Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2018

Δολοφόνος ο κύριος Ροΐδης; - Σταύρος Κρητιώτης




Ο αναγνώστης-μελετητής που γυρεύει ανάμεσα στις γραμμές τις διακειμενικότητες, τα αυτοβιογραφικά στοιχεία, τα ψήγματα συγκαλυμμένης πραγματικότητας, που αντλεί ηδονή από την έρευνα στα λόγια των σπουδαίων, στους λαβύρινθους της σκέψης τους και σε όσα υπονόησαν, που βάζει στην άκρη την ανάγκη, την επιθυμία, τη ματαιοδοξία να γράψει τις δικές του λέξεις, αυτός ο επίδοξος ιχνηλάτης ξεκινάει το ταξίδι του στο άγνωστο χωρίς κάποιο ξεκάθαρο στοιχείο· μία στιγμή έμπνευσης, μία παράλογη υπόθεση μπορεί να είναι αρκετές για ατελείωτες ώρες έρευνας σε βιβλιοθήκες και τόπους ψηφιακούς. Και μόνο η τύχη, θαρρείς, μπορεί να δώσει την απαραίτητη λαβή ώστε ν' αρχίσει να γυρνά ο τροχός, για να επιβραβευθεί, έστω αρχικά, έστω εθελοτυφλώντας, η επιμονή του.

Ο Κρητιώτης -πόσο υπέροχο ήταν το δικό του Μηνολόγιο ενός απόντος- ή ίσως ακριβέστερα ο αφηγητής, αποτελεί μία τέτοια περίπτωση μοναχικού μελετητή, ο οποίος αρχίζει να αναζητά στο προσωπικό αρχείο του Εμμανουήλ Ροΐδη, στα βάθη της βιβλιοθήκης, απαντήσεις και στοιχεία γύρω από το έργο του σπουδαίου συγγραφέα, του συγγραφέα με το μοναδικό, μα τόσο επιδραστικό και φημισμένο, μυθιστόρημα, αναζητά στοιχεία στα βιβλία της προσωπικής βιβλιοθήκης του συγγραφέα, στις υπογραμμίσεις και στις ιδιόχειρες σημειώσεις του στα περιθώρια των βιβλίων του, στη φθορά της επαναλαμβανόμενης επιστροφής σε αυτά, αλλά και στην ακεραιότητα, που δείχνει ελάχιστη ή καθόλου ανάγνωση, και να που του χαμογελά η τύχη, όταν σε κάποιον τόμο θα βρει χειρόγραφα σημειώματα του Ροΐδη, δυσανάγνωστα, γεγονός που απαιτεί τη βοήθεια γραφολόγου, και καθώς εκείνος, ο γραφολόγος, του αποστέλλει κάθε σημείωμα, καθαρογραμμένο και επιτέλους ευανάγνωστο, αυτός, ο αφηγητής, προχωρά τις υποθέσεις του, και ξαφνικά μία φιλολογική μελέτη μετατρέπεται σε έρευνα αστυνομικής φύσης: δολοφόνος ο κύριος Ροΐδης;

Ιδιαίτερη, από κάθε άποψη, η φιλολογική νουβέλα του Κρητιώτη, γεμάτη πάθος για τη λογοτεχνία, πάθος που μεταδίδεται αβίαστα στον αναγνώστη, η εμμονή του αφηγητή, οι υποθέσεις που πρώτα επιβεβαιώνονται, για να καταρρεύσουν μετά, τα στοιχεία που κατ' αρχάς δεν αξιολογήθηκαν σωστά και εκείνα που υπερεκτιμήθηκαν, η ανάγκη να αντικρίσουμε τις υποθέσεις μας να αποδεικνύονται, ο φθόνος απέναντι στους θετικούς επιστήμονες με τα απόλυτα συμπεράσματα -έστω και με τις αναπόδεικτες συμβάσεις ως αρχή-, η ικανοποίηση εν τέλει από το ταξίδι, ανεξάρτητα από το τελικό αποτέλεσμα.

Το αίσθημα του ανικανοποίητου και η δίψα για περαιτέρω επαφή με τον δημιουργό, όταν τα έργα του έχουν διαβαστεί ξανά και ξανά, όταν η επιθυμία για λίγο ακόμα μετατρέπει τον αναγνώστη σε ερευνητή, να μελετήσει κάθε λεπτομέρεια σχετικά με τη ζωή και το έργο του συγγραφέα, που από χρόνια τον έχει στοιχειώσει, να βρει -ακόμα και αν χρειαστεί να επινοήσει- νήματα ανάμεσα στα βιβλία του και στα στοιχεία της βιογραφίας του, να ανακαλύψει αν ο τάδε ή ο δείνα ήρωας αντιστοιχεί σε πραγματικό πρόσωπο, αν τα λόγια που ξεστομίζει σε έναν τυχαίο διάλογο ο πρωταγωνιστής έχουν κάποτε όντως ειπωθεί, πού αρχίζει και πού τελειώνει η μυθοπλασία. 
 
Η νουβέλα θα μπορούσε να διαβαστεί και ως μια ωδή σ' εκείνους τους αναγνώστες, που μία φίλη τους αποκαλεί, με όλη της την αγάπη, μυρμήγκια της λογοτεχνίας, εκείνους τους αναγνώστες που δεν σταματούν να γυρεύουν λέξεις πίσω από τις λέξεις, να εντοπίζουν λεπτομέρειες και αποχρώσες ενδείξεις, να προσθέτουν λιθαράκια στο οικοδόμημα, τις περισσότερες φορές από τα παρασκήνια, μακριά από τα φώτα.

Και είναι μαγευτική αυτή η ικανότητα της λογοτεχνίας, να οικειοποιείται την πραγματικότητα και να συνομιλεί μαζί της, να διατηρεί αναλλοίωτη εντός της την αμφιβολία: πού αρχίζει και πού τελειώνει η μυθοπλασία;

Εκδόσεις The Athens Review of books 


 

Πέμπτη, 25 Ιανουαρίου 2018

Το τελευταίο σήμερα - Κωστής Μαλούτας





Ο Πρώτος Βασιλιάς δεν μπορούσε να δεχτεί ότι ο ήλιος ήταν αυτός που έκανε τις σελίδες του ημερολογίου να γυρίζουν, γι' αυτό και αποφάσισε να τον αντικαταστήσει.
Τα ημερολόγια, επινόηση ανθρώπινη, για τον ορισμό της αρχής και το δάμασμα της πορείας του χρόνου, δεν είναι αρκετά για να βγάλουν από τη μέση τον απόλυτο άρχοντα, τον ήλιο, εκείνον που ορίζει την αρχή και το τέλος της κάθε μέρας. Μα είναι αυτό δυνατόν; αναρωτήθηκε κάποτε ο βασιλιάς, να μπορώ να καθορίσω τη μοίρα και την ευτυχία του βασιλείου μου, και να μην μπορώ να καθορίσω τον χρόνο; Και πήρε την απόφαση: όταν κοιμάμαι είναι νύχτα και όταν ξυπνάω είναι μέρα. Έτσι κι έγινε, και από τότε το ημερολόγιο της χώρας ακολούθησε τον ύπνο του πρώτου βασιλιά και των διαδόχων του. Αυτή η ιδέα αποτελεί το εύρημα της νουβέλας του Κωστή Μαλούτα.

Για τον συγγραφέα, για τον δημιουργό γενικότερα, το εύρημα αποτελεί ευχή αλλά συχνά και κατάρα. Κατάρα, γιατί εγκλωβίζει την έμπνευση, καθορίζει τους κανόνες και τα όρια, συχνά αναγκάζει τον συγγραφέα να γίνει έρμαιο της ίδιας του της ιδέας, ακόμα και αν δεν λειτουργεί, τον οδηγεί σε σαθρά γεφυρώματα και υπερβολές. Βέβαια, όλα τα παραπάνω μπορεί να συμβούν όταν το εύρημα αποτελεί το σύνολο του οπλοστασίου του και όχι τον σπόρο. Γιατί ο ικανός συγγραφέας ευγνωμονεί τη στιγμή που το εύρημα τον επισκέφτηκε, αλλά παράλληλα γνωρίζει πως εκείνο από μόνο του δεν αρκεί, δεν αποτελεί το τέλος του δρόμου αλλά την αρχή του, την ελάχιστη βάση πάνω στην οποία θα χτίσει το οικοδόμημά του, ένα σωρό υλικά μένουν να βρεθούν για να μπορέσει εκείνο να σταθεί, για να αποτελέσει το εύρημα ένα στοιχείο λειτουργικό, όχι διαρκώς παρόν να καλύπτει τα πάντα. Ο συγγραφέας που έχει μάθει να εργάζεται σκληρά ξέρει πως το εύρημα είναι συνήθως παιδί της τύχης και του χρόνου, γι' αυτό, μόλις εκείνο εμφανιστεί, και ο αρχικός ενθουσιασμός υποχωρήσει, ξέρει πως τον περιμένει σκληρή δουλειά. Ο Μαλούτας δείχνει να γνωρίζει καλά τις παγίδες της καλής τύχης. Κινώντας από το αρχικό εύρημα, συνθέτει την ιστορία του, δουλεύει, με σύμμαχο τη δεδομένη φαντασία του, πάνω στις απαραίτητες εκείνες λεπτομέρειες, που θα υπηρετήσουν το εύρημα χωρίς όμως να αμελεί τα υπόλοιπα απαραίτητα συστατικά της λογοτεχνίας, και αυτός είναι ο λόγος που η νουβέλα του δεν αρκείται στην καλή ιδέα.

Στο Τελευταίο σήμερα ο Μαλούτας δεν έρχεται αντιμέτωπος μόνο με τη χρήση του ευρήματος, αλλά δοκιμάζεται στο πάντα επίφοβο δεύτερο βήμα. Μετά το Μια φορά (και ίσως κι άλλη μία), που επίσης διαθέτει δύο ευρήματα, ένα ορατό και ένα αφανές, μυθιστόρημα το οποίο ήταν ξεκάθαρα μία από τις αναγνωστικές εκπλήξεις της εγχώριας παραγωγής για το 2016, επανέρχεται εκδοτικά με Το τελευταίο σήμερα και αποδεικνύει πως, διατηρώντας το προσωπικό του ύφος στην αφήγηση, δεν στέρεψε από ιδέες και στολίδια. Δεύτερο βήμα, λοιπόν, αυτό που δίνει μια ακόμα πιο ξεκάθαρη εικόνα για τον βηματισμό του συγγραφέα, και απαντά στις προσδοκίες.

Διαβάζοντας Το τελευταίο σήμερα, εκτός από την αναγνωστική απόλαυση, ένιωσα πως είχα απέναντί μου έναν έξυπνο άνθρωπο, ένα μυαλό που γεννάει ιδέες χωρίς όμως να υποκύπτει στην αυταρέσκεια, και αυτό είναι ένα όμορφο συναίσθημα, που γεννά μια επιπρόσθετη εγκεφαλική απόλαυση.

Εκδόσεις Εκάτη       

Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018

Ab Ovo - Θανάσης Δ. Σταμούλης





Η σκιά στο δέντρο, το πρώτο μυθιστόρημα του, γεννημένου το 1978, Θανάση Σταμούλη, ήταν μία αναγνωστική έκπληξη, μία από τις μεγαλύτερες της χρονιάς που πέρασε. Η είδηση για την κυκλοφορία της νουβέλας του Ab Ovo μου δημιούργησε άμεσα προσδοκίες, βέβαια, οι επιφυλάξεις για το δεύτερο βήμα, το πάντα επίφοβο δεύτερο βήμα, ήταν επίσης παρούσες. Γιατί, συμβαίνει συχνά, της πρώτης έκθεσης να προηγείται μεγάλο χρονικό διάστημα κυοφορίας, δουλειά μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, στολισμός με κάθε πολύτιμο διαθέσιμο στολίδι, με αποτέλεσμα το δεύτερο βήμα, άπαξ και η πόρτα προς τον εκδοτικό στίβο ανοίξει, ενίοτε να οφείλεται σε μία κεκτημένη ταχύτητα, και να καταλήγει ξέπνοο, χωρίς νεύρο, στις προθήκες των βιβλιοπωλείων.   

Θα διάβαζα, ούτως ή άλλως, τη νουβέλα του Σταμούλη, πόσο μάλλον αυτή την περίοδο, που με έχει κυριεύσει μια έντονη επιθυμία να διαβάσω εγχώρια λογοτεχνία, εγχώρια και ειδικότερα της γενιάς μου, συγγραφέων με τους οποίους μοιράζομαι κοινά βιώματα και ερεθίσματα, που οι συνήθεις ιστορίες, που απασχολούν εδώ και χρόνια το σύνολο σχεδόν της ελληνικής λογοτεχνίας, προσδίδοντάς της μία αίσθηση στασιμότητας, μας είναι γνωστές διαμέσου της αφήγησης και όχι του άμεσου βιώματος, και η ανάγκη για εξιστόρησή τους πηγάζει από διαφορετικές αφετηρίες.
"Το σκουλήκι στην καρδιά έχει το μέγεθος μιας βλεφαρίδας. Δεν μπορείς να το δεις. Είναι σαν μεταφερόμενος ιός και τρυπώνει στο σώμα με κάθε εισπνοή μας. Μόλις φτάσει στην καρδιά, μεγαλώνει. Γίνεται πρησμένη αρτηρία. Και για να χορτάσει, τρώει τον μυ."
Οι πρώτες κιόλας γραμμές της νουβέλας ανέσυραν τις μνήμες από την αίσθηση της ανάγνωσης του μυθιστορήματος του Σταμούλη, ήταν αρκετές για να επαναφέρουν εκείνο που περισσότερο, για μένα, χαρακτήριζε τη Σκιά στο δέντρο, την ποιητική αίσθηση της ρεαλιστικής περιγραφής. Οι προσδοκίες κέρδισαν έδαφος απέναντι στις επιφυλάξεις, έμενε να αποδειχτεί πως αυτές οι πρώτες γραμμές δεν ήταν πυροτέχνημα. Και αποδείχτηκε.

Η ιστορία είναι οικεία· τέσσερις νέοι στην Αθήνα(;) του σήμερα, η ταυτόχρονη ανάγκη για επιβίωση, η ελπίδα για αναγέννηση και ο φόβος να παραφυλάει στη γωνία. Εκείνο που μετατρέπει την ιστορία σε νουβέλα είναι ο τρόπος αφήγησης, η γλώσσα και ο ρυθμός, η επιλογή ενός πρίσματος μαγείας, μία ποιητικότητα, ενίοτε σκληρή.

Όμως ας διευκρινίσουμε ορισμένα πράγματα, ώστε να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις: το Ab Ovo δεν είναι ένα εγκεφαλικό κατασκεύασμα, ο Σταμούλης έχει κατακτήσει τον τρόπο με τον οποίο επιλέγει να διηγηθεί την ιστορία του, έχει -ή μοιάζει να έχει- δοκιμάσει ξανά και ξανά τις δυνατότητες αφήγησης της ιστορίας που κατέλαβε την έμπνευσή του, και μόνο όταν ήταν σίγουρος πως βρήκε την εσωτερική φωνή που θα μετέτρεπε τη σκέψη σε λόγο, μόνο τότε έκανε το βήμα, η φωνή έφερε αβίαστα -αν και με πολλή δουλειά και επιμονή προφανώς- τον ρυθμό και τη γλώσσα.

Και κάπως έτσι, με πολλή δουλειά και δεδομένη ικανότητα, ο Σταμούλης επιτυγχάνει κάτι σπάνιο: δημιουργεί, μέσω της οικειότητας μια αίσθηση ταύτισης του αναγνώστη με τους ήρωες και την ιστορία, ενώ ταυτόχρονα, μέσω της γλώσσας και του ρυθμού, γοητεύει και ικανοποιεί την ανάγκη του αναγνώστη για καλή λογοτεχνία.

Προσδοκίες υπερκαλυμμένες και επιφυλάξεις καταχωνιασμένες, το Ab Ovo είναι ένα ξεκάθαρο δεύτερο βήμα για τον Σταμούλη.

πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα
Εκδόσεις Ποταμός
       



Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

χόλι μάουντεν - Νίκος Βεργέτης




αφού το ξέρεις, δε μεγάλωσα σε ορφανοτροφείο ούτε δούλευα από μικρός, δε χρειάστηκε, οι γονείς μου τίποτα το εξτρίμ, ούτε φυλακή είχε κάνει ο πατέρας μου, ούτε πρώην ποδοσφαιριστής ήτανε να 'χω να λέω στους φίλους μου, ούτε ηθοποιός να το πω στα κορίτσια και να σκιρτήσει το μέσα τους, ούτε βία ενδοοικογενειακή να βλέπουν οι άλλοι τη μάνα μου μπαούλο απ' το ξύλο και να με λυπούνται, τίποτα, έτσι κι εγώ αναγκάστηκα να σκαρώνω ιστορίες ψεύτικες
Η σύμβαση δίνεται από την αρχή, για την ακρίβεια η αμφιβολία, τι απ' όλα όσα διηγείται ο αφηγητής είναι αλήθεια και τι όχι, και όμως, γρήγορα αυτή η αίσθηση απομακρύνεται, ο αναγνώστης παρασύρεται από την παραληρηματική εναλλαγή των λέξεων, χωρίς τελείες να οριοθετούν τις προτάσεις, μόνο κόμματα και ερωτηματικά, για την αναπνοή και την πάσα στην ακροάτρια, αυτό το βουβό πρόσωπο απεύθυνσης στο δωμάτιο του νοσοκομείου, για να επανέλθει ανά διαστήματα η αμφιβολία από τον ίδιο τον αφηγητή, να αναιρεί όσα προηγουμένως είπε, για να αναιρέσει την αναίρεση, για να εντείνει την αμφιβολία, για να δοκιμάσει τα όρια και τις δυνάμεις του στην αλήθεια του, να σιγουρευτεί πως δεν του χρειάζεται κάποιο ψέμα, για ν' αποκτήσει βάρος η αφήγηση του προσωπικού, τώρα που το τέλος πλησιάζει.

Το ζητούμενο, θεωρώ, σε κάθε αντίστοιχη παραληρηματικής μορφής αφήγηση, αφήγηση που δεν διαθέτει εξωτερικούς περιορισμούς, καθώς υπακούει σε μία διαισθητική ορμή μόνο, και κινδυνεύει, εξαιτίας της πλήρους ελευθερίας, να περιπέσει σε αδιέξοδα μονοπάτια επίδειξης, είναι η αγωνία του συγγραφέα να πει την ιστορία του, αυτό είναι το πρώτο ζητούμενο, και ύστερα ακολουθεί η αλήθεια του, που στην προκειμένη περίπτωση τίθεται εξ αρχής εν αμφιβόλω από τον ίδιο τον αφηγητή, και αυτό εντείνει το αίσθημα αγωνίας εκ μέρους του να καταθέσει την ιστορία του. Και είναι αυτή η αγωνία του αφηγητή που προστατεύει το τελικό αποτέλεσμα, που αναδεικνύει την παραληρηματική αφήγηση, την έντονης ορμής παραληρηματική αφήγηση, αυτή την αίσθηση λήθαργου-εγρήγορσης, ζωής-θανάτου, του χρόνου που μετρά αντίστροφα, και τελικά δικαιώνει, πρώτα την αφηγηματική επιλογή του Βεργέτη, και εν συνεχεία το τελικό αποτέλεσμα, παρά τις όποιες ενστάσεις, ενστάσεις που με τη σειρά τους πηγάζουν από την πλήρη ελευθερία της διαισθητικής γραφής, ελευθερία που προσφέρει στον αναγνώστη μία ιδιαίτερης φύσης ταύτιση με τον αφηγητή, το θάρρος να εκφράσει γνώμη για την τροπή ή το ύφος, καθώς νιώθει άνετα, αν και ίσως υποσυνείδητα, να αναλάβει ανά πάσα στιγμή εκείνος τα ηνία της αφήγησης.

Είναι πιθανόν, ακόμα και ο ίδιος αναγνώστης, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν μέσα ή γύρω του, να διαβάσει κάθε φορά ένα διαφορετικό βιβλίο, να εκφράσει διαφορετική άποψη, να βιώσει διαφορετική απόλαυση -ή ακόμα και ενόχληση. Και αν αυτή, θα μπορούσε κάποιος να πει, είναι μια γενικότερη αλήθεια, τότε σε βιβλία όπως το χόλι μάουντεν είναι μάλλον απόλυτη και καθοριστική. Και αυτό είναι ένα ρίσκο που δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να αποτρέψει τον συγγραφέα, καθώς η παρόρμηση για την αφήγηση πηγάζει από την αγωνία του αφηγητή του να εκβιάσει συναισθηματικά -στη συγκεκριμένη περίπτωση με θετικό πρόσημο η έκφραση αυτή- την ακροάτρια που ο ίδιος έχει επιλέξει, όπως αντίστοιχα επέλεγε τον έναν ή τον άλλο συμμαθητή του για να του πει το ένα ή τ' άλλο ψέμα, ώστε να ψηλώσει στα μάτια του, και να πέσει λίγο αργότερα με την αποκάλυψη της αλήθειας.

Και αφού ο Βεργέτης έχει επιτύχει στο στοίχημα της δικαιολόγησης της επιλογής της παραληρηματικής αφήγησης, μένει να απαντηθεί το ερώτημα αν καταφέρνει να παρασύρει τον αναγνώστη, με τους περιορισμούς που ανέλυσα παραπάνω. Κατά την προσωπική μου άποψη τα καταφέρνει. Το χόλι μάουντεν είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται με ορμή αντίστοιχη της αφήγησης, και ίσως, αν πετύχει τον αναγνώστη σε κατάλληλη συνθήκη, να τον παρασύρει μαζί του σε μία ανάγνωση μοναδική.

Εκδόσεις Κέλευθος

 

Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018

Ο αυτόπτης μάρτυρας - Ernst Weiss





Η μοίρα με όρισε να παίξω έναν συγκεκριμένο ρόλο στη ζωή ενός από τους σπάνιους ανθρώπους που μετά τον Μεγάλο Πόλεμο επρόκειτο να προκαλέσουν τρομερές αλλαγές και ανυπολόγιστα πάθη στην Ευρώπη. Αρκετές φορές μετέπειτα αναρωτήθηκα τι με ώθησε τότε το φθινόπωρο του 1918 να εμπλακώ σ' εκείνη την υπόθεση, αν ήταν η φιλομάθεια, η κύρια ιδιότητα ενός ερευνητή που ασχολείται με την ιατρική επιστήμη, ή ένα είδος παντοδυναμίας, η επιθυμία να ορίσω μια φορά κι εγώ τα πράγματα.
Πριν όμως ο αφηγητής φτάσει στο φθινόπωρο του 1918, τότε που, ως νέο ακόμα γιατρό, η μοίρα τον έφερε αντιμέτωπο με την υστερική τύφλωση του Α.Χ., τύφλωση η οποία αντιμετωπίστηκε με επιτυχία, γεγονός που, μετά τη σύντομη αίσθηση επιστημονικής ευτυχίας, έμελλε να καθορίσει το μέλλον, το ζοφερό μέλλον εκατομμυρίων ανθρώπων, εξιστορεί τη ζωή του μέχρι τότε, για να φτάσει στο κρίσιμο σημείο, και να συνεχίσει μέχρι κάποια χρόνια αργότερα, ενώ, παράλληλα με τη δική του ιστορία, που παρά τη διασταύρωσή της με τον Α.Χ. μικρή αξία θα είχε ως ιστορική μνήμη, αφηγείται την ιστορία της Γερμανίας, κυρίως, και της Ευρώπης, γενικότερα. Και είναι αυτή η απόφαση του Βάις που μετατρέπει το μυθιστόρημα αυτό από ένα απλό μυθιστόρημα ευρήματος σε ένα πραγματικά σπουδαίο μυθιστόρημα.

Ο Βάις, γιατρός και ιδεολογικός αντίπαλος του Χ. και όσων εκείνος πρέσβευε και εφάρμοζε, παίρνει τη θέση του συναδέλφου του που θεράπευσε τον Χ. από την υστερική τύφλωση. Σε πρώτο πρόσωπο, λοιπόν, και με το βάρος του γεγονότος εκείνου στους ώμους, ο αφηγητής, ξεκινώντας από την παιδική του ηλικία, λίγα χρόνια πριν μπει η Γερμανία στον Μεγάλο Πόλεμο για να βγει ηττημένη και πολιτικά ασταθής, αφηγείται μια -αρχικά- ιστορία ενηλικίωσης, μέσα από την οποία ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με την εποχή εκείνη, όχι απλώς με τα σημαντικά και καταγεγραμμένα πολιτικά γεγονότα, αλλά και με την κοινωνική πραγματικότητα. Οι οικογενειακές σχέσεις και η σεξουαλική αναζήτηση, το εκπαιδευτικό πλαίσιο και οι αγκυλώσεις του παρελθόντος, ο ναζισμός που ρίζωνε πριν καν οριστεί, θεωρητικοποιηθεί και εν τέλει εφαρμοστεί, οι διακρίσεις με βάση τη θρησκεία, την καταγωγή και την τάξη αποτελούν κάποιες από τις συνισταμένες της αφήγησης του Βάις, που μέχρι το σημείο καμπής θυμίζει έντονα έναν άλλον σπουδαίο συγγραφέα, τον Ρόμπερτ Βάλζερ.

Διαβάζοντας ένα μυθιστόρημα σχετικά με μια περίοδο της ιστορίας για την οποία τόσα γνωρίζουμε -αν και κάποια πράγματα είναι απαραίτητο να επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά-, το κεντρικό ερώτημα του μυθιστορήματος, εκείνο που απασχολεί και τον αφηγητή άλλωστε, είναι η απάντηση στο ερώτημα για το αν ο γιατρός έπραξε ορθά θεραπεύοντας τον Χ. Ερώτημα που δεν έχει μία και μόνη απάντηση, πόσο μάλλον απλή, αλλά αποτελεί ένα σύνθετο φιλοσοφικό ερώτημα και μάλιστα σε μια περίοδο που η ηθική της επιστήμης δεν ήταν ανεξάρτητος κλάδος του στοχασμού. Ο Βάις χειρίζεται έξυπνα τον βασικό πυλώνα του μυθιστορήματός του, αποφεύγοντας να λαϊκίσει και να ωθήσει τον αφηγητή του στην απόλυτη καταδίκη ή αθώωση του εαυτού του, καταφεύγει στην αφήγηση της ατομικής ιστορίας, η οποία έρχεται να συναντήσει τη μεγάλη ιστορία από μία συγκυρία, ώστε να θέσει και να αφήσει παρακαταθήκη το πλέον σημαντικό και, διαχρονικά σύγχρονο, ερώτημα: πώς βρέθηκε μια τόσο μεγάλη πλειοψηφία του λαού να ακολουθήσει τις προσταγές ενός αρρωστημένου μυαλού, πώς διαμορφώθηκαν οι συνθήκες εκείνες, ώστε το έδαφος να γίνει γόνιμο για τον σπόρο του μίσους.

Ο αφηγητής δεν είναι ήρωας. Είναι ένας απλός άνθρωπος με πάθη, αρετές και ελαττώματα, που προσπαθεί να αποκτήσει βηματισμό σε μια εποχή που κυριαρχεί βαθύ σκοτάδι, παλεύοντας να ορίσει έναν προσωπικό κώδικα αξιών, να γνωρίσει τον εαυτό του, να συμφιλιωθεί μαζί του και να δοκιμάσει τις δυνάμεις του στην ευτυχία.

Είναι η πρώτη φορά που κάποιο έργο του Ερνστ Βάις μεταφράζεται στα ελληνικά και αυτό από μόνο του θα μπορούσε να αποτελεί ένα σπουδαίο γεγονός. Όμως, αν δεν επρόκειτο για ένα τόσο σπουδαίο και δυνατό μυθιστόρημα, τότε η παρούσα έκδοση θα αποτελούσε απλώς τον εμπλουτισμό της μεταφρασμένης λογοτεχνίας με ακόμα έναν τίτλο. 

Στην κατατοπιστική εισαγωγή του μεταφραστή Αλέξανδρου Κυπριώτη, ανάμεσα σε άλλα ενδιαφέροντα, βρίσκεται και η ιδιαίτερη σχέση του Βάις με τον Κάφκα ως αντίδωρο για τον αναγνώστη!

Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Σκαρίφημα

Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

Σώμα - Αχιλλέας Κυριακίδης





"Μη γίνεσαι μακάβριος," επιμένει η φωνή να επιπλήττει τον αφηγητή, που σκέφτεται τηλεγραφικά, την ώρα που μεσολαβεί μέχρι το ραντεβού του με τον ογκολόγο, "περνάω απέναντι STOP, ζέστη STOP, ζωή ST..", έτσι σκέφτεται την ώρα που έχει να σκοτώσει μέχρι το ραντεβού με τον ογκολόγο, αυτή ακριβώς την έκφραση χρησιμοποιεί, "έχω μια ώρα να σκοτώσω", ενώ, όσο το σκέφτεται αυτό, κάποια ώρα έχει κιόλας ήδη σκοτωθεί, έχει περάσει ανεπιστρεπτί στο βασίλειο του παρελθόντος. Και είναι το σώμα εκείνο πάνω στο οποίο εγγράφεται κυρίως το παρελθόν του καθενός, είναι βέβαια και η μνήμη, που όμως έχει ως αντίπαλο τη λήθη, ενώ το σώμα έχει ως αντίπαλο τον θάνατο, τον βέβαιο νικητή, το οριστικό πέρασμα στο παρελθόν. Βέβαια, αυτό είναι κάτι που συνηθίζουμε να αμελούμε, μαζί με το ίδιο το σώμα, και όταν το θυμόμαστε, όταν, για την ακρίβεια, το σώμα το ίδιο μάς το υπενθυμίζει, τότε, άραγε τότε, αν δεν είναι κιόλας αργά, πώς αλλιώς, παρά μακάβρια, μπορεί κάποιος τότε να αναφερθεί στο παρελθόν; "Τι θα θυμάται όταν ξεχάσω;", αναρωτιέσαι για το σώμα σου.

Και κάπου ανάμεσα σε μια βαθιά ανάσα και στο ραντεβού του αφηγητή με τον ογκολόγο του, μεσολαβεί, σε τρίτο πρόσωπο, η ιστορία του Μαρτινιανού Σταύρου, σε πέντε πράξεις, πέντε σωματικές πληγές, και μένει στον αναγνώστη να συσχετίσει τον αφηγητή με τον Σταύρου, τον φέρελπι φιλόλογο.

Ο Κυριακίδης, πιστός στρατιώτης της μικρής φόρμας, με το Σώμα, μια ολιγοσέλιδη νουβέλα, επανέρχεται ως συγγραφέας, τοποθετώντας στο κέντρο αυτό ακριβώς που τόσο ξεκάθαρα ο τίτλος αναφέρει, λιτά και απέριττα, το σώμα, ως το μοναδικό ακριβές όργανο μέτρησης του χρόνου. Η κάθε εμφανής πληγή, μαζί με τους άπειρους, στιγμιαίους μα οριστικούς, μικρούς θανάτους, καθορίζει την πορεία προς τη μοναδική φιλοσοφική βεβαιότητα, αυτή του τέλους. Το σώμα, που αντίθετα με τη μνήμη, δεν ξεχνά.

Γύρω από τον κεντρικό άξονα δεν θα μπορούσαν να μην περιστρέφονται οι γνώριμες εμμονές του δημιουργού Κυριακίδη, όπως η τέχνη, ο κινηματογράφος, η μουσική και η λογοτεχνία, ή η μνήμη, με τις αδυναμίες και τη γοητεία της, γοητεία που πηγάζει ακριβώς από τις αδυναμίες της εκείνες, ή ο έρωτας, κοινό υποσύνολο του σώματος και της μνήμης. Οι λίγες λέξεις σε καμία περίπτωση δεν σημαίνουν την έλλειψη λεπτομερειών, αλλά αντίθετα αναδεικνύουν την προσεχτική επιλογή και τη σοφή τοποθέτησή τους στο σώμα της ιστορίας, κάποιες πινελιές στον καμβά, διακοσμητικές και χρηστικές ταυτόχρονα, όπως ταυτόχρονα, με έναν τρόπο αβίαστο, γεννιούνται στον αναγνώστη η συγκίνηση και το γέλιο. Οι ιστορίες του Κυριακίδη διαθέτουν κάτι το στερεοσκοπικό, από κάθε ανάγνωση ξεπετάγεται ακόμα μία μεγάλη εικόνα, ανάμεσα σε δύο προτάσεις συχνά μοιάζει να χωράει ένα μυθιστόρημα.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που ισχυρίζονται πως η μικρή φόρμα ταιριάζει στους Έλληνες συγγραφείς, λες και πρόκειται για κάτι το γονιδιακό. Λίγοι είναι σίγουρα οι συγγραφείς που έχουν την ικανότητα να καταπιαστούν μαζί της, ο Κυριακίδης είναι προφανώς ένας από αυτούς τους λίγους και το Σώμα είναι ακόμα μία -λες και χρειάζεται- απόδειξη.

Εκδόσεις Πατάκη    

   

Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

Παίζοντας το παιχνίδι, 2017

Είναι κάπως παράξενο να αξιολογεί κανείς το έτος που πέρασε· έχει, η πράξη αυτή, μία υπόνοια πίστης στο μεταφυσικό, λες και μια ανθρώπινη σύμβαση, με βάση συνήθως ένα χρονικά τουλάχιστον αμφισβητήσιμο γεγονός, δύναται να επηρεάσει ποιοτικά τη ζωή του καθενός από εμάς, και που τελικά μοιάζει με παιχνίδι μεταφοράς ευθύνης και βάφτισης· εσύ -λέω στο χ έτος- μου έφερες εκείνο ή το άλλο, εσύ μου το πήρες, εσύ είσαι καλό, εσύ είσαι κακό κ.ο.κ.

Ας είναι, ας παίξω κι εγώ το παιχνίδι αυτό.

Χτες βράδυ έκανα μια λίστα με κουκκίδες, γράφοντας όσα όμορφα μπόρεσα να ανακαλέσω, σίγουρα υπήρξαν ακόμα κάποια που τα ξέχασα, και σίγουρα εθελοτύφλησα ως προς τα μη όμορφα. Η σχέση με το σώμα, τα ταξίδια, του μυαλού και της φαντασίας συμπεριλαμβανομένων, οι σχέσεις που άντεξαν και άνθισαν, αλλά και εκείνες που δεν άντεξαν και σαν χάρτινοι πύργοι κατέρρευσαν, το γέλιο, το γλυκό και το πικρό, η αγάπη για όσα κανείς κάνει, η επιμονή στις επιθυμίες, η αλλεργία στον συμβιβασμό και την υποκρισία, η αυτοκριτική, η μάχη ενάντια στους εθισμούς και τις κακές συνήθειες, ο μικρόκοσμος ως μοντέλο ουτοπίας, η αλήθεια, με το κόστος και την ικανοποίηση, η ανοχή, που έδειξα και έλαβα, τα σχέδια για το μέλλον, η ρουτίνα, η Κυρία Κη, τα βιβλία, οι εικόνες από τον βορρά, η γειτονιά, η θάλασσα, οι ράγες που ενώνουν πόλεις και ανθρώπους. Κοιτάζοντας προς τα πίσω διακρίνω μια προσωπική πορεία και αυτό είναι κάτι που, πάνω και πέρα απ' όλα τ' άλλα, με χαροποιεί και με οπλίζει με ηρεμία και δύναμη για όσα είναι να 'ρθουν, και μάλλον αυτή τη στιγμή αυτό έχει τη μεγαλύτερη σημασία.

Σκεφτόμουν πως ο πιο αδικημένος μήνας των ανασκοπήσεων είναι ο Δεκέμβρης, καθώς οι περισσότερες από αυτές κάνουν την εμφάνισή τους ενώ εκείνος ακόμα εκτυλίσσεται, σαν να μην πιστεύουν πως κάτι ωραίο ή αξιοσημείωτο μπορεί να συμβεί, σαν να βιάζονται να αποχαιρετίσουν τον χρόνο που φεύγει.

Για παράδειγμα τον Δεκέμβρη διάβασα κάποια πολύ όμορφα βιβλία, όπως για παράδειγμα τον Αυτόπτη Μάρτυρα του  Ερνστ Βάις (εκδόσεις Σκαρίφημα) και την καινούρια νουβέλα του Αχιλλέα Κυριακίδη Σώμα (εκδόσεις Πατάκη). Χάρηκα επίσης με το δεύτερο, στέρεο και υποσχόμενο, βήμα δύο συγγραφέων της γενιάς μου, του Θανάση Σταμούλη (Ab Ovo, εκδόσεις Ποταμός) και του Κωστή Μαλούτα (Το τελευταίο σήμερα, εκδόσεις Εκάτη). Αν είχα κάνει την ανασκόπησή μου αρχές Δεκέμβρη θα έλειπαν και θα ήταν κρίμα.  

Πόσο διαρκεί μια ανασκόπηση; Πότε αρχίζει και πότε τελειώνει; Κάθε πότε θα ήταν καλό να συντάσσεται μία;

Καταφεύγω στα σίγουρα καταφύγια, στις αναρτήσεις του μπλογκ και στις σελίδες του τετραδίου, εκεί βρίσκω ξανά την έκπληξη και τη συγκίνηση από τις οποίες με χώρισε η λήθη· κάποιες αναρτήσεις με έκαναν να ανατριχιάσω. Τα έντεκα βιβλία που με στοίχειωσαν τη χρονιά που πέρασε:

Η μελαγχολία της αντίστασης, Η συντέλεια του κόσμου, Το χέρι του σημαιοφόρου, Η ξάγρυπνη πόλη, Στο Κάσελ δεν υπάρχει λογική, Η μυστική ιστορία, Illska, Η μπαλάντα της αμμουδιάς των σκύλων, 2666, Άσωτοι, Το Νιξ.

Ακολουθούν οι φωτογραφίες, περισσότερες αυτή τη χρονιά -παρατήρηση που σημειώνω στο τετράδιο- τόποι, βιβλία και πρόσωπα εμφανίζονται. Ένα καινούργιο πρότζεκτ "Η Κυρία Κη κι Εγώ" ολοκλήρωσε τον δεύτερο χρόνο του. Κάποιες απ' αυτές είναι οι παρακάτω:









Ζούμε στα χρόνια του φαίνεσθαι και του κλαίγεσθαι, πάντα ζούσαμε σε αυτά τα χρόνια· ανεξάρτητα απ' το ότι ορισμένοι δεν μπορούμε να το συνηθίσουμε. Όπως κι αν έχει: ας είναι το 2018 μια καλή χρονιά, με υγεία, χαρά και δημιουργίες, μακριά από την τοξικότητα. Τα υπόλοιπα θα έρθουν.