εξαιτίας της κατηγορίας για παιδεραστία σε συνδυασμό με οικονομικές ατασθαλίες. Εκείνος δηλώνει αθώος. Φίλοι και συνέταιροι του γυρίζουν την πλάτη. Η γυναίκα του τον χωρίζει και παντρεύεται τον καλύτερό του φίλο και πρώην δικηγόρο του. Στο κελί ονειρεύεται ένα και μόνο πράγμα, την εκδίκηση.

Μην αφήσετε κανέναν να σας πει κάτι παραπάνω για την υπόθεση.

Με μια γραμμική και απλή αφήγηση η ιστορία δεν θα ήταν ικανή να στηρίξει ένα βιβλίο επτακοσίων σελίδων, εκεί όμως έρχεται η ικανότητα του συγγραφέα, η μαστοριά του καλού αφηγητή, που ξέρει πώς να κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο, να εκμεταλλευτεί την έκταση της ιστορίας του ώστε να χτίσει τους χαρακτήρες του, να δικαιολογήσει την επιθυμία του πρωταγωνιστή για εκδίκηση, να ενσωματώσει τις απαραίτητες ανατροπές με έναν τρόπο λειτουργικό. Σκοτεινό και συναρπαστικό, το μυθιστόρημα του Χιλ σε αρπάζει και δεν σε αφήνει να ησυχάσεις μέχρι το τέλος της ανάγνωσης, καθώς νιώθεις μια ολοένα αυξανόμενη ταύτιση με τον Ξυλοκόπο. Εγκεφαλική δράση ανάμεσα στους ήρωες, με προεκτάσεις στην ψυχολογία και την θεολογία, με το ένστικτο της αυτοσυντήρησης να μοιάζει ανίκητο.

Τελικά Ο ξυλοκόπος ήταν μία τεράστια και απροσδόκητη αναγνωστική απόλαυση, βιβλίο που ενδείκνυται για τους λάτρεις του είδους αλλά και για εκείνους που πεισματικά αρνούνται να διαβάσουν "αστυνομικά".

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Χρύσα Τσαλικίδου
Εκδόσεις Εξάντας

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2018

Σκοτεινά σαν τον τάφο που ο φίλος μου κείται - Malcolm Lowry





Η κυκλοφορία του Σκοτεινά σαν τον τάφο που ο φίλος μου κείται ήταν η μεγαλύτερη, μέχρι την επόμενη ελπίζω, εκδοτική έκπληξη της χρονιάς. Πρώτον, γιατί τίποτα σχετικό δεν είχα ακούσει και γιατί κρίνοντας απ' όσα έμαθα εκ των υστέρων, ακόμα και για τον μεταφραστή Παναγιώτη Χαχή και για τις εκδόσεις Sestina ήταν επίσης μια μεγάλη ανακούφιση, το ευτυχές τέλος ενός δύσκολου εγχειρήματος. Δεύτερον, γιατί εκεί κάπου στην αλλαγή του χρόνου, παίζοντας το παιχνίδι στόχων για την χρονιά που πλησίαζε, αποφάσισα πως θα ήθελα να διαβάσω ξανά το Κάτω από το ηφαίστειο, ένα από τα βιβλία εκείνα που τους αξίζει η χρήση του ρήματος στοιχειώνω. Μόλις έπιασα το βιβλίο στα χέρια μου, ήξερα πως θα ήταν αδύνατο να μείνω πιστός στο αναγνωστικό πρόγραμμα που είχα καταστρώσει. Παραδόθηκα στον σκοτεινό κόσμο του Λόουρυ, με πλήρη επίγνωση του συναισθηματικού ρίσκου που έπαιρνα με την απόφαση αυτή.

Λένε, και συμφωνώ, πως οι σπουδαίοι δημιουργοί δουλεύουν συνεχώς και αδιαλλείπτως ένα και μόνο έργο, και η περίπτωση του Λόουρυ είναι από τις πλέον αντιπροσωπευτικές αυτής της άποψης, ίσως γιατί υπήρξε ένας από τους ελάχιστους που λειτουργούσαν καλλιτεχνικά έχοντας ως στόχο ένα συνολικό έργο, και παρά τις διαφορετικές μορφές που δοκίμασε, δούλευε παράλληλα ιδέες νέες, διόρθωνε κείμενα παλιά και αναθεωρούσε τελικές εκδοχές. Στη βάση αυτού του σύμπαντος βρίσκεται το Κάτω από το ηφαίστειο. Ο πρόωρος χαμός του Λόουρυ, αρκετά μυθιστορηματικός όπως κι ένα μεγάλο μέρος της ζωής του άλλωστε, άφησε ανολοκλήρωτο εν τέλει το συνολικό εγχείρημα, αφήνοντας για κληρονομιά σπαράγματα μεγαλύτερης ή μικρότερης έκτασης, όπως για παράδειγμα το Σκοτεινά σαν τον τάφο που ο φίλος μου κείται, που πέραν της δεδομένης λογοτεχνικής τους αξίας, παρουσιάζουν το επιπρόσθετο ενδιαφέρον της δυνατότητας να μελετήσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο δούλευε ο Λόουρυ.
Η αίσθηση της ταχύτητας, μιας γιγαντιαίας μετάβασης, να πηγαίνεις νότια, να κατεβαίνεις πάνω από τρεις χώρες, οι τρομερές οροσειρές, η αιφνίδια αίσθηση της καθόδου, της τρομερής οπισθοδρόμησης και της κίνησης, της ακινησίας, αλλά με έναν τρόπο, να πέφτεις κατευθείαν πάνω στον κόσμο, κατευθείαν πάνω στο χάρτη, σαν κάτι σπουδαίο να επικρέμαται, εκπληκτικό, κι ωστόσο η κινούμενη σκιά του αεροπλάνου από κάτω τους, ο αιώνιος μετακινούμενος σταυρός, λιγότερο φευγαλέος και περισσότερο απτός από τη θαμπή σκιά της σημασίας τού τι πραγματικά έκαναν, που ο Σίγκμπορν είχε στο μυαλό του: κι ωστόσο το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να επικεντρώνεται σ΄εκείνη τη σκιά κι αυτό μονάχα για μικρά διαστήματα.
Ο Σίγκμπορν, συγγραφέας του βιβλίου Κάτω από το ηφαίστειο, βιβλίου που αναζητούσε εκδότη, γνωρίζοντας απορρίψεις και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού, επιστρέφει με τη νέα του σύντροφο στο Μεξικό, εκεί που λίγα χρόνια πριν έλαβαν χώρα οι περιπέτειες του πρόξενου, με μια απροσδιόριστη επιθυμία αναζήτησης και αναβίωσης του παρελθόντος, αποτελούμενου από μέρη και πρόσωπα που συμπλήρωναν ή και επέτειναν την κατάσταση μέθης, της μποντλερικής μέθης ενάντια στην ύπαρξη, του συγγραφέα και του μυθιστορηματικού άλτερ έγκο του. Αντικατοπτρισμός στον αντικατοπτρισμό των χαρακτήρων μέσω των οποίων υπήρχε στα βιβλία του ο Λόουρυ, ο τόπος στον οποίο ο ρεαλισμός της αυτοβιογραφίας συναντά την μυθιστορία της φαντασίας, των εμμονών και των παθών. Ο τρόπος με τον οποίο ο ημερολογιακός χαρακτήρας των καθημερινών σημειώσεων μετατρέπεται σε μυθιστόρημα εν είδει κρυψώνας.

Ο αναγνώστης που θα τολμήσει να διαβεί το κατώφλι του λογοτεχνικού σύμπαντος του Λόουρυ, αυτού του καταραμένου συγγραφέα, οφείλει να γνωρίζει, και καλό είναι να προειδοποιηθεί γι' αυτό, πως το ταξίδι αυτό θα έχει ως κύριο πρωταγωνιστή τον ίδιο, και πως ο Σίγκμπορν ή ο πρόξενος δεν θα είναι παρά δικές του αντανακλάσεις, πως οι μέρες ανάμεσα στις σελίδες δεν θα μοιάζουν σε τίποτα με το πριν, καθώς θα βρεθεί να βαδίζει σε μέρη σκοτεινά της ψυχής ή της ύπαρξης.

Ένα κείμενο πηχτό. Έτσι χαρακτήρισα χωρίς πολλή σκέψη και γλωσσική φροντίδα το βιβλίο όταν ένας φίλος με ρώτησε πώς μου φαίνεται. Δεν θα άλλαζα, συνειδητοποιώ, τη διατύπωση αυτή· είναι ακριβής και συμπυκνώνει -εσκεμμένη χρήση ρήματος- τον συναισθηματικό πυρήνα της εμπειρίας μου ανάμεσα στις σελίδες του Λόουρυ. Ένα κείμενο πηχτό, λοιπόν, υψηλής περιεκτικότητας, όπου η κάθε λεπτομέρεια, θαρρείς και, είναι απαραίτητη, παρότι, διάολε, μιλάμε για ένα ανολοκλήρωτο έργο. Η καταβύθιση που γίνεται σταδιακά, οι μορφές που αναδύονται από το παρελθόν, η αμφιβολία που κατατρώει τις αρχικές προθέσεις του ταξιδιού, η αναζήτηση μιας ισορροπίας που έχει από καιρό χαθεί, οι εμμονές που ξαφνικά θεριεύουν, η αγάπη που ποτέ δεν είναι αρκετή, η εξάρτηση που συνεχώς μεταμορφώνεται, το μεξικανικό τοπίο που πάντα είναι παρόν, οι μέρες που κυλούν αργά, το φορτίο του ξένου σε έναν τόπο που μοιάζει ανεξήγητα οικείος, το αλκοόλ.

Στην περίπτωση του Λόουρυ ο διαχωρισμός ανάμεσα σε ψυχαγωγία και διασκέδαση μοιάζει αφελής και παιδιάστικος, παρότι αποτελεί συνήθως ένα καλό εύρημα διαχωρισμού για την επίδραση της τέχνης. Εδώ έχουμε κάτι διαφορετικό, δυσκολότερα εξηγήσιμο και διαχειρίσιμο. Αναλογίζομαι την εβδομάδα ανάγνωσης, και αντικρίζω ένα κενό. Πρόκειται όμως για κενό με τη συνηθισμένη χρήση της λέξης; Δεν είμαι σίγουρος. Μοιάζει περισσότερο με το κενό της περιόδου ενός σοκ, με ένα κενό καθοριστικό, άμυνα και αδυναμία εκείνου που το υπόκειται. Το σώμα, τότε, βρίσκεται σε πλήρη δράση, από τον εγκέφαλο μέχρι τις άκρες των δακτύλων, ο όγκος των πεπραγμένων είναι τέτοιος που η αίσθηση μοιάζει με ένα τεράστιο κύμα που σε παρασέρνει και, ενώ αδυνατείς να κρατήσεις το κεφάλι πάνω από την επιφάνεια του νερού, μετά σε αγκαλιάζει και σε στροβιλίζει, για να σε ξεβράσει, λίγο αργότερα στην ακτή, αν είσαι τυχερός, με την ανάσα κομμένη. Νομίζεις ότι υπερβάλλω; Δοκίμασε.


Μετάφραση Παναγιώτης Χαχής
Εκδόσεις Sestina

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2018

Η μορφή των λειψάνων - Juan Gabriel Vásquez




Την τελευταία φορά που τον είδα, ο Κάρλος Καρβάγιο ανέβαινε με κόπο σε μια αστυνομική κλούβα, με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα, με χειροπέδες, και το κεφάλι βυθισμένο ανάμεσα στους ώμους, ενώ μια λεζάντα στο κάτω μέρος της οθόνης πληροφορούσε για τους λόγους της σύλληψής του: είχε προσπαθήσει να κλέψει το υφασμάτινο κοστούμι ενός δολοφονημένου πολιτικού.
Μεγαλώνοντας, ανάμεσα σε τόσα και τόσα άλλα, μαθαίνουμε την ιστορία του τόπου μας, κυρίως αυτήν, μέσα από διηγήσεις του περιβάλλοντός μας αλλά και από την ιστορία, ως μάθημα στο σχολείο, έτσι όπως αυτή επικράτησε. Αργότερα, εξαιτίας της κυκλικότητας της ιστορίας αλλά και της ιδιότητας του παρελθόντος να καθορίζει το παρόν και να συνδιαμορφώνει το μέλλον, επιμένουμε -ίσως όχι όλοι, σίγουρα όχι όλοι-  να διερευνήσουμε τι πραγματικά συνέβη. Κάποιοι -ίσως ακόμα λιγότεροι- επιθυμούν να εξερευνήσουν εκείνη την άλλη πραγματικότητα, να περιηγηθούν στο βασίλειο των ενδεχομένων και των εικασιών, σε μέρη που ούτε ο ιστορικός ούτε ο δημοσιογράφος είχαν τη δυνατότητα να εισέλθουν.

Έτσι λειτουργεί ο Βάσκες, κάτι που γνωρίζαμε και από τα προηγούμενα βιβλία του που κυκλοφορούν στα ελληνικά, Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν και Οι πληροφοριοδότες, αυτό τον ενδιαφέρει και όχι μια απλή μυθιστορηματική αναπαράσταση των γεγονότων. Το πάντρεμα της ιστορίας και της μυθοπλασίας, της αλήθειας και της φαντασίας, η ανάδειξη μιας λεπτομέρειας σε κύριο σημείο περιστροφής, ο παραλληλισμός και η ταυτόχρονη αντιπαράθεση μυθιστοριογράφου και συνωμοσιολόγου. Και αν, διαβάζοντας τον Ήχο των πραγμάτων όταν πέφτουν, στα μάτια μου ήταν προφανής η λογοτεχνική συγγένεια με τον σπουδαίο στυλίστα Χαβιέρ Μαρίας, πλέον, με τους Πληροφοριοδότες και τη Μορφή των λειψάνων, είναι ορατή μια άλλη εκλεκτική συγγένεια με τον επίσης σπουδαίο Χαβιέρ Θέρκας.

Δύο δολοφονίες με απόσταση χρόνων μεταξύ τους, του φιλελεύθερου ηγέτη Ουρίμπε το 1914 και του επίσης φιλελεύθερου Γκαϊτάν το 1948, που στιγμάτισαν την κολομβιανή ιστορία και την οδήγησαν από διαφορετικά μονοπάτια μέχρι σήμερα, αποτελούν τον διπλό πυρήνα του μυθιστορήματος αυτού, ενός μυθιστορήματος που συγχρόνως αποτελεί το χρονικό της συγγραφής του, με αφηγητή τον ίδιο τον Βάσκεζ, ο οποίος, επιμένοντας στο δίπολο πραγματικότητα-φαντασία, εντάσσει και τη δική του βιογραφία στο μυθιστόρημα, ώστε να παραμένουν δυσδιάκριτα για τον αναγνώστη τα όρια ανάμεσα στην αλήθεια και την επινόηση, μια απόφαση που δικαιολογεί ωστόσο απόλυτα τον τρόπο με τον οποίο ο Βάσκες προσεγγίζει τη λογοτεχνία που τον παθιάζει. Ο Βάσκες δίνει τον απαραίτητο χώρο, ώστε να διαφανεί όχι μόνο η σημαντικότητα των λεπτομερειών σχετικά με αυτές τις δύο δολοφονίες, αλλά κυρίως να αναδειχτεί το πάθος και η εμμονή των ηρώων για το κυνήγι της αλήθειας, για την ανασκευή της επίσημης εκδοχής των γεγονότων, και μαζί με αυτή και η εμμονή του ίδιου.

Οι τρεις κεντρικοί ήρωες, ο Βάσκες, ο Καρβάγιο και ο Ανσόλα, μπαίνουν στο κυνήγι της ανάδειξης της κρυφής πλευράς της ιστορίας ξεκινώντας από μια υπόσχεση σε κάποιον· στην εξέλιξη της έρευνας το προσωπικό πάθος επικρατεί και τυφλώνει, η έρευνα μετατρέπεται σε προσωπική υπόθεση. Το πάθος, που τόσο λείπει από την καθημερινότητα, σε σημείο εμμονής, κυριαρχεί.

Η απαράμιλλη αφηγηματική άνεση του Βάσκες, η ικανότητά του να ελίσσεται ανάμεσα στις υποϊστορίες που απαρτίζουν την ιστορία, ο τρόπος με τον οποίο επιχειρεί τα μπρος πίσω στον χρόνο, επιτρέπουν στον αναγνώστη μία απρόσκοπτη ανάγνωση, μέσα από την οποία αναδεικνύονται ξεκάθαρες οι προθέσεις του συγγραφέα, αλλά και το σημαντικότερο -μάλλον- όλων, η αυθύπαρκτη υπόσταση του μυθιστορήματος ως πραγματικότητας παράλληλης με την πραγματικότητα του αναγνώστη.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2018

Κρίσιμη καμπή - Nancy Huston





Με τον καιρό έχω καταφέρει να μαζέψω από βιβλιοπωλεία και παζάρια το μεγαλύτερο μέρος των βιβλίων της Νάνσυ Χιούστον που κυκλοφορούν στα ελληνικά· μου λείπουν βέβαια ακόμα ένα ή δύο -δεν είμαι σίγουρος- αλλά δεν χάνω την πίστη μου, όσο συνεχίζω να κάνω βόλτες σε παλαιοβιβλιοπωλεία ανά την επικράτεια. Όλο έλεγα να διαβάσω ακόμα κάποιο βιβλίο της και όλο κάποιο άλλο βιβλίο κάποιου άλλου συγγραφέα εμφανιζόταν μπροστά μου, και με ξεμυάλιζε με όσα υποσχόταν· τώρα -δηλαδή τότε, όταν άνοιξα την πρώτη σελίδα- ήταν η στιγμή.
Το κορμί αυτό βγήκε από μέσα της.
"Κορίτσι", λένε τα άτομα που τα χέρια τους χειρίζονται τώρα επιδέξια, εκεί κάτω, τα μικροσκοπικά όλο γωνίες μέλη και τις γυαλιστερές γλοιώδεις μάζες των γλουτών και του τριχωτού κεφαλιού, έπειτα βουτάνε στο βάθος της χαίνουσας αβύσσου που είναι το κορμί της Λιν για να βγάλουν από μέσα το παλλόμενο μαυροκόκκινο κομμάτι ζωντανής σάρκας που δεν ανήκει σε κανέναν, ούτε σε εκείνη ούτε στο παιδί, κι έπειτα αρχίζουν να τη ράβουν ξανά. 
Η Λιν, επαγγελματίας χορεύτρια, παντρεμένη με δύο παιδιά πια, νιώθει πως δεν μπορεί να αφιερωθεί στο πάθος της, πρέπει να διαλέξει.

Αυτή είναι η υπόθεση, η κρίσιμη καμπή στη ζωή μιας γυναίκας, και περισσότερα δεν είναι απαραίτητο να ειπωθούν. Μία συγγραφέας, όπως η Χιούστον, δεν έχει ανάγκη από σύνθετες υποθέσεις και ευφάνταστα ευρήματα, η ζωή γύρω της της είναι αρκετή. Μία γυναίκα που πρέπει να διαλέξει, μία γυναίκα σύγχρονη, με ένα πάθος παρόν, που δεν μπορεί και δεν θέλει να σκέφτεται συμβατικά. Η Χιούστον δεν επιθυμεί να πάρει θέση, ούτε δίνει φωνή στο περιβάλλον της οικογένειας έτσι ώστε να δώσει τη δυνατότητα στον αναγνώστη -που το αναζητά- να ταυτιστεί, ούτε επιχειρεί να δικαιολογήσει την απόλυτα προσωπική -με τις συνέπειές της- απόφαση της Λιν. Ένα θέμα ταμπού, ακόμα και για εκείνους που δεν το παραδέχονται.

Εκείνο που με εντυπωσιάζει, ανάμεσα σε άλλα, στη γραφή τής Χιούστον είναι το πώς καταφέρνει να συνδυάζει την εγκεφαλική με τη συναισθηματική γραφή, τον στακάτο με τον ποιητικό λόγο, σε ένα αποτέλεσμα απολαυστικό και ιδιαίτερο, τέτοιο που μπορεί να λειτουργήσει τόσο ανεξάρτητα όσο και υποστηρικτικά στην ιστορία που διηγείται. Αφήνει συνειδητά μία απόσταση ανάμεσα σε εκείνη και τους ήρωές της, δεν θέλει να τους χαϊδέψει, ούτε να τους επικρίνει, θέλει να τους παρακολουθήσει σε ένα περιβάλλον ήσυχο, χωρίς αχρείαστες φωνές και υστερίες, σίγουρα κάτι άγνωστο για το δικό μας μεσογειακό ταμπεραμέντο, ήσυχο αλλά όχι χωρίς συναισθήματα όπως ο θυμός, η απογοήτευση και η αγάπη.

Η Χιούστον μοιάζει να γνωρίζει καλά την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, της συνύπαρξης, των αποφάσεων που κάποτε έμοιαζαν σωστές και τελικά αποδείχτηκαν αποφάσεις άλλων, των αποφάσεων που επισύρουν τιμωρίες. Δεν υπάρχουν συνταγές, πόσο μάλλον συμβουλές, ενώ το πλήκτρο της επανεκκίνησης της ζωής δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμα. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως η Χιούστον ανοίγει μία χαραμάδα στον αναγνώστη, για να παρατηρήσει τις ζωές της τετραμελούς οικογένειας, να αναμετρηθεί με τη ροπή για συμβουλές, στον ρόλο κάποιου που λέει τραγούδια έξω από τον χορό, να τον φέρει στη δύσκολη θέση, στην πλέον δύσκολη θέση της ανεκτικότητας προς τον τρίτο.

Ένα ακόμα υπέροχο μυθιστόρημα, δείγμα καλής γυναικείας λογοτεχνίας, από τη γεννημένη στον Καναδά Νάνσυ Χιούστον.

Μετάφραση Ρένα Χατχούτ
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2018

Όταν η βία πλησιάζει - Malcolm Mackay





Ζεις τη ζωή σου κρατώντας μεγάλα μυστικά και αυτά καταλήγουν να σε καθορίζουν. Το ότι ξαφνικά τα αποκαλύπτεις σε κάποιον  είναι αγχωτικό. Συνέχισε· σταματάς και διακινδυνεύεις να μην αρχίσεις ποτέ ξανά.
Πέρασαν σχεδόν τρία χρόνια απ' όταν διάβασα το πρώτο μέρος της τριλογίας του Μάλκολμ Μακέι Ο αναγκαίος θάνατος του Λιούις Γουίντερ, και τελειώνοντάς το ευχήθηκα, απόρροια της αναγνωστικής απόλαυσης, να εκδοθούν και τα υπόλοιπά δύο, όχι τόσο για να δω την κατάλληξη της ιστορίας του επαγγελματία εκτελεστή συμβολαίων θανάτου Κάλουμ Μακλίν, όσο γιατί η αφηγηματική ικανότητα του Μακέι, με τις κοφτές προτάσεις, τον στακάτο ρυθμό και τη διαρκή δευτεροπρόσωπη απεύθυνση στον αναγνώστη με είχαν κερδίσει. Θα ήταν, βέβαια, ψέμα να ισχυριστώ πως η αφηγηματική ικανότητα του Σκοτσέζου συγγραφέα θα μπορούσε να είναι από μόνη της αρκετή, το μυθιστόρημα διέθετε και τις υπόλοιπες αρετές του είδους, δράση, μια σκοτεινή πόλη, τη Γλασκώβη στην προκειμένη περίπτωση, πειστικούς χαρακτήρες, ανατροπές και σασπένς. Η ευχή μου πραγματοποιήθηκε. Τώρα ήταν η σειρά του τρίτου και τελευταίου μέρους.

Ένας στυλίστας της γραφής, όπως ο Μακέι, δύσκολα σε απογοητεύει. Λίγες μόνο προτάσεις είναι αρκετές για να επανέλθεις στη Γλασκώβη των συμμοριών, παρότι έχει περάσει τόσος καιρός από την τελευταία βόλτα σου εκεί. Το ίδιο συνέβη και αυτή τη φορά. Ο Κάλουμ Μακλίν στον δρόμο για μία ακόμα δουλειά, μια τελευταία δουλειά. Αυτό είναι μυστικό όμως. Είναι κάτι που τα αφεντικά του δεν γνωρίζουν. Εκείνος είναι αποφασισμένος· ν' αφήσει πίσω του τη Γλασκώβη, να εξαφανιστεί από εργοδότες και εχθρούς, να ζήσει μια ζωή κανονική. Κι αυτή είναι η πλέον απαιτητική δουλειά της καριέρας του.

Η Γλασκώβη του Μακέι αντανακλά τη ζωή του Κάλουμ Μακλίν, σκοτεινή και ήσυχη, φαινομενικά ήσυχη. Δεν αποτελεί, και πώς θα μπορούσε άλλωστε, έναν τουριστικό οδηγό της βιομηχανικής πόλης. Ο συγγραφέας δεν έχει σκοπό να διαφημίσει την πόλη, είναι μία πόλη όπως όλες οι μεγάλες πόλεις, με τα μυστικά της, με τις συμμορίες να επιχειρούν να αποκτήσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο έλεγχο και να διευρύνουν τη ζώνη επιρροής τους, ταυτόχρονα όμως αποτελεί την πόλη που τον ενέπνευσε ως σκηνικό για την ιστορία του, γεγονός γοητευτικό.

Ένα συχνό μειονέκτημα της αστυνομικής λογοτεχνίας είναι η αγιοποίηση του ήρωα· ο καλός επιθεωρητής, ο κοινωνικός τιμωρός, ο δολοφόνος εκδικητής. Αυτό είναι κάτι που δεν λειτουργεί, που κάνει μη ρεαλιστικό το περιβάλλον δράσης, περισσότερο και από ένα ακραίο σενάριο. Ο Μακέι δεν πέφτει στην παγίδα αυτή, όλοι οι ήρωές του είναι ατελείς και απλώς φλερτάρουν με τη συμπάθεια του αναγνώστη σε έναν διαγωνισμό εσωτερικό.

Γεννημένος το 1982, ο Μακέι θεωρείται από πολλούς ο αδιαμφισβήτητος διάδοχος του Ίαν Ράνκιν στη σκοτσέζικη λογοτεχνία, και εγώ δεν έχω κανένα λόγο να διατυπώσω οποιαδήποτε ένσταση σ' αυτόν τον ισχυρισμό.

Είχαν προηγθεί: Ο αναγκαίος θάνατος του Λιουίς Γουίντερ,
                           Πώς ένας εκτελεστής λέει αντίο


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Άλκηστις Τριμπέρη
Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

Κόκκινος καπνός - Perla Suez






Τι υπέροχο βιβλίο ήταν αυτό που διάβασα, σκέφτηκα μόλις το έκλεισα και το άφησα στο δίπλα μου κομοδίνο, και στη συνέχεια σκεφτόμουν τον Πάνο, με τον οποίο γνωριστήκαμε μέσω των ιστολογίων μας -βρείτε εδώ το δικό του, μήπως και τον κάνετε να γράφει πιο συχνά-, αφού ήταν εκείνος που μου το πρότεινε, εγώ, βλέπετε, το είχα σταμπάρει όταν κυκλοφόρησε, όμως με τον καιρό και την επέλαση τόσων βιβλίων το ξέχασα, μου το πρότεινε σχεδόν ψιθυριστά, με ένα μήνυμα που έλεγε: να διαβάσεις τον Κόκκινο καπνό, αν δεν το έχεις κάνει ήδη δηλαδή, εμένα μου άρεσε πολύ. Και ύστερα σκεφτόμουν πόσο εύστοχο και ακριβές ήταν το σχόλιο τού μεταφραστή του βιβλίου, Αχιλλέα Κυριακίδη -πόσα και πόσα διαμαντάκια από τη Λατινική Αμερική, και όχι μόνο, δεν φέρουν την υπογραφή του;-: "Σπουδαία συγγραφέας, χωρίς κανένα ίχνος συγγραφικού ναρκισσισμού". Ακριβώς αυτό! Χωρίς κανένα ίχνος συγγραφικού ναρκισσισμού, χωρίς καμία διάθεση να εντυπωσιάσει με πυροτεχνήματα, που γρήγορα και άδοξα χάνουν τη λάμψη τους, γνωρίζοντας ξεκάθαρα πως η ιστορία της χωρίς εξεζητημένο μακιγιάζ θα ήταν αρκετή για να φέρει την αλήθεια της στον αναγνώστη. Και έτσι ακριβώς έγινε.
Απόψε δεν έκλεισα μάτι, η πόρτα της κουζίνας έτριζε και χρειάστηκε να σηκωθώ πολλές φορές και να τη δέσω μ' ένα σύρμα για να ησυχάσει. Σκέπασα με μια κουβέρτα το παράθυρο της κουζίνας για να μη βλέπω - μου φαινόταν πως κάποιος γυρόφερνε εκεί έξω.
Μία οικογενειακή σάγκα, με τις αρχές της κάπου τον 18ο αιώνα στη Ρωσία και τη Γερμανία της φτώχειας και της εξαθλίωσης. Ο Βίλχελμ Κέλερ, γιος του Μπέρνχαρντ, και η Ούτε Σούλντινγκ θα αναζητήσουν ένα καλύτερο αύριο στην Αργεντινή, και θα φέρουν στον κόσμο δύο παιδιά, τον Όσκαρ και τον Τόμας. Η ζωή του μετανάστη και ο σκληρός και διαρκής αγώνας του για επιβίωση και δημιουργία ενός καλύτερου αύριο, η επιθυμία και η άρνηση για ενσωμάτωση στο καινούριο περιβάλλον, τα βιώματα του παρελθόντος, οι προκλήσεις του παρόντος και τα όνειρα -χέρι χέρι με τις φοβίες- του μέλλοντος.

Δεν υπάρχει σήμερα χωρίς χτες, και δεν χρειάζεται κάποιος ειδικός ψυχολόγος ή άλλης ειδικότητας επιστήμονας για να το επιβεβαιώσει, γι' αυτό και η Σουέζ κρίνει απαραίτητο -και υλοποιεί τεχνικά εξαίσια- το διαρκές μπρος πίσω στον χρόνο, ώστε να φτάσει μέχρι το κλείσιμο της αυλαίας. Η θέση της γυναίκας, τα όνειρα-εφιάλτες των γονιών για τα παιδιά τους, η διαρκής ανατροπή των δεδομένων, η φυλακή των βιωμάτων, οι ιθαγενείς που θεωρούνται εξίσου ξένοι με τους ξένους, ο έρωτας και ο γάμος, η αργεντίνικη επαρχία της ομορφιάς και της εγκατάλειψης, η πολιτική, εσωτερική και εξωτερική, ανάμεσα σε άλλα, συνθέτουν, ή περιστοιχίζουν την ιστορία των Κέλερ.

Χωρίς τη σκληρότητα του ρεαλισμού της Ντελέντα, αλλά ταυτόχρονα χωρίς τα φτιασίδια άλλων ρευμάτων, όπως του μαγικού ρεαλισμού για παράδειγμα, η Σουέζ καταφέρνει μέσα σε 180 σελίδες ενός αραιογραμμένου μυθιστορήματος να δώσει στον αναγνώστη μια δυνατή και αληθινά συγκινητική ιστορία, γεμάτη από πραγματική ζωή, χωρίς υπερβολές και εξάρσεις. Ένα μυθιστόρημα που αποτυπώνεται στη μνήμη του αναγνώστη -στη συναισθηματική κυρίως μνήμη, που ευτυχώς μοιάζει πολύ πιο ισχυρή και ανυπότακτη στο πέρασμα του χρόνου.

Πολύ μεγάλη έκπληξη το βιβλίο αυτό!

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Opera  

Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Έτσι, λέει, πρέπει να είναι οι παρουσιάσεις των βιβλίων.





Στην αρχή η βροχή έγινε δεκτή κυρίως με αδιαφορία, μόνο κάποιοι λίγοι βρέθηκαν να εκφράσουν, με έκδηλη ανακούφισή, τη χαρά τους, η γη θα ξεδιψούσε. Άλλωστε, όπως είναι γνωστό, στον τόπο αυτόν η βροχή είναι κάτι το πρόσκαιρο, μια απλή αφορμή για δυσφορία της λεγεώνας των καιριστών -φράξιας η οποία ασχολείται, απουσία άλλου ενδιαφέροντος ή ελλείψει θάρρους, συνεχώς με τον καιρό, χωρίς να υπάρχει συνήθως κάποιος λόγος. Μία εβδομάδα μετά, κατά την οποία κάποια διαστήματα ψιλόβροχου αποτελούσαν μία απλή παύση στα κυβικά εκατοστά νερού ανά τετραγωνικό μέτρο, κανείς ακόμα δεν ήξερε με ακρίβεια να πει πόσα, η δυσαρέσκεια είχε πάρει διαστάσεις συλλογικού συναισθήματος, μία από τις ελάχιστες -η μοναδική ίσως;- περιπτώσεις ύπαρξης ενός συλλογικής σύμπνοιας, χωρίς φωνές διαμαρτυρίας. Δεν ήταν μόνο το στέγνωμα των ρούχων, αλλά, κυρίως, η ύφεση στην αγορά. Τις πρώτες ημέρες, δύο ή τρεις για την ακρίβεια, υπήρξε μια πρόσκαιρη, όπως έμελλε να αποδειχτεί, άνθηση -λέξη αστεία- στην αγορά αλεξιβρόχιων -κοινώς: ομπρελών- και αδιάβροχων ενδυμάτων, ενώ κάποιοι προνοητικοί έσπευσαν να αγοράσουν και αδιάβροχα υποδήματα -κοινώς: γαλότσες. Αξιοσημείωτες αγορές πλεούμενων σκαφών ή σωσιβίων γιλέκων δεν παρατηρήθηκαν.

Στην πτώση της αγοράς -κάποιοι έπαιξαν με τις λέξεις χρησιμοποιώντας τη λέξη στέγνωμα- αναφέρθηκαν πρώτοι -όπως πάντα- οι δημοσιογράφοι, αρχικά με εξωτερικές συνδέσεις-υπό την προστασία ομπρέλας και με έκδηλες τις κακουχίες στο πρόσωπο και τη φωνή από τη βροχή αλλά και τις σκηνοθετικές οδηγίες για θεατρικότητα στο στήσιμό τους. Αργότερα, τη δωδέκατη ή δέκατη τρίτη ημέρα, επέστρεψαν στην οικεία στεγανότητα των κλειστών χώρων, δεδομένου ότι η ταλαιπωρία για να προσεγγίσουν το στούντιο ήταν μάλλον αρκετή. Σταδιακά, και ενώ η βροχή συνεχιζόταν, τα περισσότερα καταστήματα παρέμεναν κλειστά, στους δρόμους κυκλοφορούσε ελάχιστος κόσμος, οι καπνιστές επιδείκνυαν το θάρρος τους απέναντι στον νόμο, οι εθελοντές ένιωθαν μια πρωτόγνωρη εγγύτητα με τους άστεγους και για τον λόγο αυτό έπαψαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, προτιμώντας τη θαλπωρή του σπιτιού τους, οι πιστοί πείσθηκαν χωρίς ιδιαίτερο κόπο και χωρίς κατήχηση για το αληθινό νόημα της φράσης "πανταχού παρών", οι ερωτευμένοι κουράστηκαν. Μόνο οι ποιητές συνέχισαν να στρέφονται ενάντια στην ποίηση γράφοντας ποιήματα.

Μετά από πενήντα τρεις ή πενήντα τέσσερις ημέρες η βροχή σταμάτησε.

Στην αρχή κυριάρχησε μια κάποια επιφύλαξη, παρά τον λαμπρό ήλιο. Οι δρόμοι στέγνωσαν και άρχισαν να γεμίζουν πεζούς και οχήματα. Ελάχιστοι όμως παρατήρησαν την εξαφάνιση των πουλιών. Το μυστήριο λύθηκε αργότερα: καθώς ήταν αδύνατον να πετάξουν, κατέφυγαν σε υπόστεγα, και έτσι έπεσαν θύματα των διωκτών τους.

Λίγα χρόνια μετά κανείς δεν θυμόταν τίποτα πια.

(Μου στέλνει συχνά τέτοια κείμενα. Για την ακρίβεια, μου στέλνει τέτοια κείμενα κάθε φορά που έχει διαβάσει ένα βιβλίο που του δημιούργησε την ανάγκη να γράψει όπως του επέβαλε εκείνο, το βιβλίο· πολύ συχνά τότε, αν όχι πάντα, έχει αναπτύξει μια ιδέα που τον απασχολούσε -κάποιες φορές λέει "βασάνιζε"- πριν ή κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Έτσι, λέει, πρέπει να είναι οι παρουσιάσεις των βιβλίων.

Αυτή τη φορά στο υστερόγραφο έγραψε ότι το κείμενο που μου έστειλε το έγραψε μετά την ανάγνωση του βιβλίου Οι εργάτες του κρύου, του Αργεντίνου Ραμίρο Κιντάνα.)



Μετάφραση Ρομίνας Κηπουρίδου
Εκδόσεις Σαιξπηρικόν

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Οι Τέσσερις Δίκαιοι - Edgar Wallace




Εξοχότατε,
το νομοσχέδιο που προτίθεστε να καταθέσετε στη Βουλή είναι άδικο. Έχει σχεδιαστεί ώστε να παραδώσει σε μια διεφθαρμένη και εκδικητική κυβέρνηση άτομα που αυτή τη στιγμή βρίσκουν στην Αγγλία άσυλο από τις διώξεις των δικτατόρων και των τυρράνων.
Συνεπώς, βρισκόμαστε στη θλιβερή θέση να σας προειδοποιήσουμε πως, εκτός και αν η κυβέρνησή σας αποσύρει το νομοσχέδιο, θα υποχρεωθούμε να σας εκτελέσουμε, και όχι μόνο εσάς αλλά και όποιον άλλον αναλάβει να προωθήσει ένα τόσο άδικο σχέδιο νόμου.
Την παραπάνω προκήρυξη υπογράφουν οι Τέσσερις Δίκαιοι, γνωστοί ανά την υφήλιο για την πολιτική τους δράση και την επιτυχημένη υλοποίηση των υποσχέσεων/απειλών τους. Ο ισχυρός υπουργός δικαιοσύνης ετοιμάζεται να φέρει προς ψήφιση έναν νόμο που θα επιτρέπει την έκδοση αλλοδαπών που διώκονται στις χώρες τους και έχουν βρει καταφύγιο στην Αγγλία. Οι Τέσσερις Δίκαιοι, αριστοκράτες με υψηλό αίσθημα δικαιοσύνης, δεν είναι διατεθειμένοι να επιτρέψουν κάτι τέτοιο, και στέλνουν το απειλητικό σημείωμα, το οποίο και αξιολογείται από τις αρχές ως αληθινά απειλητικό, ενώ ταυτόχρονα ετοιμάζουν το σχέδιο για τη δολοφονία του υπουργού σε περίπτωση που εκείνος επιμείνει να φέρει προς ψήφιση τον συγκεκριμένο νόμο.

Μια αφήγηση παράλληλη, από τη μία οι ετοιμασίες των τεσσάρων και από την άλλη η άμυνα της αστυνομίας, θα οδηγήσει στην κορύφωση του τέλους: θα κάνει πίσω ο υπουργός; Και αν όχι, τότε πώς θα υλοποιήσουν την απειλή τους οι Τέσσερις Δίκαιοι απέναντι στα δρακόντεια μέτρα της αστυνομίας; Οι Τέσσερις Δίκαιοι, πρώτο μέρος έξι βιβλίων του Έντγκαρ Γουάλας, δημοσιεύτηκε το 1905. Πολιτικό θρίλερ, στο οποίο ενυπάρχει επίσης το υποείδος "το μυστήριο του κλειδωμένου δωματίου", και σήμερα, παρότι έχουν περάσει πάνω από εκατό χρόνια, εξακολουθεί να εντυπωσιάζει με την απλότητά του, αφήνοντας την αίσθηση μιας ασπρόμαυρης ταινίας σε θερινό σινεμά, χωρίς αχρείαστες φιοριτούρες για τη δημιουργία ατμόσφαιρας, αποτυπώνοντας με ακρίβεια την εποχή, επιλέγοντας ένα θέμα αμφιλεγόμενο, χωρίς να κάνει διάκριση ανάμεσα σε απόλυτα κακούς και καλούς. Οι Τέσσερις Δίκαιοι αποπνέουν μια ρομαντικότητα με διαχρονική ισχύ, καθώς, ενώ ανήκουν στην προνομιούχα τάξη, σε μια εποχή έντονης ανισότητας, επιλέγουν τη δράση και ρισκάρουν την προσωπική τους ελευθερία γι' αυτό που θεωρούν κοινό καλό.

Μυθιστόρημα το οποίο διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, με κτίσιμο χαρακτήρων και απόδοση εποχής, λογοτεχνική αξία που δεν έχει αλλοιώσει ο χρόνος, το αντίθετο μάλιστα, την έχει περιβάλλει με τον μανδύα του κλασικού και διαχρονικού.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφαση Αντώνης Καλοκύρης
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

    

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

Ταίναρον - Leena Krohn





Με τη σκανδιναβική λογοτεχνία να γνωρίζει παγκοσμίως τεράστια απήχηση, κυρίως -αλλά όχι μόνο- λόγω της αστυνομικής λογοτεχνίας, απόρροια μιας αναγνωστικής τάσης αλλά και της πολιτικής σχετικά με το βιβλίο αυτών των βόρειων χωρών, το γεγονός πως δεν είχα διαβάσει κανένα βιβλίο Φινλανδού συγγραφέα ήταν ένας λόγος που με οδήγησε στην πρόσφατη και για πρώτη φορά στα ελληνικά έκδοση του βιβλίου της Λέενα Κρουν με δύο νουβέλες. Το οπισθόφυλλο, μαζί με τις πρώτες σελίδες, διαβασμένες σε όρθια στάση στο βιβλιοπωλείο, ενέτειναν την επιθυμία μου.

Πώς να ξεχάσω εκείνη την άνοιξη που πηγαίναμε περίπατο στον Βοτανικό Κήπο του Πανεπιστημίου, αφού ένας τέτοιος κήπος υπάρχει κι εδώ, στο Ταίναρο, μεγάλος και καλοσυντηρημένος; Αν τον έβλεπες, θα έμενες άφωνος. Έχει πολλά φυτά που δεν τα γνωρίζει κανείς, ακόμα και ένα είδος που ανθίζει κάτω από το χώμα.

Η πρώτη νουβέλα, που δίνει και τον τίτλο στην έκδοση, γράφτηκε το 1985 και έχει μορφή επιστολική· εκείνη, η αποστολέας των αναπάντητων επιστολών, ζει πια μακριά από τον άγνωστο τόπο της, κάπου στον αντίποδα του Ταίναρου. Μέσα από τις τριάντα σύντομες επιστολές ένας μαγικός κόσμος κάνει την εμφάνιση του. Ο καλύτερός της φίλος στον νέο τόπο είναι ένα σκαθάρι. Ναι, ένα σκαθάρι. Όμως είναι τέτοιος ο τρόπος με τον οποίο διηγείται η Κρουν την ιστορία της, που οι ρεαλιστικές διαστάσεις της δεν τίθενται καμία στιγμή εν αμφιβόλω, ενδεδυμένη ταυτόχρονα με κάτι το παραμυθένιο, στις παρυφές του μαγικού ρεαλισμού, με σημείο εκκίνησης όμως την κεντροευρωπαϊκή λογοτεχνία. Είναι ο ξεχωριστός τρόπος με τον οποίο η Κρουν αντικρίζει τη σκοτεινή πλευρά του κόσμου, επιθυμώντας να δώσει μία διάσταση μαγική, χωρίς να αναλωθεί στον στεγνό καταγγελτικό ρεαλισμό, φλερτάροντας οριακά με το μελό και αρνούμενη να παραδοθεί ολοκληρωτικά στην παραβολή. Το αποτέλεσμα είναι συναρπαστικό -επίσης: γλυκό, τρυφερό και συγκινητικό.

Στη δεύτερη νουβέλα, γραμμένη το 2013, με τίτλο Hotel Sapiens, η Κρουν ορίζει επίσης έναν νέο τόπο, αυτή τη φορά ένα ξενοδοχείο ανθρώπων, που θυμίζει φρενοκομείο, φυλακή ή στρατόπεδο συγκέντρωσης, αλλά ταυτόχρονα είναι και καταφύγιο από τον έξω κόσμο που έχει πια ισοπεδωθεί, ένα ξενοδοχείο που το διαχειρίζονται μηχανές, ένα περιβάλλον άχρονο, όπου το μόνο τικ τακ που ακούγεται είναι εκείνο του μηχανισμού του προσωπικού του. Εδώ η Κρουν, με τον ευδιάκριτο προσωπικό της τρόπο, όπως ήδη αποτυπώθηκε ευκρινώς εκείνος στην πρώτη νουβέλα, διηγείται μια δυστοπική ιστορία, που ανήκει στην ευρύτερη οικογένεια της Επιστημονικής Φαντασίας. Η μνήμη του παλιού κόσμου που σταδιακά ξεθωριάζει, τα όνειρα που καταγράφονται από τους φύλακες και οι ομιλίες γνωστών επισκεπτών -φιλοσόφων, ψυχολόγων και λογοτεχνών-, για την ακρίβεια μηχανών μεταμφιεσμένων σε πρωτοπόρους της σκέψης και της επιστήμης του παρελθόντος, συνυπάρχουν με την καθημερινότητα του ξενοδοχείου και τις αγωνίες των ενοίκων του.

Ένα βιβλίο μαγικό, που φανερώνει ένα πνεύμα με ποικίλα ενδιαφέροντα και μεγάλο εύρος γνώσεων, ένας ξεκάθαρα προσωπικός τρόπος γραφής, που συγγενεύει με άλλες σπουδαίες σύγχρονες συγγραφείς ταυτόχρονα όμως χωρίς να τις θυμίζει. Η Κρουν επιλέγει το λογοτεχνικό περιβάλλον που ταιριάζει καλύτερα στην ιστορία της και το διαμορφώνει με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι λειτουργικό και γόνιμο, για να χωρέσει και να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο εκείνη αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω της.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Μαρία Μαρτζούκου
Εκδόσεις Καστανιώτη  

Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2018

Μυθιστόρημα - Θωμάς Συμεωνίδης





Τετάρτη βράδυ. Εκείνη έχει απ' ώρα αποκοιμηθεί. Κάτι βράδια, όπως αυτό, τη ζηλεύω για την ευκολία της στον ύπνο. Εγώ στριφογυρίζω, δεν βολεύομαι, και εκείνη δυσανασχετεί μες στον ύπνο της. Χωρίς ν' ανάψω το φως, βρίσκω τον δρόμο για το σαλόνι, το καλώδιο του ηλεκτρικού καλοριφέρ υπήρξε το πλέον απαιτητικό εμπόδιο, στη συνέχεια, ιεραρχικά, η αποφυγή του τριξίματος της πόρτας, μεγεθυμένου εκκωφαντικά μες στην ησυχία της νύχτας. Στο τραπέζι η κούπα του μισοτελειωμένου πρωινού καφέ και το βιβλίο του Συμεωνίδη. Σκέφτομαι όλες εκείνες τις φωτογραφίες με μια κούπα καφέ και ένα βιβλίο που τόσο απεχθάνομαι. Σκέφτομαι την αντίστιξη της στιγμής, και γελάω μόνος μου ενώ τραβάω τη φωτογραφία και την ανεβάζω στα κοινωνικά δίκτυα. Τετάρτη βράδυ.

Κάποιες σελίδες αργότερα, και με την κούπα άδεια, συμβιβάζομαι με την αϋπνία. Ένα ακόμα βράδυ κερδισμένο ή ένα ακόμα βράδυ χαμένο. Όπως προτιμάτε.

Αυτή είναι η τελευταία ανάμνηση της βραδιάς, λίγο πριν μετακινήσω το βιβλίο από πάνω μου και αναζητήσω το ξυπνητήρι που σημαίνει πρωί. Ο συμβιβασμός επιφέρει την παράδοση, σκέφτομαι ενώ ντύνομαι, εκείνη κοιμάται στο δωμάτιο και η ησυχία εξακολουθεί να κυριαρχεί. Ακόμα μία εργάσιμη μέρα. Στο λεωφορείο, συνεχίζω το βιβλίο του Συμεωνίδη, οπισθοχορώ λίγες σελίδες από τη σήμανση του σελιδοδείκτη, να πιάσω το νήμα πριν την οριστική παράδοση στον ύπνο. Κάθε τόσο σηκώνω το βλέμμα και κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Ελάχιστα είναι εκείνα που διαφέρουν. Η ρουτίνα της διαδρομής και των αστικών εικόνων. Στο διάζωμα, τα συνεργεία του δήμου αναχαιτίζουν την πορεία των φυτών προς το οδόστρωμα. Η κυρία δίπλα μου μυρίζει όμορφα. Εκείνη δεν θα ξυπνήσει παρά αργότερα.

Κοιτάζω το εξώφυλλο. ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ. Η εικόνα του γνωστού πίνακα της πίπας με τον υπότιτλο Αυτό δεν είναι μία πίπα, μου έρχεται στο νου, δυσκολεύομαι να ανακαλέσω το όνομα του δημιουργού και καταφεύγω στην ψηφιακή αναζήτηση, Ρενέ Μαγκρίτ, ναι, ναι, μονολογώ, Ρενέ Μαγκρίτ. Δεν είναι μυθιστόρημα, μάλλον, έτσι, τουλάχιστον πιστεύω εγώ. Θυμάμαι εκείνο το Πάσχα -Μεγάλη Βδομάδα στο χωριό, βαρετά και ανούσια, χωμένος στο κρεβάτι μου να διαβάζω Μπέκετ για πρώτη φορά. Είναι η στιγμή να πατήσω το κουμπί της στάσης, η κυρία δίπλα μου με προλαβαίνει, κατεβαίνουμε και περιμένουμε υπομονετικά το φανάρι για τους πεζούς, να μας προστατεύσει από την ορμή της λεωφόρου.

Φτάνω στη δουλειά είκοσι λεπτά νωρίτερα. Η μαγεία του απρόοπτου των αστικών συγκοινωνιών. Ζυγίζω τις σελίδες που απομένουν μέχρι το τέλος, παίρνω το ρίσκο, αργώ τελικά τρία λεπτά να περάσω την πόρτα, σύμφωνα με το ρολόι μου τουλάχιστον, με τον σελιδοδείκτη πλέον, παρά την ομορφιά του, άχρηστο. Αργότερα, στο μεσημεριανό διάλειμμα κοιτάζω τις σημειώσεις μου για το βιβλίο: Πάσχα/Μπέκετ, καφές/βιβλία, Παρίσι/Μετρό. Ποιος είπε ότι οι σημειώσεις μπορούν να περιγράψουν με ακρίβεια μία ανάγνωση;

Σήμερα είναι Κυριακή και αυτό είναι το κείμενο για ένα ιδιαίτερα όμορφο βιβλίο.

Εκδόσεις Γαβριηλίδη

Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018

Ιστορίες του Βαρθολομαίου Ολίβιε - Δημήτρης Καρακίτσος





Τις περισσότερες συλλογές διηγημάτων τις βρίσκω μάλλον κακές, σίγουρα ασύνδετες και ξεκάθαρα άνισες. Κάποιες ελάχιστες με γοητεύουν. Τέτοια η περίπτωση της συλλογής από Ιστορίες του Βαρθολομαίου Ολίβιε, του ρεσεψιονίστ και διηγηματογράφου Βαρθολομαίου Ολίβιε, όπως γνωστοποιεί ο υπότιτλος.

Η ανάγνωση των ελάχιστων αυτών συλλογών έχει ακόμα ένα χαρακτηριστικό, είναι συνήθως αργή καθώς ανάμεσα σε δύο διηγήματα νιώθω την ανάγκη για ένα διάλειμμα, να κλείσω το βιβλίο για να το ανοίξω ξανά λίγο αργότερα, έτσι ώστε να μπορέσω εκ νέου να βυθιστώ στην επόμενη ιστορία. Η συγκεκριμένη ανάγνωση δεν διέθετε αυτό το χαρακτηριστικό, γεγονός που δεν οφειλόταν μόνο στη "μανία" να διαβάσω λίγο ακόμα, αλλά σε μία διάχυτη αίσθηση συνοχής, ορατής από την πρώτη κιόλας μετάβαση στο επόμενο διήγημα, αίσθηση η οποία εντεινόταν καθώς η ανάγνωση προχωρούσε, και ο Βαρθολομαίος Ολίβιε, ο αφηγητής των ιστοριών, αποκτούσε σάρκα και οστά -κάπως κλισέ ως φράση, το παραδέχομαι-, και ο τρόπος, του να παρατηρεί και να διηγείται διέθετε τη γοητεία ενός γνήσιου παραμυθά, κάτι που παραδόξως εντεινόταν στις ιστορίες εκείνες που λόγω θέματος έμοιαζαν εν πρώτοις αδιάφορες. Και έτσι, ο Καρακίτσος, με τον αφηγητή που επινοεί, μένει στα παρασκήνια των ιστοριών, μία κίνηση που μοιάζει να είναι συνειδητή, και, επιτρέψτε μου να πω, ευφυής.
Ξημερώνει. Οι ήρωες του ανά χείρας διηγήματος έχουν αποκοιμηθεί στις ξαπλώστρες. Είναι εξουθενωμένοι. Τους κακομεταχειρίστηκα όλο το βράδυ. Δεν τους επέτρεψα να κάνουν έρωτα. Η νύχτα ήταν ζεστή, έριξα την κιθάρα του αγοριού στις πλάκες της βεράντας για να τους τρομάξω. Έλυσα το άλογο και οι νέοι το ακολούθησαν, βρήκαν την πόρτα του γειτονικού σπιτιού ανοιχτή. Μια τηλεόραση έπαιζε σιγανά, το χρυσόψαρο άστραφτε μέσα στο ενυδρείο.
Άλλα μικρότερα, άλλα μεγαλύτερα, τα διηγήματα του Καρακίτσου διαθέτουν τη μη διαπραγματεύσιμη ιδιότητα, να είναι σφιχτά και σμιλεμένα στη λεπτομέρεια, δικαιολογώντας απόλυτα και χωρίς συμβιβασμούς την επιλογή της μικρής φόρμας. Και αν χωρικά οι ιστορίες, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, είναι περιορισμένες, έχοντας ως άξονα την Κέρκυρα, με την παράδοση στη μουσική και την επιρροή της Δύσης, δεν συμβαίνει το ίδιο ως προς τον χρόνο εξέλιξης των ιστοριών, που εκτείνεται σε ένα μεγάλο εύρος, όπως επίσης συμβαίνει και με τη θεματική τους. Ιστορίες κατασκοπείας και καθημερινά περιστατικά, θρύλοι και ρεαλισμός, ιστορίες στις οποίες ο Ολίβιε υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας και άλλες για τις οποίες άκουσε, αναφορές στον Μπόρχες και στον Λόβκραφτ αλλά και σε μουσικοσυνθέτες. Και παρά τις διαφορετικές μεταξύ τους ιστορίες, καθώς η ανάγνωση περνά στο παρελθόν, παρατηρώ πως δυσκολεύομαι να επιμείνω στον χαρακτηρισμό του βιβλίου ως συλλογής διηγημάτων, αλλά τείνω να προτιμήσω εκείνον του σπονδυλωτού μυθιστορήματος, έχοντας επίγνωση του ατοπήματος αυτού, ίσως γιατί τελικά οι ωραίες ιστορίες ανήκουν στον αφηγητή τους, και στο πέρασμα του χρόνου συνθέτουν μια ιδιότυπη βιογραφία του ίδιου.


Η καλαίσθητη έκδοση, με την επιλογή του σχεδίου του Ανρί Ματίς και την ξεχωριστή υφή του χαρτιού, αποτελούν -απαραίτητες- λεπτομέρειες που καλό είναι να επισημαίνονται. 

Εκδόσεις Ποταμός  

Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2018

Αγαπώ, ρήμα αμετάβατο - Mário de Andrade




Θα αρκούσε ο τίτλος για να τραβήξει την προσοχή του υποψήφιου αναγνώστη, ρόλο που θα πάρω εγώ, αγαπητέ αναγνώστη -μαζί με τον χαρακτηρισμό ρομαντικός-, και μετά δεν θα υπήρχε γυρισμός -εκτός από τον απαραίτητο μέχρι το βιβλιοπωλείο-, το όνομα του μεταφραστή Νίκου Πρατσίνη ακόμα μία εγγύηση, και η έκδοση ακόμα μία. Το είχα βάλει στο μάτι, όπως συνηθίζουν κάποιοι να λένε, όχι εγώ όμως, αγαπητέ αναγνώστη, εγώ θα έλεγα: αυτό το βιβλίο θέλω να το διαβάσω, απευθυνόμενος στον εαυτό μου κατά πάσα πιθανότητα, όμως αυτό είναι άσχετο, συμπληρώνοντας κάπως χαμηλόφωνα: κάποια στιγμή. Μου το έκαναν δώρο, χωρίς να το έχω ζητήσει, μια μεταβατική πράξη αγάπης. Έτσι απέφυγα τουλάχιστον τον απαραίτητο γυρισμό.

Παρέκβαση:


Μία από τις αναγνωστικές διαμάχες των περασμένων μηνών αφορούσε το βιβλίο της Λισπέκτορ Η ώρα του αστεριού. Πόλωση: από τη μία εκείνοι -μαζί κι εγώ- που το αποκαλούσαν αριστούργημα, από την άλλη εκείνοι -ίσως μαζί κι εσύ- που το αποκαλούσαν κακό και με βεβαιότητα έλεγαν πως η Λισπέκτορ δεν ξέρει να γράφει. Χμ. Υπερασπίζομαι μέχρι τελικής πτώσης το δικαίωμα στο προσωπικό γούστο: μου άρεσε ή δεν μου άρεσε. Αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο. Δύο όμως πράγματα με προβλημάτισαν στη συγκεκριμένη εχθρότητα απέναντι στη Λισπέκτορ. Πρώτον, η έλλειψη οποιασδήποτε αιτιολόγησης όσον αφορούσε τον χαρακτηρισμό του ως κακό βιβλίο, καμία αναφορά στο πλαίσιο και στις λογοτεχνικές αρχές που εκείνη υπηρέτησε. Δεύτερον, το πάθος με κάτι που δεν άρεσε σε κάποιον, αντί για το πάθος με κάτι που τον συγκλόνισε, αν τον συγκλόνισε. Βέβαια, παρά τα όσα ειπώθηκαν, κανέναν από τους αρνητές της δεν τον απασχόλησε το γιατί ενοχλήθηκε τόσο από το συγκεκριμένο μυθιστόρημα.

Γιατί η παρέκβαση με τη Λισπέκτορ αναρωτιέσαι, αγαπητέ αναγνώστη, και με το δίκιο σου. Λίγη υπομονή, παρακαλώ. Ο Μάριο Αντράντε υπήρξε ένας από τους κύριους εκπροσώπους του βραζιλιάνικου μοντερνισμού. Η Λισπέκτορ, λίγα χρόνια αργότερα, μία από τις πλέον γνωστές εκπροσώπους του βραζιλιάνικου μεταμοντερνισμού. Είναι κάπως πιο ξεκάθαρο τώρα; Δεν έχω την απαίτηση από κανέναν να εντρυφήσει στη λογοτεχνική θεωρία, πριν αποφασίσει να διαβάσει το ένα ή το άλλο βιβλίο μυθοπλασίας. Μακριά από μένα κάτι τέτοιο. Όμως, αν ενοχληθείς, αν δεν μπορέσεις να καταλάβεις γιατί κάποιο έργο θεωρείται αριστούργημα, δεκαετίες μετά την αρχική του έκδοση, δεν θα βοηθούσε η καταφυγή στη θεωρία; Όχι για να σου αρέσει μετά με το ζόρι, αλλά για να καταλάβεις γιατί δεν σου άρεσε. Στην παρούσα έκδοση κάτι τέτοιο είναι πιο απλό, καθώς η κατατοπιστική εισαγωγή και τα σχόλια του μεταφραστή αποτελούν ένα σημαντικό εργαλείο στα χέρια του αναγνώστη. 

Ο πατέρας μιας πλούσιας οικογένειας συμφωνεί με μια Γερμανίδα γκουβερνάντα και την προσλαμβάνει. Πίσω από το προφανές της εκπαίδευσης των παιδιών βρίσκεται κάτι ακόμα, η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση του δεκαεξάχρονου υιού. Μη βγει τοιούτος το παιδί, μην μπλέξει με καμία πόρνη.

Μοιάζει με σενάριο σαπουνόπερας. Αυτή είναι η υπόθεση του μυθιστορήματος.

Και τι με αφορά εμένα μια ιστορία όπως αυτή, μπορεί να αναρωτηθείς, αγαπητέ αναγνώστη, και δεν θα είχες εντελώς άδικο. Πριν αμφισβητήσουμε την ικανότητα και το εύρος της φαντασίας του Μάριο ντε Αντράντε, θα ήταν χρήσιμο να αναλογιστούμε τη χρονολογία συγγραφής του Αγαπώ, ρήμα αμετάβατο, και τις προθέσεις του συγγραφέα, να αναζητήσουμε εκεί επιπλέον λόγους ανάγνωσης. Ο Μάριο ντε Αντράντε επιθυμεί να διηγηθεί μια λαϊκή ιστορία, αυτό είναι ξεκάθαρο, με έναν τρόπο όμως διαφορετικό, γοητευμένος από το κίνημα του μοντερνισμού και την ανάγκη για αναζήτηση της εθνικής και κατ' επέκταση της γλωσσικής ταυτότητας, την αναζήτηση της βραζιλιανικότητας. Ο ενεργός ρόλος που ο συγγραφέας επιφυλάσσει στον αναγνώστη με τη διαρκή του απεύθυνση σε αυτόν αποτελεί βασικό γνώρισμα του μοντερνισμού. Ο αφηγητής, που πότε είναι παντογνώστης και πότε δεν είναι, πότε ξέρει και πότε φαντάζεται, είναι σίγουρα παιχνιδιάρης και ταυτόχρονα απαιτητικός από τον υποψήφιο αναγνώστη της ιστορίας, μην αφήνοντάς τον στιγμή να εφησυχάσει. Εδώ έχουμε ένα δείγμα -μια απόπειρα που τελικά κατέληξε να συμπεριληφθεί στον κανόνα- του βραζιλιάνικου μοντερνισμού.

Η απόσταση, χωρική και χρονική, από το μυθιστόρημα είναι μάλλον σίγουρο πως θα στερήσει από τον αναγνώστη ένα μέρος της απόλαυσης, όπως και η μη ανάγνωση στο πρωτότυπο. Όμως, υπάρχουν στοιχεία ικανά να γοητεύσουν, όπως για παράδειγμα η γλώσσα και η προφορικότητα ή η διάθεση του συγγραφέα για κριτική και σάτιρα. Ακόμα και στοιχεία της ίδιας της υπόθεσης όμως, ο χαρακτήρας της γκουβερνάντας για παράδειγμα ή η ερωτική απογοήτευση ενός νεαρού ανθρώπου ή, σε γενικότερο πλαίσιο, η σχέση υπερπροστατευτικότητας των γονιών απέναντι στα παιδιά τους και του ευνουχισμού τους.

Αγαπητέ αναγνώστη,
το Αγαπώ, ρήμα αμετάβατο δεν είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα εξαιτίας της θέσης του στη λογοτεχνική θεωρία και μόνο. Το Αγαπώ, ρήμα αμετάβατο είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα για πολλούς ακόμα λόγους, τους περισσότερους εκ των οποίων θα ανακαλύψεις ίσως μόνο εσύ, και αυτό είναι το μαγικό, ξέρεις, με τη λογοτεχνία, ο υποκειμενικός της χαρακτήρας, αυτή η αδυναμία να εκφράσεις τα συναισθήματα, τόσο έντονα και παρόντα, που σου γέννησε ένα βιβλίο. Βέβαια, μπορεί καθόλου να μη σου αρέσει, και τότε, ακόμα κάτι μαγικό, θα έχεις σμιλεύσει με ακόμα μεγαλύτερη ακρίβεια την προσωπική σου αισθητική.
Με ευχαριστίες για την προσοχή σου
(δυσανάγνωστη υπογραφή)

Μετάφραση Νίκος Πρατσίνης
Εκδόσεις Ροές