Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

M Train - Patti Smith




Δεν είναι τόσο εύκολο να γράφεις για το τίποτα.

Και δεν θα υπήρχε ιδανικότερη εναρκτήρια φράση για το βιβλίο αυτό από τα λόγια ενός καουμπόη που κάποιο βράδυ εμφανίστηκε σε ένα όνειρο της Πάτι Σμιθ. Δεν είναι εύκολο να γράφεις για το τίποτα, όταν όμως κάποιος επιτυγχάνει να γράψει για το τίποτα, τότε το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι συγκλονιστικό, γεγονός που επιβεβαιώνεται πανηγυρικά στο M Train. Θα ήταν ριψοκίνδυνο να επιχειρήσει κάποιος να κατατάξει λογοτεχνικά το βιβλίο αυτό, πέφτοντας πιθανότατα στην παγίδα του memoir, αφήνοντας το παράθυρο ανοιχτό στην εγωπάθεια του γράφοντος, εξοστρακίζοντας έτσι την ψυχή από το σώμα, παραλείποντας να αναφερθεί σε αυτό το τίποτα, που καμία σχέση δεν έχει με τη ματαιότητα ή τον μηδενισμό, με μια ημερολογιακή διαθήκη για τους αναγνώστες. Και τότε, περί τίνος πρόκειται;
Η παραμονή της πρωτοχρονιάς πέρασε λίγο πολύ το ίδιο, χωρίς κάποια ιδιαίτερη απόφαση για τον καινούριο χρόνο. Καθώς χιλιάδες μεθυσμένοι γλεντζέδες κατέκλυζαν την Τάιμς Σκουέαρ, η μικρή Αβησσυνίας έκοβε βόλτες στο δωμάτιο μαζί μου ενώ εγώ πήγαινα πέρα δώθε παλεύοντας με ένα ποίημα που σκόπευα να ολοκληρώσω για να υποδεχτώ το νέο έτος, έναν φόρο τιμής στον σπουδαίο Χιλιανό συγγραφέα Ρομπέρτο Μπολάνιο.
Διαβάζοντας το Φυλαχτό του είχα προσέξει μια φευγαλέα αναφορά στην εκατόμβη -την αρχαία τελετουργική σφαγή εκατό βοδιών. Αποφάσισα να γράψω μια εκατόμβη για εκείνον - ένα ποίημα εκατό στίχων. Θα ήταν ένας τρόπος να τον ευχαριστήσω που ξόδεψε το τελευταίο διάστημα της σύντομης ζωής του για να ολοκληρώσει το αριστούργημά του, το 2666. Μακάρι να είχε υπάρξει κάποια ειδική παρέμβαση της Θείας Πρόνοιας που θα του είχε επιτρέψει να ζήσει. Γιατί το 2666 έμοιαζε να είναι στημένο ώστε να συνεχίζεται στο διηνεκές, για όσο καιρό ο συγγραφέας του θα ήθελε να γράφει. Τέτοιο θλιβερό και άδικο ριζικό έλαχε στον ωραίο Μπολάνιο, να πεθάνει στα πενήντα του χρόνια, πάνω στην ακμή των δυνάμεών του. Η απώλειά του και αυτά που δεν πρόλαβε να γράψει μας στέρησαν τουλάχιστον ένα μυστικό του κόσμου.

Ας ξεκινήσουμε από το προφανές. Το M Train γράφτηκε για να ικανοποιήσει μια βαθύτερη ανάγκη της Πάτι Σμιθ. Ποια ανάγκη ακριβώς είναι δύσκολο να εντοπιστεί, θυμίζει την ανάγκη ενός ποιητή να ξεφορτωθεί στο χαρτί έναν στίχο ή ενός ζωγράφου να λερώσει τον καμβά του. Ο αποσπασματικός τρόπος με τον οποίο καταγράφει η Σμιθ το χάος μέσα από το οποίο αναδύονται σκέψεις, όνειρα και συμβάντα, έναν τρόπο ήρεμο και χαμηλού προφίλ, χωρίς διάθεση για ήρωες και θύματα, το ελάχιστο που ξεπηδά και δίνει τον ρυθμό, η απουσία διάθεσης να κινήσει από κάπου και να καταλήξει κάπου άλλου, οι κύκλοι που όλο ολοκληρώνονται και όλο μοιάζουν φαύλοι, η ιεροτελεστία της καθημερινότητας που όμως απέχει τόσο από το να χαρακτηριστεί ρουτίνα, αυτά, ανάμεσα σε τόσα άλλα, παρασέρνουν τον αναγνώστη σε έναν τόπο ρεαλιστικό και μαγικό ταυτόχρονα, σε έναν τόπο, όπου πρωταγωνιστεί η αγάπη για το φαινομενικά ελάχιστο, χωρίς να φωνάζει και να αυτοϊκανοποιείται.

Αν το μυαλό σας πάει σε μια ανθρώπινη Πάτι Σμιθ, τότε λυπάμαι αλλά πάλι θα σας απογοητεύσω, ούτε αυτό συμβαίνει. Σκεφτόμουν, σε απόσταση από τη μαγεία που αποπνέει το βιβλίο, κάτι πρακτικό: πώς γίνεται ένας καλλιτέχνης με το διαμέτρημα και την αναγνωρισιμότητά της να περιδιαβαίνει τους δρόμους, να καταφεύγει στο ίδιο καφέ, να ταξιδεύει με το τρένο και να μην βιώνει την ένταση της αγάπης των θαυμαστών, την ανάγκη τους για μια φωτογραφία ή ένα αυτόγραφο; Η απάντηση κάποιου πως η Νέα Υόρκη είναι ένα μέρος αρκετά κουλ δεν με ικανοποίησε. Θα είναι η αύρα της, αυτή που ενώ γοητεύει ταυτόχρονα δημιουργεί μια ασπίδα προστασίας από τον έξω κόσμο, έτσι όπως διαφαίνεται μέσα από το βιβλίο τουλάχιστον.

Και όμως χρειάζεται απόσταση για να σκεφτεί κανείς την Πάτι Σμιθ διαβάζοντας το βιβλίο αυτό. Μοιάζει παράξενο κάτι τέτοιο όταν πρόκειται για ένα βιβλίο που έχει ως κεντρικό άξονα εκείνη, ακόμα και αν δεν πρόκειται για αυτοβιογραφία· ίσως μόνο αν κάποιος διαβάσει το M Train θα μπορέσει να καταλάβει αυτό που λέω.

Ένας παραμυθένιος τρόπος περιδιάβασης στην καθημερινότητα από μία ποιήτρια, ίσως κάτι τέτοιο να με ικανοποιούσε ως διατύπωση, υπενθυμίζοντας πως τα παραμύθια μπορεί να είναι και σκοτεινά, η καθημερινότητα πεζή και η ποιήτρια αμήχανη μπροστά στη λευκή σελίδα.

Ένα τρομερό βιβλίο, την έκδοση του οποίου στα ελληνικά περίμενα με πραγματική λαχτάρα.

υγ. Δύο χρόνια πριν είχε κυκλοφορήσει το επίσης υπέροχο Πάτι και Ρόμπερτ (περισσότερα εδώ).  


Μετάφραση Αλέξης Καλοφωλιάς
Εκδόσεις Κέδρος

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

Το πάθος ως ναρκωτικό





Αργά ή γρήγορα η κουβέντα θα έφτανε σ' εκείνον, το ξέραμε καλά κι οι δυο. Ίσως, σκεφτόμουν αργότερα το ίδιο βράδυ, δεν υπάρχει επιδραστικότερο ναρκωτικό από το πάθος με το οποίο εκφράζεται κάποιος για κάτι που αγαπά. Λένε, και μάλλον έχουν δίκιο, πως η επανάληψη σχεδόν ποτέ δεν προκαλεί την ποιότητα συναισθημάτων της πρώτης φοράς, όμως υπάρχουν και οι εξαιρέσεις· μάλιστα, κάποιες φορές, τη δεύτερη ή την τρίτη φορά -καμιά σημασία δεν έχει η αρίθμηση- τα συναισθήματα είναι ακόμα πιο έντονα. Έτσι κι έγινε. Στον δρόμο για το σπίτι την πήρα τηλέφωνο για να βεβαιωθώ πως Οι άγριοι ντετέκτιβ ήταν στη θέση τους, στο δεύτερο ράφι της μικρής βιβλιοθήκης, και πως δεν τους είχε δανείσει, πράγμα που συνήθιζε πολλές φορές να κάνει, ή πως δεν είχαν εξαφανιστεί. Ναι, εκεί είναι, μου απάντησε, κάπως παραξενεμένη. Αν και δεν ζήτησε να μάθει, εγώ ένιωσα την ανάγκη να απολογηθώ, της είπα πως ο καιρός πια ήταν καλός και ήταν όμορφα έξω στον πεζόδρομο, μύριζε άνοιξη και ήμουν βέβαιος πως στα διπλανά τραπέζια σχεδίαζαν καλοκαιρινές διακοπές, της είπα πως το πάθος με το οποίο εκφράζεται κάποιος για κάτι που αγαπάς είναι ίσως το επιδραστικότερο ναρκωτικό, αυτό την μπέρδεψε, αν και πάλι δεν είπε κάτι, της είπα πως το ξέραμε κι οι δυο πως η συζήτηση, αργά ή γρήγορα, θα έφτανε στον Μπολάνιο και στους Άγριους ντετέκτιβ, που ακόμα δεν τους έχω διαβάσει, κάτι που εκείνη το ήξερε, αλλά και πως εκείνος όχι μόνο τους είχε διαβάσει, και μάλιστα παραπάνω από μία φορά -πώς αλλιώς;- και πως εγώ ένιωσα πάλι, ίσως μάλιστα εντονότερα από τις άλλες φορές, εκείνο το συναίσθημα της ηδονής που μου προκαλούσε η προσμονή της μελλοντικής ανάγνωσης, και να, της είπα, γι' αυτό σε πήρα έτσι απροειδοποίητα τηλέφωνο.

Και ίσως όλ' αυτά να τα είχα ξεχάσει αν δεν διάβαζα τώρα σ' ένα φιλόξενο μπαλκόνι το M Train της Πάτι Σμιθ, που επιτέλους κυκλοφόρησε στα ελληνικά, και όπου, ανάμεσα σε τόσα άλλα, υπάρχει εκείνο το απόσπασμα για μια παραμονή Πρωτοχρονιάς στη Νέα Υόρκη, εκείνο το ευχαριστώ στον Μπολάνιο, που τους τελευταίους μήνες της σύντομης ζωής του επέλεξε να αφοσιωθεί στο 2666, και κάπως έτσι να αναδυθεί από κάπου μέσα μου η σκέψη για το πάθος ως ναρκωτικό, και αν δεν ήταν τόσο νωρίς το πρωί, να ξέρεις, θα σε έπαιρνα πάλι τηλέφωνο για να βεβαιωθώ πως Οι άγριοι ντετέκτιβ είναι εκεί και με περιμένουν.

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

Μοντεχρίστο - Martin Suter





Το χρονικό μιας απογοήτευσης.

Είναι δεδομένη η αγάπη μου για τους γερμανόφωνους Ελβετούς συγγραφείς, κι υπεύθυνοι γι' αυτό είναι κυρίως ο Ντύρενματ και ο Φρις. Το όνομα του Ντύρενματ στο εξώφυλλο με έκανε να πιάσω το βιβλίο στο χέρια μου και να το ξεφυλλίσω. Παρότι η υπόθεση δεν μου κέντρισε το ενδιαφέρον, αποφάσισα να διαβάσω το βιβλίο εξαιτίας μίας αντικειμενικά παράδοξης προσδοκίας, ότι μία αδιάφορη υπόθεση στα χέρια κάποιου που παρομοιάζεται με τον Ντύρενματ μπορεί να αποδειχτεί ιδανική, έτσι σκέφτηκα.
Ένας πωρωμένος βιντεοδημοσιογράφος θα κατέβαινε και θα κινηματογραφούσε από κοντά το ανθρώπινο κουβάρι που ήταν πεσμένο εκεί. Ο Γιόνας όμως δεν ήταν πωρωμένος. Δεν ήταν κανονικός βιντεοδημοσιογράφος. Απλώς βρέθηκε στο επάγγελμα εξαιτίας μιας σειράς συμπτώσεων. Ήταν μόνο ένας ενδιάμεσος σταθμός της διαδρομής που θα τον οδηγούσε στην σκηνοθεσία.
Ήδη από τις πρώτες σελίδες η γλώσσα με απογοήτευσε, απλοϊκή και επίπεδη. Είπα όμως να δώσω μία ευκαιρία. Στις πρώτες πενήντα περίπου σελίδες αποφάσισα να αντιμετωπίσω το μυθιστόρημα του Ζούτερ ως ένα απλό μυθιστόρημα δράσης και ανατροπών, υπάρχουν άλλωστε αρκετά αξιόλογα παραδείγματα λογοτεχνίας σε αυτή την κατηγορία. Λίγο μετά τα μισά το πήρα απόφαση πως αυτό το βιβλίο ήταν αδιάφορο, και τίποτα χειρότερο δεν υπάρχει από ένα αδιάφορο βιβλίο.

Βεβιασμένες και αναμενόμενες ανατροπές, μπουκωμένη πλοκή από συμπτώσεις και σκηνές δράσης, συνωμοσιολογία και έρωτας, χαρακτήρες επίπεδοι και άψυχοι. Η όποια παρομοίωση με τον σπουδαίο Ντύρενματ αποπνέει ιεροσυλία, ένα κατασκεύασμα μάρκετινγκ, το οποίο δεν επιτελεί καν τον σκοπό του, καθώς απευθύνεται στο λάθος αναγνωστικό κοινό.

Είχα καιρό να διαβάσω ένα τόσο αδιάφορο βιβλίο, είχα καιρό να μη νιώσω έστω κάτι, να σκεφτώ έστω κάτι άσχετο παράλληλα με την ανάγνωση, μία διεκπεραίωση αναγνωστική απλώς και μόνο επειδή δεν μου ταιριάζει να παρατάω βιβλία στη μέση.

Μετάφραση Γιώτα Λαγουδάκου
Εκδόσεις Πατάκης

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

Χέρια μικρά - Andrés Barba





Ο πατέρας μου πέθανε επιτόπου, η μητέρα μου στο νοσοκομείο.

Η εφτάχρονη Μαρίνα επαναλαμβάνει τη φράση αυτή χωρίς λύπη, όπως λέει το όνομά του κανείς μπροστά σε ξένους όταν συστήνεται. Ήταν και εκείνη στο αυτοκίνητο. Εκείνη επέζησε, ο πατέρας της πέθανε επιτόπου, η μητέρα της στο νοσοκομείο, εκείνη έμεινε μόνη. Η Μαρίνα πηγαίνει σε ένα ορφανοτροφείο, για την ακρίβεια καταλήγει εκεί.

Με το παραπάνω υλικό ως πρώτη ύλη κάποιος συγγραφέας δεν θα δυσκολευόταν, μάλλον, να στήσει μια σπαραξικάρδια ιστορία ενηλικίωσης, γεμάτη ευκολίες και συναισθηματική καθοδήγηση. Ο Αντρές Μπάρμπα δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Αυτό από μόνο του, βέβαια, δεν είναι αρκετό για να μετατρέψει το Χέρια μικρά σε σπουδαίο βιβλίο.

Το Χέρια μικρά, μια ολιγοσέλιδη νουβέλα, διαβάζεται απνευστί κυρίως λόγω όγκου. Ο Μπάρμπα ποντάρει αρκετά στην ατμόσφαιρα της ιστορίας του και τα καταφέρνει περίφημα σε αυτό το κομμάτι, χωρίς να είμαι βέβαιος πως αυτή η απόφασή του δεν αποτελεί μια ευκολία ή φυγοπονία, ένα καταφύγιο στο απροσδιόριστο και στο φλου, μια υπαινικτικότητα που ίσως ξεπερνάει τα όρια. Εκείνο που σίγουρα λειτουργεί είναι η συναισθηματική αποστασιοποίηση της αφηγηματικής φωνής, λόγος κοφτός και ακριβής, χωρίς παραχωρήσεις, ρυθμός σταθερός, χωρίς άρσεις και υφέσεις, που τελικά ενσωματώνει την υπαινικτικότητα, δικαιολογεί τη διάθεση για αφαίρεση και προσδίδει ένα αίσθημα τρόμου στην ιστορία χωρίς τεχνάσματα. Είναι σημαντικό να γίνει αναφορά στην παιδικότητα που αποπνέει η ιστορία, γεγονός που δεν θα έπρεπε να θεωρείται δεδομένο λόγω του ότι πρόκειται για μια ιστορία με παιδιά, καθώς πολλά είναι τα παραδείγματα εκείνα των ενήλικων φωνών σε παιδικά χείλη, σε κάποιες αποτυχημένες απόπειρες συγγραφέων να αποτυπώσουν τη μικρή ηλικία. Βέβαια, η παιδικότητα των ηρωίδων του Μπάρμπα διαθέτει μια σκληρότητα, που ωστόσο δεν ξενίζει.

Τέσσερις μέρες μετά την ανάγνωση, και ακόμα δεν είμαι σίγουρος για το βιβλίο αυτό. Σίγουρα δεν είναι αριστούργημα. Σε καμία περίπτωση δεν είναι σκουπίδι. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο βιβλίο, όμως αδυνατώ να καταλλήξω πού γέρνει τελικά η πλάστιγγα. Διαβάζοντάς το θυμήθηκα το Εμείς τα θηρία (Justin Torres, μτφρ Θωμάς Σκάσσης, εκδόσεις Πατάκη) και ένιωσα μια συγγένεια ανάμεσα στα δύο, κυρίως λόγω της ατμόσφαιρας που ως ανάμνηση μου έμεινε από εκείνη την ανάγνωση. Τώρα, συνειδητοποιώ πως η Έρπενμπεκ στην Ιστορία του γερασμένου παιδιού (μτφρ Αλέξανδρος Κυπριώτης, εκδόσεις Ίνδικτος), εκκινώντας από παρεμφερή αφετηρία και στοχεύοντας σε κάτι αρκετά πιο φιλόδοξο, την ενσωμάτωση της Ιστορίας μέσα από μια παραβολή κρυμμένη με τρόπο τέτοιο ώστε η ιστορία να μη χάνει την αυτόνομη λειτουργία της, πέτυχε πολλά περισσότερα. Ο συσχετισμός με τα παραπάνω βιβλία δεν έχει ως πρωταρχικό στόχο την αναπόφευκτη σύγκριση, είναι περισσότερο η αποτύπωση ενός μεταναγνωστικού ταξιδιού στην προσπάθεια μου να καταλλήξω σε ένα πόρισμα, επειδή είναι κάπως άβολο το μετεώρισμα αυτό.

Μετάφραση Βασιλική Κνήτου
Εκδόσεις Μεταίχμιο
  

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

Γιατί γράφω κείμενα για εξαντλημένα βιβλία





Για πολλούς λόγους.

Ο κύριος λόγος είναι καθαρά προσωπικός. Το ιστολόγιο αυτό αποτελεί ένα ημερολόγιο ανάγνωσης πρώτα και πάνω απ' όλα. Η ημερομηνία έκδοσης ενός βιβλίου και το αν εξακολουθεί να κυκλοφορεί ή όχι αποτελούν δευτερεύουσες παραμέτρους. Θέλω να πιστεύω πως, μετά τόσα χρόνια, και οι συστηματικοί αναγνώστες του ιστολογίου συμμερίζονται την προσέγγιση αυτή, ακόμα και αν συχνά απογοητεύονται, όταν αδυνατούν να βρουν κάποιο βιβλίο. Για μένα η ανάγνωση αποτελεί την αφορμή, η κριτική ή η παρουσίαση του βιβλίου δεν αποτελούν αυτοσκοπό, συχνά οι λόγοι ή η διαδρομή επιλογής κάποιου βιβλίου αρκούν για να με φέρουν μπροστά από τον υπολογιστή.

Υπάρχουν και άλλοι λόγοι όμως. Ανασύροντας ένα βιβλίο από τη λήθη υπάρχει πάντα η πιθανότητα κάποιος εκδότης να ενδιαφερθεί για την επανακυκλοφορία του. Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα. Βιβλία που παρέμεναν εξαντλημένα για χρόνια γνωρίζουν -και- εμπορική επιτυχία κατά την επανακυκλοφορία τους, αρκετές φορές μάλιστα σε νέες μεταφράσεις. Η σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή, όσο μεγάλη και αν είναι, δεν περιέχει παρά λίγα μόνο σπουδαία και πραγματικά αξιόλογα βιβλία, επομένως η ανάγκη για εμπλουτισμό της ανάγνωσης με παλαιότερα σπουδαία βιβλία είναι πάντοτε επίκαιρη. Βιβλία συγγραφέων που κυκλοφόρησαν πριν ακόμα γίνουν γνωστοί οι ίδιοι, γιατί κάποιοι εκδότες είχαν τη διορατικότητα να τα εκδώσουν, ανήκουν συχνά σε αυτή την κατηγορία, γεγονός που στερεί από τους αναγνώστες τη δυνατότητα να έχουν συνολική επαφή με την εργογραφία τού -έστω και όψιμα- αγαπημένου τους συγγραφέα. 

Η λογοτεχνία αποτελεί ένα ενιαίο και αδιαίρετο σώμα, τα νήματα που οδηγούν από το ένα βιβλίο στο άλλο είναι αμέτρητα, οι συνδέσεις του μυαλού, ανάμεσα σε συγγραφείς και έργα, συχνά περίεργες, και οι ημερομηνίες είναι πάντα σχετικές.  

υγ. η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από εδώ.

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2018

Η καρδιά και άλλοι πικροί καρποί - Ignacio Aldecoa





Παράξενοι οι δρόμοι που μας οδηγούν στο επόμενο βιβλίο, παράξενοι μα θαυμάσιοι, παιδιά της τύχης, μικρονήματα που μας ενώνουν παντοτινά με ανθρώπους, τι και αν εκείνοι μένουν μακριά, το σχεδόν αόρατο δια γυμνού οφθαλμού νήμα αντέχει.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένας απλός ψηφιακός διάλογος με οδήγησε σε ένα βιβλίο. Αφού τελειώσαμε με τα τι κάνεις και πώς είσαι, εκείνος μου είπε για τον Αλδεκόα (1925-1969), διηγηματογράφο που εν ζωή έμεινε στην αφάνεια -αλήθεια, τι πρωτότυπο!- αλλά τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι εκτιμούν το έργο του. Αμέσως άνοιξα νέο παράθυρο και προχώρησα σε αναζήτηση στη Βιβλιονέτ, μπίνγκο!

Από τότε πέρασε καιρός.

Πριν λίγες μέρες, εν μέσω ισπανόφωνης αναγνωστικής περιόδου, ένιωσα πως ήταν η στιγμή να διαβάσω τα τέσσερα διηγήματα της συλλογής Η καρδιά και άλλοι πικροί καρποί, ενδεικτικά, σύμφωνα με τον Τάσο Δενέγρη που έκανε την επιλογή, του συγγραφέα.

Το σταχτί φως του πρωινού θαμπώνει, καλύπτει το τοπίο. Το φορτηγό τρένο, μ' ένα τελευταίο βαγόνι για επιβάτες, διασχίζει τους κάμπους αργά, τελετουργικά. Σ' ένα παραθυράκι, το πρόσωπο ενός άντρα υφίσταται τις αλλαγές, την αβεβαιότητα του αγνώστου... Τόπος που τον αντικρίζει για πρώτη φορά. Ο άντρας κατεβάζει το τζάμι με τις τρεμάμενες σταγόνες δροσιάς. Αναπνέει ένα μείγμα καπνού από την αμαξοστοιχία και κρύου, τραχύ, τσουχτερού αέρα της υπαίθρου. Αναπνέει θλίψη και ελευθερία.
Γραφή γεμάτη απλότητα, χωρίς περιττές λέξεις και αχρείαστα στολίδια, διηγήματα της υπαίθρου και της μεγάλης πόλης, που απεικονίζουν την τότε Ισπανία, χωρίς διάθεση για ωραιοποίηση, αν και μακριά από τον νεορεαλισμό. Επιστροφή στις πηγές της λογοτεχνίας, ευκαιρία για ανάπαυση από τις ολοένα και πιο σύνθετες συγγραφικές απόπειρες των τελευταίων χρόνων, ανάγνωση που ενεργοποίησε σχεδόν αποκλειστικά την καρδιά, αφήνοντας τον εγκέφαλο αμέτοχο, αν μπορεί να το πει κανείς αυτό.

Μετάφραση Ειρήνη Οικονόμου, Τατιάνα Φραγκούλια, Ελίνα Χέλμη
Επιλογή κειμένων -Επιμέλεια Τάσος Δενέγρης
Εκδόσεις Ύψιλον