Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

M Train - Patti Smith




Δεν είναι τόσο εύκολο να γράφεις για το τίποτα.

Και δεν θα υπήρχε ιδανικότερη εναρκτήρια φράση για το βιβλίο αυτό από τα λόγια ενός καουμπόη που κάποιο βράδυ εμφανίστηκε σε ένα όνειρο της Πάτι Σμιθ. Δεν είναι εύκολο να γράφεις για το τίποτα, όταν όμως κάποιος επιτυγχάνει να γράψει για το τίποτα, τότε το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι συγκλονιστικό, γεγονός που επιβεβαιώνεται πανηγυρικά στο M Train. Θα ήταν ριψοκίνδυνο να επιχειρήσει κάποιος να κατατάξει λογοτεχνικά το βιβλίο αυτό, πέφτοντας πιθανότατα στην παγίδα του memoir, αφήνοντας το παράθυρο ανοιχτό στην εγωπάθεια του γράφοντος, εξοστρακίζοντας έτσι την ψυχή από το σώμα, παραλείποντας να αναφερθεί σε αυτό το τίποτα, που καμία σχέση δεν έχει με τη ματαιότητα ή τον μηδενισμό, με μια ημερολογιακή διαθήκη για τους αναγνώστες. Και τότε, περί τίνος πρόκειται;
Η παραμονή της πρωτοχρονιάς πέρασε λίγο πολύ το ίδιο, χωρίς κάποια ιδιαίτερη απόφαση για τον καινούριο χρόνο. Καθώς χιλιάδες μεθυσμένοι γλεντζέδες κατέκλυζαν την Τάιμς Σκουέαρ, η μικρή Αβησσυνίας έκοβε βόλτες στο δωμάτιο μαζί μου ενώ εγώ πήγαινα πέρα δώθε παλεύοντας με ένα ποίημα που σκόπευα να ολοκληρώσω για να υποδεχτώ το νέο έτος, έναν φόρο τιμής στον σπουδαίο Χιλιανό συγγραφέα Ρομπέρτο Μπολάνιο.
Διαβάζοντας το Φυλαχτό του είχα προσέξει μια φευγαλέα αναφορά στην εκατόμβη -την αρχαία τελετουργική σφαγή εκατό βοδιών. Αποφάσισα να γράψω μια εκατόμβη για εκείνον - ένα ποίημα εκατό στίχων. Θα ήταν ένας τρόπος να τον ευχαριστήσω που ξόδεψε το τελευταίο διάστημα της σύντομης ζωής του για να ολοκληρώσει το αριστούργημά του, το 2666. Μακάρι να είχε υπάρξει κάποια ειδική παρέμβαση της Θείας Πρόνοιας που θα του είχε επιτρέψει να ζήσει. Γιατί το 2666 έμοιαζε να είναι στημένο ώστε να συνεχίζεται στο διηνεκές, για όσο καιρό ο συγγραφέας του θα ήθελε να γράφει. Τέτοιο θλιβερό και άδικο ριζικό έλαχε στον ωραίο Μπολάνιο, να πεθάνει στα πενήντα του χρόνια, πάνω στην ακμή των δυνάμεών του. Η απώλειά του και αυτά που δεν πρόλαβε να γράψει μας στέρησαν τουλάχιστον ένα μυστικό του κόσμου.

Ας ξεκινήσουμε από το προφανές. Το M Train γράφτηκε για να ικανοποιήσει μια βαθύτερη ανάγκη της Πάτι Σμιθ. Ποια ανάγκη ακριβώς είναι δύσκολο να εντοπιστεί, θυμίζει την ανάγκη ενός ποιητή να ξεφορτωθεί στο χαρτί έναν στίχο ή ενός ζωγράφου να λερώσει τον καμβά του. Ο αποσπασματικός τρόπος με τον οποίο καταγράφει η Σμιθ το χάος μέσα από το οποίο αναδύονται σκέψεις, όνειρα και συμβάντα, έναν τρόπο ήρεμο και χαμηλού προφίλ, χωρίς διάθεση για ήρωες και θύματα, το ελάχιστο που ξεπηδά και δίνει τον ρυθμό, η απουσία διάθεσης να κινήσει από κάπου και να καταλήξει κάπου άλλου, οι κύκλοι που όλο ολοκληρώνονται και όλο μοιάζουν φαύλοι, η ιεροτελεστία της καθημερινότητας που όμως απέχει τόσο από το να χαρακτηριστεί ρουτίνα, αυτά, ανάμεσα σε τόσα άλλα, παρασέρνουν τον αναγνώστη σε έναν τόπο ρεαλιστικό και μαγικό ταυτόχρονα, σε έναν τόπο, όπου πρωταγωνιστεί η αγάπη για το φαινομενικά ελάχιστο, χωρίς να φωνάζει και να αυτοϊκανοποιείται.

Αν το μυαλό σας πάει σε μια ανθρώπινη Πάτι Σμιθ, τότε λυπάμαι αλλά πάλι θα σας απογοητεύσω, ούτε αυτό συμβαίνει. Σκεφτόμουν, σε απόσταση από τη μαγεία που αποπνέει το βιβλίο, κάτι πρακτικό: πώς γίνεται ένας καλλιτέχνης με το διαμέτρημα και την αναγνωρισιμότητά της να περιδιαβαίνει τους δρόμους, να καταφεύγει στο ίδιο καφέ, να ταξιδεύει με το τρένο και να μην βιώνει την ένταση της αγάπης των θαυμαστών, την ανάγκη τους για μια φωτογραφία ή ένα αυτόγραφο; Η απάντηση κάποιου πως η Νέα Υόρκη είναι ένα μέρος αρκετά κουλ δεν με ικανοποίησε. Θα είναι η αύρα της, αυτή που ενώ γοητεύει ταυτόχρονα δημιουργεί μια ασπίδα προστασίας από τον έξω κόσμο, έτσι όπως διαφαίνεται μέσα από το βιβλίο τουλάχιστον.

Και όμως χρειάζεται απόσταση για να σκεφτεί κανείς την Πάτι Σμιθ διαβάζοντας το βιβλίο αυτό. Μοιάζει παράξενο κάτι τέτοιο όταν πρόκειται για ένα βιβλίο που έχει ως κεντρικό άξονα εκείνη, ακόμα και αν δεν πρόκειται για αυτοβιογραφία· ίσως μόνο αν κάποιος διαβάσει το M Train θα μπορέσει να καταλάβει αυτό που λέω.

Ένας παραμυθένιος τρόπος περιδιάβασης στην καθημερινότητα από μία ποιήτρια, ίσως κάτι τέτοιο να με ικανοποιούσε ως διατύπωση, υπενθυμίζοντας πως τα παραμύθια μπορεί να είναι και σκοτεινά, η καθημερινότητα πεζή και η ποιήτρια αμήχανη μπροστά στη λευκή σελίδα.

Ένα τρομερό βιβλίο, την έκδοση του οποίου στα ελληνικά περίμενα με πραγματική λαχτάρα.

υγ. Δύο χρόνια πριν είχε κυκλοφορήσει το επίσης υπέροχο Πάτι και Ρόμπερτ (περισσότερα εδώ).  


Μετάφραση Αλέξης Καλοφωλιάς
Εκδόσεις Κέδρος

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

Το πάθος ως ναρκωτικό





Αργά ή γρήγορα η κουβέντα θα έφτανε σ' εκείνον, το ξέραμε καλά κι οι δυο. Ίσως, σκεφτόμουν αργότερα το ίδιο βράδυ, δεν υπάρχει επιδραστικότερο ναρκωτικό από το πάθος με το οποίο εκφράζεται κάποιος για κάτι που αγαπά. Λένε, και μάλλον έχουν δίκιο, πως η επανάληψη σχεδόν ποτέ δεν προκαλεί την ποιότητα συναισθημάτων της πρώτης φοράς, όμως υπάρχουν και οι εξαιρέσεις· μάλιστα, κάποιες φορές, τη δεύτερη ή την τρίτη φορά -καμιά σημασία δεν έχει η αρίθμηση- τα συναισθήματα είναι ακόμα πιο έντονα. Έτσι κι έγινε. Στον δρόμο για το σπίτι την πήρα τηλέφωνο για να βεβαιωθώ πως Οι άγριοι ντετέκτιβ ήταν στη θέση τους, στο δεύτερο ράφι της μικρής βιβλιοθήκης, και πως δεν τους είχε δανείσει, πράγμα που συνήθιζε πολλές φορές να κάνει, ή πως δεν είχαν εξαφανιστεί. Ναι, εκεί είναι, μου απάντησε, κάπως παραξενεμένη. Αν και δεν ζήτησε να μάθει, εγώ ένιωσα την ανάγκη να απολογηθώ, της είπα πως ο καιρός πια ήταν καλός και ήταν όμορφα έξω στον πεζόδρομο, μύριζε άνοιξη και ήμουν βέβαιος πως στα διπλανά τραπέζια σχεδίαζαν καλοκαιρινές διακοπές, της είπα πως το πάθος με το οποίο εκφράζεται κάποιος για κάτι που αγαπάς είναι ίσως το επιδραστικότερο ναρκωτικό, αυτό την μπέρδεψε, αν και πάλι δεν είπε κάτι, της είπα πως το ξέραμε κι οι δυο πως η συζήτηση, αργά ή γρήγορα, θα έφτανε στον Μπολάνιο και στους Άγριους ντετέκτιβ, που ακόμα δεν τους έχω διαβάσει, κάτι που εκείνη το ήξερε, αλλά και πως εκείνος όχι μόνο τους είχε διαβάσει, και μάλιστα παραπάνω από μία φορά -πώς αλλιώς;- και πως εγώ ένιωσα πάλι, ίσως μάλιστα εντονότερα από τις άλλες φορές, εκείνο το συναίσθημα της ηδονής που μου προκαλούσε η προσμονή της μελλοντικής ανάγνωσης, και να, της είπα, γι' αυτό σε πήρα έτσι απροειδοποίητα τηλέφωνο.

Και ίσως όλ' αυτά να τα είχα ξεχάσει αν δεν διάβαζα τώρα σ' ένα φιλόξενο μπαλκόνι το M Train της Πάτι Σμιθ, που επιτέλους κυκλοφόρησε στα ελληνικά, και όπου, ανάμεσα σε τόσα άλλα, υπάρχει εκείνο το απόσπασμα για μια παραμονή Πρωτοχρονιάς στη Νέα Υόρκη, εκείνο το ευχαριστώ στον Μπολάνιο, που τους τελευταίους μήνες της σύντομης ζωής του επέλεξε να αφοσιωθεί στο 2666, και κάπως έτσι να αναδυθεί από κάπου μέσα μου η σκέψη για το πάθος ως ναρκωτικό, και αν δεν ήταν τόσο νωρίς το πρωί, να ξέρεις, θα σε έπαιρνα πάλι τηλέφωνο για να βεβαιωθώ πως Οι άγριοι ντετέκτιβ είναι εκεί και με περιμένουν.

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

Μοντεχρίστο - Martin Suter





Το χρονικό μιας απογοήτευσης.

Είναι δεδομένη η αγάπη μου για τους γερμανόφωνους Ελβετούς συγγραφείς, κι υπεύθυνοι γι' αυτό είναι κυρίως ο Ντύρενματ και ο Φρις. Το όνομα του Ντύρενματ στο εξώφυλλο με έκανε να πιάσω το βιβλίο στο χέρια μου και να το ξεφυλλίσω. Παρότι η υπόθεση δεν μου κέντρισε το ενδιαφέρον, αποφάσισα να διαβάσω το βιβλίο εξαιτίας μίας αντικειμενικά παράδοξης προσδοκίας, ότι μία αδιάφορη υπόθεση στα χέρια κάποιου που παρομοιάζεται με τον Ντύρενματ μπορεί να αποδειχτεί ιδανική, έτσι σκέφτηκα.
Ένας πωρωμένος βιντεοδημοσιογράφος θα κατέβαινε και θα κινηματογραφούσε από κοντά το ανθρώπινο κουβάρι που ήταν πεσμένο εκεί. Ο Γιόνας όμως δεν ήταν πωρωμένος. Δεν ήταν κανονικός βιντεοδημοσιογράφος. Απλώς βρέθηκε στο επάγγελμα εξαιτίας μιας σειράς συμπτώσεων. Ήταν μόνο ένας ενδιάμεσος σταθμός της διαδρομής που θα τον οδηγούσε στην σκηνοθεσία.
Ήδη από τις πρώτες σελίδες η γλώσσα με απογοήτευσε, απλοϊκή και επίπεδη. Είπα όμως να δώσω μία ευκαιρία. Στις πρώτες πενήντα περίπου σελίδες αποφάσισα να αντιμετωπίσω το μυθιστόρημα του Ζούτερ ως ένα απλό μυθιστόρημα δράσης και ανατροπών, υπάρχουν άλλωστε αρκετά αξιόλογα παραδείγματα λογοτεχνίας σε αυτή την κατηγορία. Λίγο μετά τα μισά το πήρα απόφαση πως αυτό το βιβλίο ήταν αδιάφορο, και τίποτα χειρότερο δεν υπάρχει από ένα αδιάφορο βιβλίο.

Βεβιασμένες και αναμενόμενες ανατροπές, μπουκωμένη πλοκή από συμπτώσεις και σκηνές δράσης, συνωμοσιολογία και έρωτας, χαρακτήρες επίπεδοι και άψυχοι. Η όποια παρομοίωση με τον σπουδαίο Ντύρενματ αποπνέει ιεροσυλία, ένα κατασκεύασμα μάρκετινγκ, το οποίο δεν επιτελεί καν τον σκοπό του, καθώς απευθύνεται στο λάθος αναγνωστικό κοινό.

Είχα καιρό να διαβάσω ένα τόσο αδιάφορο βιβλίο, είχα καιρό να μη νιώσω έστω κάτι, να σκεφτώ έστω κάτι άσχετο παράλληλα με την ανάγνωση, μία διεκπεραίωση αναγνωστική απλώς και μόνο επειδή δεν μου ταιριάζει να παρατάω βιβλία στη μέση.

Μετάφραση Γιώτα Λαγουδάκου
Εκδόσεις Πατάκης

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

Χέρια μικρά - Andrés Barba





Ο πατέρας μου πέθανε επιτόπου, η μητέρα μου στο νοσοκομείο.

Η εφτάχρονη Μαρίνα επαναλαμβάνει τη φράση αυτή χωρίς λύπη, όπως λέει το όνομά του κανείς μπροστά σε ξένους όταν συστήνεται. Ήταν και εκείνη στο αυτοκίνητο. Εκείνη επέζησε, ο πατέρας της πέθανε επιτόπου, η μητέρα της στο νοσοκομείο, εκείνη έμεινε μόνη. Η Μαρίνα πηγαίνει σε ένα ορφανοτροφείο, για την ακρίβεια καταλήγει εκεί.

Με το παραπάνω υλικό ως πρώτη ύλη κάποιος συγγραφέας δεν θα δυσκολευόταν, μάλλον, να στήσει μια σπαραξικάρδια ιστορία ενηλικίωσης, γεμάτη ευκολίες και συναισθηματική καθοδήγηση. Ο Αντρές Μπάρμπα δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Αυτό από μόνο του, βέβαια, δεν είναι αρκετό για να μετατρέψει το Χέρια μικρά σε σπουδαίο βιβλίο.

Το Χέρια μικρά, μια ολιγοσέλιδη νουβέλα, διαβάζεται απνευστί κυρίως λόγω όγκου. Ο Μπάρμπα ποντάρει αρκετά στην ατμόσφαιρα της ιστορίας του και τα καταφέρνει περίφημα σε αυτό το κομμάτι, χωρίς να είμαι βέβαιος πως αυτή η απόφασή του δεν αποτελεί μια ευκολία ή φυγοπονία, ένα καταφύγιο στο απροσδιόριστο και στο φλου, μια υπαινικτικότητα που ίσως ξεπερνάει τα όρια. Εκείνο που σίγουρα λειτουργεί είναι η συναισθηματική αποστασιοποίηση της αφηγηματικής φωνής, λόγος κοφτός και ακριβής, χωρίς παραχωρήσεις, ρυθμός σταθερός, χωρίς άρσεις και υφέσεις, που τελικά ενσωματώνει την υπαινικτικότητα, δικαιολογεί τη διάθεση για αφαίρεση και προσδίδει ένα αίσθημα τρόμου στην ιστορία χωρίς τεχνάσματα. Είναι σημαντικό να γίνει αναφορά στην παιδικότητα που αποπνέει η ιστορία, γεγονός που δεν θα έπρεπε να θεωρείται δεδομένο λόγω του ότι πρόκειται για μια ιστορία με παιδιά, καθώς πολλά είναι τα παραδείγματα εκείνα των ενήλικων φωνών σε παιδικά χείλη, σε κάποιες αποτυχημένες απόπειρες συγγραφέων να αποτυπώσουν τη μικρή ηλικία. Βέβαια, η παιδικότητα των ηρωίδων του Μπάρμπα διαθέτει μια σκληρότητα, που ωστόσο δεν ξενίζει.

Τέσσερις μέρες μετά την ανάγνωση, και ακόμα δεν είμαι σίγουρος για το βιβλίο αυτό. Σίγουρα δεν είναι αριστούργημα. Σε καμία περίπτωση δεν είναι σκουπίδι. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο βιβλίο, όμως αδυνατώ να καταλλήξω πού γέρνει τελικά η πλάστιγγα. Διαβάζοντάς το θυμήθηκα το Εμείς τα θηρία (Justin Torres, μτφρ Θωμάς Σκάσσης, εκδόσεις Πατάκη) και ένιωσα μια συγγένεια ανάμεσα στα δύο, κυρίως λόγω της ατμόσφαιρας που ως ανάμνηση μου έμεινε από εκείνη την ανάγνωση. Τώρα, συνειδητοποιώ πως η Έρπενμπεκ στην Ιστορία του γερασμένου παιδιού (μτφρ Αλέξανδρος Κυπριώτης, εκδόσεις Ίνδικτος), εκκινώντας από παρεμφερή αφετηρία και στοχεύοντας σε κάτι αρκετά πιο φιλόδοξο, την ενσωμάτωση της Ιστορίας μέσα από μια παραβολή κρυμμένη με τρόπο τέτοιο ώστε η ιστορία να μη χάνει την αυτόνομη λειτουργία της, πέτυχε πολλά περισσότερα. Ο συσχετισμός με τα παραπάνω βιβλία δεν έχει ως πρωταρχικό στόχο την αναπόφευκτη σύγκριση, είναι περισσότερο η αποτύπωση ενός μεταναγνωστικού ταξιδιού στην προσπάθεια μου να καταλλήξω σε ένα πόρισμα, επειδή είναι κάπως άβολο το μετεώρισμα αυτό.

Μετάφραση Βασιλική Κνήτου
Εκδόσεις Μεταίχμιο
  

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

Γιατί γράφω κείμενα για εξαντλημένα βιβλία





Για πολλούς λόγους.

Ο κύριος λόγος είναι καθαρά προσωπικός. Το ιστολόγιο αυτό αποτελεί ένα ημερολόγιο ανάγνωσης πρώτα και πάνω απ' όλα. Η ημερομηνία έκδοσης ενός βιβλίου και το αν εξακολουθεί να κυκλοφορεί ή όχι αποτελούν δευτερεύουσες παραμέτρους. Θέλω να πιστεύω πως, μετά τόσα χρόνια, και οι συστηματικοί αναγνώστες του ιστολογίου συμμερίζονται την προσέγγιση αυτή, ακόμα και αν συχνά απογοητεύονται, όταν αδυνατούν να βρουν κάποιο βιβλίο. Για μένα η ανάγνωση αποτελεί την αφορμή, η κριτική ή η παρουσίαση του βιβλίου δεν αποτελούν αυτοσκοπό, συχνά οι λόγοι ή η διαδρομή επιλογής κάποιου βιβλίου αρκούν για να με φέρουν μπροστά από τον υπολογιστή.

Υπάρχουν και άλλοι λόγοι όμως. Ανασύροντας ένα βιβλίο από τη λήθη υπάρχει πάντα η πιθανότητα κάποιος εκδότης να ενδιαφερθεί για την επανακυκλοφορία του. Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα. Βιβλία που παρέμεναν εξαντλημένα για χρόνια γνωρίζουν -και- εμπορική επιτυχία κατά την επανακυκλοφορία τους, αρκετές φορές μάλιστα σε νέες μεταφράσεις. Η σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή, όσο μεγάλη και αν είναι, δεν περιέχει παρά λίγα μόνο σπουδαία και πραγματικά αξιόλογα βιβλία, επομένως η ανάγκη για εμπλουτισμό της ανάγνωσης με παλαιότερα σπουδαία βιβλία είναι πάντοτε επίκαιρη. Βιβλία συγγραφέων που κυκλοφόρησαν πριν ακόμα γίνουν γνωστοί οι ίδιοι, γιατί κάποιοι εκδότες είχαν τη διορατικότητα να τα εκδώσουν, ανήκουν συχνά σε αυτή την κατηγορία, γεγονός που στερεί από τους αναγνώστες τη δυνατότητα να έχουν συνολική επαφή με την εργογραφία τού -έστω και όψιμα- αγαπημένου τους συγγραφέα. 

Η λογοτεχνία αποτελεί ένα ενιαίο και αδιαίρετο σώμα, τα νήματα που οδηγούν από το ένα βιβλίο στο άλλο είναι αμέτρητα, οι συνδέσεις του μυαλού, ανάμεσα σε συγγραφείς και έργα, συχνά περίεργες, και οι ημερομηνίες είναι πάντα σχετικές.  

υγ. η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από εδώ.

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2018

Η καρδιά και άλλοι πικροί καρποί - Ignacio Aldecoa





Παράξενοι οι δρόμοι που μας οδηγούν στο επόμενο βιβλίο, παράξενοι μα θαυμάσιοι, παιδιά της τύχης, μικρονήματα που μας ενώνουν παντοτινά με ανθρώπους, τι και αν εκείνοι μένουν μακριά, το σχεδόν αόρατο δια γυμνού οφθαλμού νήμα αντέχει.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένας απλός ψηφιακός διάλογος με οδήγησε σε ένα βιβλίο. Αφού τελειώσαμε με τα τι κάνεις και πώς είσαι, εκείνος μου είπε για τον Αλδεκόα (1925-1969), διηγηματογράφο που εν ζωή έμεινε στην αφάνεια -αλήθεια, τι πρωτότυπο!- αλλά τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι εκτιμούν το έργο του. Αμέσως άνοιξα νέο παράθυρο και προχώρησα σε αναζήτηση στη Βιβλιονέτ, μπίνγκο!

Από τότε πέρασε καιρός.

Πριν λίγες μέρες, εν μέσω ισπανόφωνης αναγνωστικής περιόδου, ένιωσα πως ήταν η στιγμή να διαβάσω τα τέσσερα διηγήματα της συλλογής Η καρδιά και άλλοι πικροί καρποί, ενδεικτικά, σύμφωνα με τον Τάσο Δενέγρη που έκανε την επιλογή, του συγγραφέα.

Το σταχτί φως του πρωινού θαμπώνει, καλύπτει το τοπίο. Το φορτηγό τρένο, μ' ένα τελευταίο βαγόνι για επιβάτες, διασχίζει τους κάμπους αργά, τελετουργικά. Σ' ένα παραθυράκι, το πρόσωπο ενός άντρα υφίσταται τις αλλαγές, την αβεβαιότητα του αγνώστου... Τόπος που τον αντικρίζει για πρώτη φορά. Ο άντρας κατεβάζει το τζάμι με τις τρεμάμενες σταγόνες δροσιάς. Αναπνέει ένα μείγμα καπνού από την αμαξοστοιχία και κρύου, τραχύ, τσουχτερού αέρα της υπαίθρου. Αναπνέει θλίψη και ελευθερία.
Γραφή γεμάτη απλότητα, χωρίς περιττές λέξεις και αχρείαστα στολίδια, διηγήματα της υπαίθρου και της μεγάλης πόλης, που απεικονίζουν την τότε Ισπανία, χωρίς διάθεση για ωραιοποίηση, αν και μακριά από τον νεορεαλισμό. Επιστροφή στις πηγές της λογοτεχνίας, ευκαιρία για ανάπαυση από τις ολοένα και πιο σύνθετες συγγραφικές απόπειρες των τελευταίων χρόνων, ανάγνωση που ενεργοποίησε σχεδόν αποκλειστικά την καρδιά, αφήνοντας τον εγκέφαλο αμέτοχο, αν μπορεί να το πει κανείς αυτό.

Μετάφραση Ειρήνη Οικονόμου, Τατιάνα Φραγκούλια, Ελίνα Χέλμη
Επιλογή κειμένων -Επιμέλεια Τάσος Δενέγρης
Εκδόσεις Ύψιλον

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

Αργός σίδηρος - Σωφρόνης Σωφρονίου





Ήμουν σκακιστής στην πλατεία Γιούνιον. Μπορώ να πω με σιγουριά ότι αυτό έκανα, ήταν αν θέλετε το επάγγελμά μου προτού φύγω από τη γη. Συνήθιζα να μένω εκεί για ώρες, παρακινούσα τους περαστικούς να κάτσουν για μια παρτίδα. Στον βιαστικό που ψιθύριζε ότι δεν ήξερε καλό σκάκι έλεγα: " Σε δέκα λεπτά θα είσαι τουλάχιστον δυο φορές καλύτερος απ' όσο είσαι τώρα, άμα δεν γίνεις, ας μου πάρουν τη σκακιέρα για πάντα". Δεν το έκανα για τα λεφτά, λεφτά είχα.

Τη μέρα που με πυροβόλησαν κόντευα τα εξήντα έξι· τώρα είμαι στα είκοσι εννιά. Από τους λίγους μήνες που μου έχουν απομείνει στη Μικρή Ζωή σκοπεύω να περάσω τον τελευταίο σε μια πλατεία όμοια με τη Γιούνιον: στην Τρίνες ή στη Σιέκλε.

Ο αφηγητής πέθανε στις 5 Μαΐου 1948. Όταν έφτασε στη Μικρή Ζωή ήταν γυμνός, και, όπως θα έκανε ο καθένας στη θέση του, ρώτησε πού βρισκόταν. Του εξήγησαν. Κάθε άνθρωπος που πεθαίνει στη γη, ανεξαρτήτως ηλικίας, "ξυπνάει" στον πλανήτη Μικρή Ζωή, είκοσι ετών και ζει εκεί μέχρι τα τριάντα του. Μετά το πέρας του Μήνα Μνήμης, θα ανατεθεί στον αφηγητή η αποστολή της ανασυγκρότησης του μυθιστορήματος 4001 του Αυστριακού Ρόμπερτ Κράους, παράλληλα με την έρευνα για το αν ο συγγραφέας βρίσκεται στον πλανήτη. Για τον λόγο αυτό θα χρειαστεί να πάει με τρένο σε μια απομακρυσμένη περιοχή του πλανήτη. Έτσι ξεκινάει η ιστορία αυτή.

Και φαντάζομαι πως θα έχετε ήδη ένα κάποιο βλέμμα απορίας διαβάζοντας τόσο το απόσπασμα όσο και την υπόθεση του μυθιστορήματος του Κύπριου Σωφρόνη Σωφρονίου, και είναι κάτι το αναμενόμενο καθώς πρόκειται για μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας.

Σε αυτό το σημείο βρίσκεται, κατ' εμέ, το πρώτο σημείο αξιολόγησης ενός μυθιστορήματος όπως ο Αργός σίδηρος, στο κατά πόσο δηλαδή ο συγγραφέας επιτυγχάνει να καλωσορίσει ομαλά τον αναγνώστη σε αυτή τη σύμβαση, κάτι το οποίο απαιτεί αρκετή δουλειά και επιπλέον φαντασία με ιδέες ξεκάθαρες, έτσι ώστε εκείνο που υπάρχει στο μυαλό του συγγραφέα να περάσει και στο χαρτί, να επιτύχει να δώσει πνοή σε μια νέα πραγματικότητα, χωρίς να αναλωθεί σε δαιδαλώδεις περιγραφές και εξηγήσεις. Σε αυτό το σημείο ο Σωφρονίου τα καταφέρνει περίφημα. Ο αναγνώστης γρήγορα νιώθει οικεία στη Μικρή Ζωή.

Και αφού καταφέρνει να χτίσει από την αρχή έναν νέο κόσμο, με τις ιδιαιτερότητες και τις καινοτομίες του, στη συνέχεια ο συγγραφέας θα κριθεί για την ιστορία του ως ιστορία, μία τελευταία, μα απαραίτητη επιβεβαίωση της ανάγκης για τη διάσταση του φανταστικού την οποία επιλέγει να ακολουθήσει. Εδώ τα πράγματα δεν είναι τόσο ξεκάθαρα, γιατί ναι μεν από τη μία ο Σοφρωνίου επιτυγχάνει, με ευρήματα δομικά και ιδέες ενδιαφέρουσες, να εξάψει και να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη κατά την "περιήγησή" του στη Μικρή Ζωή, ακολουθώντας τον αφηγητή στις περιπέτειές του, από την άλλη όμως δεν δίνει τις μάλλον απαραίτητες για το λογοτεχνικό είδος απαντήσεις στα ερωτήματα που τίθενται ή προκύπτουν, ευθέως ή πλαγίως, επιμένοντας περισσότερο στην εξέλιξη της δράσης και στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος δυστοπικής αγωνίας. Και είναι αυτό το σημείο στο οποίο ένιωσα κάπως μετέωρος διαβάζοντας το μυθιστόρημα, που δεν επέτρεψε την ολοκλήρωση της αναγνωστικής απόλαυσης, παρά το γεγονός πως οι αρετές του είναι δεδομένες, και μάλιστα κάποια σημεία σχετικά με την ανασυγκρότηση της μνήμης και τη νοσταλγική αναβίωση της προηγούμενης ζωής στη Γη είναι εξαιρετικά.

Εκδόσεις αντίποδες 

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

Τι κάνεις όταν κάποιος μιλάει άσχημα για ένα βιβλίο που αγαπάς





-τσαντίζεσαι
-ανασηκώνεις τους ώμους
-απελπίζεσαι
-επιχειρηματολογείς -μάταια συνήθως- και γρήγορα εγκαταλείπεις.
-επιστρέφεις στο σπίτι σου και διαβάζεις τυχαία αποσπάσματα απ' το βιβλίο ή άλλα που έχεις υπογραμμίσει
-αναζητάς/ανακαλύπτεις στο σώμα του βιβλίου ίχνη της τότε εποχής (σελιδοδείκτες, εισιτήρια κ.τ.λ.)-κοιτάζεις τις σημειώσεις σου -τις αναρτήσεις στη δική μου περίπτωση
-συνειδητοποιείς -ακόμα μια φορά- τη διαφορετικότητα των ανθρώπων
-συνειδητοποιείς -ακόμα μια φορά- τη ροπή στα πικρόχολα σχόλια και τη συνοδευτική δυσανεξία στο πάθος

- δεν κάνεις τίποτα από τα παραπάνω, απλώς αδιαφορείς.

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018

4 3 2 1 - Paul Auster




Πέρασα κάτι λιγότερο από έναν μήνα διαβάζοντας το πολυαναμενόμενο μυθιστόρημα του Όστερ. Ξεκινώ το κείμενο με αυτή την πληροφορία, για να δικαιολογήσω την αμηχανία που νιώθω αυτή τη στιγμή μπροστά στη λευκή οθόνη του υπολογιστή. Πώς να χωρέσεις σε ένα κείμενο μια τέτοια εμπειρία άραγε; Συνέβησαν τόσα πράγματα όλον αυτόν τον καιρό, που η καθημερινότητα έμοιαζε -και ήταν- χωρισμένη στα δύο: από τη μία η πραγματική ζωή, από την άλλη η ιστορία του Άρτσιμπαλντ Ισαάκ Φέργκιουσον. Και δεν ήταν μόνο ο όγκος -1200 σελίδες- του βιβλίου αλλά και το εύρημα του Όστερ, με τις διαφορετικές εκδοχές της ζωής του ήρωά του, εύρημα που με διαφορετικό τρόπο χρησιμοποίησε και η Έρπενμπεκ στο μυθιστόρημά της Η συντέλεια του κόσμου, που επέτειναν το συναίσθημα της διχοτόμησης της δικής μου ζωής εν τέλει.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή όμως. Η ιδέα του Όστερ, πάνω στην οποία δομεί το 4 3 2 1, είναι εκείνη του τι θα συνέβαινε αν, ιδέα προκλητική, καθώς μεταφέρει αυτό το σύνηθες ρητορικό ερώτημα, στη γοητεία του οποίου έχουμε όλοι μας, λιγότερο ή περισσότερο, κάποια στιγμή ενδώσει, από την πραγματικότητα στη μυθοπλασία, στον κατ' εξοχήν χώρο, όπου οι δυνατότητες μοιάζουν άπειρες και ο συγγραφέας δεν έχει παρά να επιλέξει εκείνες που του ταιριάζουν ή που τον ιντριγκάρουν περισσότερο από τις υπόλοιπες. Του Όστερ όμως δεν του αρκεί αυτό. Αποφασίζει λοιπόν να διηγηθεί τέσσερις εκδοχές της ιστορίας του ήρωά του, παιχνίδια της μοίρας και αποφάσεις τρίτων, ελάχιστες συχνά λεπτομέρειες που διασταυρώθηκαν σε διαφορετικό μονοπάτι με τη ζωή του ήρωα -μαζί με τις ατομικές ιστορίες των υπόλοιπων χαρακτήρων φυσικά- μέσα στο μεγάλο κάδρο της Αμερικής στα μέσα του εικοστού αιώνα.

Μυθιστόρημα ενηλικίωσης, και μάλιστα σκληρής ενηλικίωσης, όχι απαραίτητα για τα όσα περνάει σε κάθε εκδοχή της ιστορίας του ο Φέργκιουσον, αλλά για την επιβεβαίωση της τυχαιότητας και της πολυπαραγοντικής εξίσωσης της ύπαρξης, των δυνατοτήτων, των περιορισμών και των εκβάσεων. Είναι τέτοια η δομή της ιστορίας, που ο αναγνώστης ταυτίζεται με τον ήρωα χωρίς να έχει το περιθώριο ελαφρά την καρδία να τον δείξει με το δάχτυλο λέγοντας: εγώ δεν θα το έκανα έτσι. Εκεί βρίσκεται, κατά την προσωπική μου γνώμη, η ευφυΐα του Όστερ. Αυτό το φαινομενικά απλό εύρημα -απλό μόνο ως σκέψη, γιατί ως προς την εκτέλεση είναι κάτι παραπάνω από σύνθετο- πατάει σε μια βαθιά υπαρξιακή ανθρώπινη αγωνία, στο ελάχιστο εμβαδόν που καθένας μας καταλαμβάνει στον κόσμο, στο εύπλαστο της ζωής. Όχι όμως ως ματαιότητα ή μεμψιμοιρία.

Και παράλληλα, γύρω από τη ζωή του Φέργκιουσον, ένας κόσμος σε διαρκή αλλαγή και αναβρασμό, κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές, πόλεμοι αλλά και ελπίδες για έναν καλύτερο κόσμο, η λογοτεχνία και η ποίηση, η μετάφραση, η Ευρώπη ως καταφύγιο και έμπνευση, ο έρωτας και η αναζήτηση της σεξουαλικής ταυτότητας, τα σπορ και η φιλία, και τόσα άλλα, που αποτελούν τη ζωή.

Και επανέρχομαι στον αρχικό προβληματισμό μου: Πώς να μιλήσει κανείς για μια τέτοια αναγνωστική εμπειρία, παρότι εν τω μεταξύ έχω καταφέρει να γράψω αρκετές λέξεις. Γιατί, εγώ προσωπικά, δυσκολεύομαι να μείνω πιστός σε μια κριτική ή φιλολογική προσέγγιση. Θα μπορούσα να μιλήσω, για παράδειγμα, για τον μακροπερίοδο λόγο που χρησιμοποιεί σε αυτό το μυθιστόρημα ο Όστερ, ή για την ικανότητά του στην αφήγηση και την ενσωμάτωση του προφορικού λόγου σε αυτήν. Θα μπορούσα επίσης να αποθεώσω τη μαστοριά του Όστερ στο χτίσιμο ενός τόσου μεγάλου βιβλίου. Όλα αυτά, και άλλα τόσα, ισχύουν. Όμως, η ανάγνωση, αποτελεί πρωτίστως ψυχαγωγία, και η απόφαση να διαβάσω ένα τέτοιας έκτασης μυθιστόρημα ήταν συνειδητή και ταιριαστή της περιόδου, η ανάγκη να γυρίσεις στο βιβλίο για να διαβάσεις λίγο έστω ακόμα, η αγωνία, που σιγά σιγά δημιουργείται στον αναγνώστη μέσα από την ταύτιση με τον Φέργκιουσον, για την εξέλιξη της ιστορίας, η αίσθηση οικειότητας, από κάποια στιγμή και μετά, ανάμεσα στους χαρακτήρες του βιβλίου, είναι συναισθήματα μοναδικά. Σίγουρα αν δεν επρόκειτο για ένα τόσο καλογραμμένο βιβλίο όλα αυτά δεν θα γεννιόντουσαν, οπότε ναι, η λογοτεχνική αρτιότητα δεν είναι επ ουδενί άχρηστη και ελάσσονος σημασίας, αλλά η απαραίτητη βάση για την ψυχαγωγία και την αναγνωστική απόλαυση.

Τη μετάφραση, τον άθλο της μετάφρασης για την ακρίβεια, υπογράφει η συγγραφέας και βραβευμένη μεταφράστρια Μαρία Ξυλούρη, η μεγαλύτερη φαν του Όστερ που γνωρίζω, και της ανήκει -δικαιωματικά- ένα σημαντικό μέρος της αναγνωστικής απόλαυσης.

Μετάφραση Μαρία Ξυλούρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο       

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

Μπλε υγρό - Βίβιαν Στεργίου




Στο κατάστημα πιάνων δεν ήταν κανείς. Η κίνηση στον δρόμο ήταν μέτρια. Μάλλον θα είχαν φύγει από ώρα οι ιδιοκτήτες καθώς και όσοι ενδιαφέρονταν να αγοράσουν ή να δοκιμάσουν κάποιο πιάνο, οπότε ο Ανδρέας κοιτούσε απλώς ένα σκοτεινό μαγαζί με τα καπάκια των πιάνων κατεβασμένα μασουλώντας ένα καλαμάκι κοτόπουλο. Στη Αθήνα μπορούσες να φας και να πιεις μπίρες στον δρόμο, μπορούσες να περπατάς χαζεύοντας τις ταμπέλες των μαγαζιών και τις διαφημίσεις των φαρμακείων κατά τις τριχόπτωσης, μπορούσες να χτενίζεις με την άκρη του ώμου σου τα βρώμικα, μίζερα και αδικαιολόγητα φυτεμένα δέντρα στα πεζοδρόμια, αλλά, καταπώς φαινόταν, δεν μπορούσες να βρεις ανοιχτό δύο η ώρα τη νύχτα ένα κεντρικότατο κατάστημα πιάνων. Όμως αυτό δεν τον ενοχλούσε, αφού πιάνο δεν ήξερε να παίζει. Πιο πολύ τον πείραζε που αύριο το πρωί είχε να πάει στα κεντρικά της ΔΕΗ στην Αριστοτέλους.
Με τις δεδομένες επιφυλάξεις απέναντι σε κάθε συλλογή διηγημάτων, ενισχυμένες λόγω της εντοπιότητας και του νεαρού της ηλικίας της συγγραφέως, ξεκίνησα, από περιέργεια κυρίως το παραδέχομαι, να διαβάζω το πρώτο διήγημα της συλλογής διηγημάτων της γεννημένης το 1992 Βίβιαν Στεργίου, Μπλε υγρό. Και τελειώνοντας το πρώτο διήγημα, ένιωσα πως είχα κάτι ενδιαφέρον στα χέρια μου, και παρότι οι επιφυλάξεις δεν υποχώρησαν εντελώς, ήταν δεδομένο πως θα συνέχιζα μέχρι τέλους την ανάγνωση του βιβλίου.

Παρά τα όσα αντικειμενικά, ή θεωρούμενα ως τέτοια, μπορεί κάποιος αναγνώστης να επισημάνει για ένα λογοτεχνικό έργο, σχόλια φιλολογικά σχετικά με το ύφος, την πλοκή ή τις επιρροές, ανάμεσα σε άλλα, εντούτοις, και ας μην κρυβόμαστε, η ανάγνωση και επομένως και η αποτίμησή της, ποτέ δεν παύει να είναι υπόθεση άκρως προσωπική, και άρα υποκειμενική, καθώς καθένας μας αναζητά διαφορετικά πράγματα σε κάθε ανάγνωση, ακόμα και αν δεν ξέρει πως τα αναζητά. Ένα παράπονο τεράστιο, που δεν αφορά μόνο τα διηγήματα αλλά συνολικά την εγχώρια λογοτεχνία, παράπονο δικό μου, με βάση τα δικά μου βιώματα και τις προσλαμβάνουσες της δικής μου καθημερινότητας, είναι η απουσία, ή η όχι και τόσο συχνή εμφάνιση, για να μην είμαι ισοπεδωτικός, ενός αέρα φρέσκου και μιας ματιάς καθαρής στα πράγματα, ματιάς σύγχρονης, ματιάς του αυτόπτη μάρτυρα, ματιάς του συγγραφέα που να γράφει για το κέντρο της πόλης αφού πρώτα το έχει περπατήσει, και όχι εκ του μακρόθεν από κάποιο προάστειό της. Βεβαίως και δεν αρκεί κάποιος να περπατά στα πεζοδρόμια του κέντρου για να μπορεί να γράψει γι' αυτά, χρειάζονται και άλλες προϋποθέσεις. Εδώ έρχεται δίπλα στην καθαρή ματιά ο φρέσκος αέρας, κάτι το οποίο, έως ένα βαθμό, σχετίζεται και με την ηλικία της Στεργίου· δεν αναφέρομαι ούτε σε πρωτοπορία, ούτε σε καινοτομία αλλά στην αίσθηση του φρέσκου και του σπινθηροβόλου στην αφήγηση, δύο χαρακτηριστικά -κατά τη γνώμη μου αρετές- που τα διηγήματα της συλλογής διαθέτουν.

Κάποια μοτίβα, αναπόφευκτα, επαναλαμβάνονται, και κάποια διηγήματα, ίσως και λόγω της επανάληψης, μοιάζουν κάπως πιο αδύναμα, με αποτέλεσμα ο αρχικός ενθουσιασμός της ανάγνωσης των πρώτων διηγημάτων να υποχωρήσει, ίσως γιατί πλέον την έκπληξη απέναντι στην κατάρρευση των επιφυλάξεων διαδέχεται η απαίτηση για διατήρηση των απαιτήσεων σε υψηλά στάνταρντ, εκεί που η Στεργίου τις τοποθέτησε, όμως, ταυτόχρονα, η παρουσία αυτών των διηγημάτων δίνει την αίσθηση ολοκλήρωσης της συλλογής, επιτρέπουν να διαφανεί με σαφήνεια ο θεματικός καμβάς που απασχολεί και εμπνέει τη Στεργίου, αφήνουν και μάλιστα αφήνουν μία αίσθηση -αρκετά υπόγεια- ενός σπονδυλωτού μυθιστορήματος με αρκετούς ήρωες, με την Αθήνα να είναι παρούσα.

Και δεν είναι μόνο η Αθήνα που είναι -επιτέλους- αναγνωρίσιμη μέσα από τις σελίδες των διηγημάτων, είναι και οι ήρωες παρέα με τους προβληματισμούς και τις αποφάσεις που παίρνουν, η ασφυξία και η ελευθερία που το περιβάλλον τους προκαλεί ή τους επιτρέπει, ήρωες που ανάμεσά τους μπορεί κανείς να αναγνωρίσει δικούς του φίλους ή ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό, ίσως λίγο νεότερο, ήρωες που εμένα μου θύμισαν τους ήρωες της Δημητρακάκη, ρεαλιστικοί στα δικά μου μέτρα.

(Πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Εκδόσεις Πόλις



Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

Το ματωμένο του έργο - Graeme Macrae Burnet





Γράφω αυτό το κείμενο κατόπιν επιθυμίας του δικηγόρου μου κυρίου Άντριου Σίνκλερ, ο οποίος από τότε που προφυλακίστηκα εδώ στο Ινβερνές μού φέρεται με πολύ περισσότερη ευγένεια απ' όση αξίζω και δικαιούμαι. Η ζωή μου υπήρξε σύντομη και άνευ σημασίας, και δεν επιθυμώ να απαλλαγώ από την ευθύνη για τις πρόσφατες πράξεις μου. Ο μόνος λόγος, επομένως, για τον οποίο εμπιστεύομαι αυτές τις λέξεις στο χαρτί είναι για να ανταποδώσω στον δικηγόρο μου την καλοσύνη που μου έχει δείξει.

Ο νεαρός Ρόντερικ Μακρέι, που ζει με τον πατέρα και τα αδέρφια του στο Κολντούι, ένα απομονωμένο χωριό του Ρος-σάιρ στα  Χάιλαντς, κατηγορείται για τριπλή δολοφονία, και εκείνος αποδέχεται την ενοχή του. Ο διορισμένος από το κράτος δικηγόρος που αναλαμβάνει την υπεράσπισή του του ζητάει να γράψει την ιστορία του, ενώ σκοπεύει να ισχυριστεί ενώπιον της έδρας πως ο πελάτης του έδρασε εκτός εαυτού χωρίς να έχει προσχεδιάσει το φονικό. Η αγχόνη περιμένει τον Μακρέι. Βρισκόμαστε στο έτος 1869.

Ο Μπερνέτ, στον ρόλο του αφηγητή-ερευνητή, μεταφέρει τον αναγνώστη στα Χάιλαντς του 19ου αιώνα, με αφορμή το τριπλό φονικό και τη δίκη που ακολούθησε, για να διηγηθεί μια ιστορία με τεράστιο ενδιαφέρον, όχι μόνο ως προς την εξέλιξη της δίκης, αλλά κυρίως για τις συνθήκες διαβίωσης σε εκείνη την απομακρυσμένη περιοχή, όπου η ζωή ήταν ένας καθημερινός αγώνας επιβίωσης, η γη ανήκε σε έναν μεγαλογαιοκτήμονα, η εκπαίδευση ήταν αχρείαστη πολυτέλεια, οι βεντέτες κάτι συνηθισμένο και η πατρική εξουσία απόλυτη, χωρίς να παραλείψει κανείς να αναφερθεί στις επικρατούσες δεισιδαιμονίες, την ισχύ της εκκλησίας και τη σεξουαλική καταπίεση. Το κείμενο που γράφει ο Μακρέι και η διαδικασία της δίκης θα φέρουν στο προσκήνιο μια ζοφερή πραγματικότητα, αντικαθρέφτισμα της εποχής. Ο τρόπος με τον οποίο στήνει την ιστορία του ο Μπερνέτ, με αυτόν τον ψευδοντοκουμενταρίστικο χαρακτήρα, επιτυγχάνει να καθηλώσει τον αναγνώστη και να αναδείξει με ακρίβεια τους χαρακτήρες, σε ένα υπέροχο μυθιστόρημα, που θυμίζει ως αίσθηση τα Έθιμα ταφής της Κεντ, και έφτασε, χωρίς να είναι φαβορί, μέχρι τη βραχεία λίστα του βραβείου Booker για το 2016. Είναι από τις περιπτώσεις εκείνες όπου η ευφυΐα του συγγραφέα διακρίνεται ως αναπόσπαστο μέρος του ταλέντου του, όπου ο χαρακτηρισμός του βιβλίου ως δικαστικού θρίλερ μοιάζει εν τέλει πολύ περιοριστικός για να περιγράψει πλήρως τα όσα καταφέρνει ο Μπερνέτ με Το ματωμένο του έργο, και πως τελικά ο απόλυτος συνδυασμός επιτυχίας είναι η παρουσία μιας δυνατής ιστορίας δοσμένης με έναν τρόπο που να την αναδεικνύει περαιτέρω.

Το απομονωμένο τοπίο άγριας ομορφιάς των Χάιλαντς και οι συνθήκες διαβίωσης της εποχής επιτρέπουν στον Μπερνέτ να επικεντρωθεί στην ιστορία και τους χαρακτήρες του, χωρίς να χρειάζεται να πασπαλίσει τις περιγραφές του με υπερβολικές λεπτομέρειες, και παρ' όλ' αυτά να μεταδώσει την αίσθηση ασφυξίας με την οποία, όχι μόνο ο αναγνώστης του σήμερα, αλλά και ο κάτοικος κάποιου αστικού κέντρου της εποχής, αντικρίζει τη ζωή στο μικρό χωριό. Η ιστορία, με την αγωνία που φέρει ως προς την εξέλιξή της, όσο προδιαγεγραμμένη και αν αυτή μοιάζει ήδη από τις πρώτες σελίδες με την παραδοχή της ενοχής εκ μέρους του Μακρέι, είναι δομημένη με τέτοιο τρόπο, ώστε να αναδείξει τους χαρακτήρες και το περιβάλλον στο οποίο ζουν· με αποκορύφωμα τον Μακρέι, έχουμε χαρακτήρες πλήρεις, με αδυναμίες, πάθη και ιδανικά, με την αίσθηση δικαίου να μην απουσιάζει εντελώς από κανέναν, παρά την όποια υποκειμενική θέση από την οποία παρατηρεί την ιστορία ο αναγνώστης, σε μια απόπειρα κατανόησης της ανθρώπινης φύσης, με τα πάθη της εξουσίας, το φόβο της επιβίωσης, το ένστικτο της εκδίκησης, την πίστη στην απόδοση δικαιοσύνης, την επίδραση του περιβάλλοντος, την ασφυξία της ατομικότητας μέσα στον κοινωνικό ιστό.

Αν και δεν έκανα αντιπαραβολή με το πρωτότυπο, έχω την αίσθηση πως η Χίλντα Παπαδημητρίου έφερε εις πέρας με επιτυχία το δύσκολο έργο της μετάφρασης.

Υπερκαλυμμένες και με το παραπάνω αναγνωστικές προσδοκίες, Το ματωμένο του έργο είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο αξίζει να διαβαστεί.
 
(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου
Εκδόσεις Μεταίχμιο


Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018

Το εικοσιτετράωρο ενός αναγνώστη - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος





Η ανάγνωση, όπως κάθε πάθος άλλωστε, δεν περιορίζεται στον εαυτό της, ο αναγνώστης, συγχωρέστε με αλλά η λέξη βιβλιόφιλος δεν με συγκινεί, δεν περιορίζεται στην ανάγνωση, και ένας αναγνώστης όπως ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, κι αυτή είναι μία από τις ιδιότητές του ανάμεσα στις άλλες, του ποιητή, του μεταφραστή, του κριτικού, του φιλολόγου -και ίσως και άλλων που καταφέρνει να κρατάει κρυφές- όχι μόνο το γνωρίζει καλά, αλλά αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα παθιασμένου αναγνώστη, για τον οποίο η ανάγνωση είναι ένα μόνο μέρος της σχέσης του με τα βιβλία, τους συγγραφείς, τις ιστορίες, μιας σχέσης με εμμονές -πώς αλλιώς;

Γιατί η ανάγνωση, πριν και πάνω απ' ό,τι άλλο, είναι μια σχέση συνυφασμένη με την ίδια τη ζωή, από το πλέον απλό ημερολογιακό συμβάν, όπως ποια κοπέλα κοιμόταν δίπλα του όταν εκείνος ξενύχτησε διαβάζοντας λίγες ακόμα σελίδες από την Καρδιά τόσο άσπρη, για την ακρίβεια τις σελίδες εκείνες με τον ήρωα να προσπαθεί να ξεχωρίσει τις λέξεις θυμού που ακούγονταν από τον δρόμο κάτω ακριβώς από το δωμάτιο του ξενοδοχείου, σε αντίστιξη με τη φαινομενική γαλήνη του δωματίου του ήρωα, αλλά και του αναγνώστη, μέχρι την αφιέρωση στην πρώτη σελίδα στο αντίτυπο του Τούνελ του Ερνέστο Σάμπατο, δώρο από έναν καλό φίλο, αφιέρωση που αν είναι δυνατόν την έκανε με στυλό, αλλά πώς να του κρατήσεις κακία -φροντίζεις να αγοράσεις ακόμα ένα αντίτυπο. Και ύστερα σκέφτεσαι τον Ξένο του Καμύ, και αναλογίζεσαι τι θα έκανες αν δεν υπήρχε αυτό το βιβλίο, ώστε να μπορείς να επιστρέφεις σ' αυτό όταν ο κόσμος καταρρέει;

Από τη μία πλευρά είναι η γοητεία να ακούς κάποιον να μιλάει για ένα πάθος, πάθος που νιώθεις και εσύ, πάθος για το οποίο συχνά νιώθεις πως δεν μπορείς να το μοιραστείς εύκολα με κάποιον, πάθος για το πλέον απλό, όπως την ταξινόμηση των βιβλίων στη βιβλιοθήκη, ή τη σημασία του να βρίσκεις το απόκομμα από το εισιτήριο κάποιου ΚΤΕΛ χρόνια μετά διαβάζοντας ξανά Το μαύρο κουτί  του Άμος Οζ. Όμως από την άλλη πλευρά, ακριβώς επειδή μιλάμε για πάθος, ορθώνεται η αντίδραση, όχι, εμένα η Λολίτα δεν μου άρεσε, ίσως γιατί μου θύμιζε έντονα την προυστική Αλμπερτίν, όχι, εγώ διαφωνώ με το μη δανεισμό βιβλίων.

Η γοητεία και η αντίδραση, ταυτόχρονα συναισθήματα με εκρηκτικά αποτελέσματα, συνοδεύουν την ανάγνωση των κειμένων που αποτελούν Το εικοσιτετράωρο ενός αναγνώστη, κειμένων από τα οποία ξεχειλίζει το πάθος, κείμενα στα οποία αφθονούν οι αναφορές σε βιβλία γνωστά και αγαπημένα, αλλά και σε άλλα είτε άγνωστα είτε σκονισμένα στη στοίβα των προσεχώς. Και ο τρόπος με τον οποίο ο Γιαννακόπουλος μιλάει για την ανάγνωση και τα βιβλία είναι, για μένα, ο πλέον κατάλληλος, ακριβώς λόγω του πάθους του, πάθους που οδηγεί σε συγκλίσεις και αντεγκλήσεις γόνιμες, μακριά από διάθεση για επίδειξη και απλή επανάληψη μισητών φράσεων όπως: μα καλά, δεν έχεις διαβάσει αυτό, μα καλά, (δεν) σου άρεσε το άλλο, και άλλων παρεμφερών. Στόχος του Γιαννακόπουλου δεν είναι να μιλήσει για τον εαυτό του αλλά για εκείνο που αγαπά, όπως ο ποιητής που μιλάει για τον έρωτα μιλάει για το αντικείμενο του πόθου του και όχι για τον ερωτευμένο εαυτό του, ή -ακριβέστερα- όπως το παιδί που μιλάει για το παιχνίδι. Και ακριβώς επειδή είναι τέτοιο το πάθος των κειμένων, Το εικοσιτετράωρο ενός αναγνώστη επιτελεί μια πράξη υπηρέτησης προς τη λογοτεχνία, προς την ανάγνωση, ανανεώνοντας εν τέλει τη δίψα μας για ιστορίες.


Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

Χάρισέ μου μια παράλληλη πραγματικότητα ακόμα





Τα πολυσέλιδα μυθιστορήματα λειτουργούν ως παράλληλη πραγματικότητα στη ζωή του αναγνώστη, ένα καταφύγιο ημερών, εβδομάδων ή και μηνών ακόμα. Παράλληλη πραγματικότητα σε μια ολοένα επιταχυνόμενη καθημερινότητα, υπερπληθώρας ερεθισμάτων, κυριαρχίας του εφήμερου ή μάλλον ακριβέστερα του στιγμιαίου, με την πεποίθηση της έλλειψης χρόνου, του χρόνου που δεν υπάρχει και όχι του χρόνου που σπαταλιέται στη διασπαστική κυριαρχία της πληροφορίας, της επιφανειακής γνώσης επί παντός επιστητού, της ανάγκης ή της υποχρέωσης καλύτερα να μπορεί κανείς ανά πάσα στιγμή να έχει γνώμη για οτιδήποτε, άσχετα αν δεν τον ενδιαφέρει, άσχετα αν δεν το γνωρίζει παρά επιδερμικά μονάχα ή ως τελευταίος δέκτης ενός εξ αρχής χαλασμένου τηλεφώνου, της κατανάλωσης και της μανίας προσθήκης στη φαρέτρα ασχημάτιστων και εν τέλει άχρηστων βελών, και αυτού και εκείνου αλλά και του άλλου. Της ποσοτικής απεικόνισης των πάντων.

Και ξαφνικά ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα ξεφυλλίζεται μπροστά στα μάτια σου, απαιτεί τον χρόνο και την προσοχή σου, σε δέχεται στις σελίδες του και σε καλωσορίζει στην πραγματικότητά του, πραγματικότητα στην οποία αρχικά νιώθεις ξένος και ίσως την προσεγγίζεις με μια διάθεση ανυπομονησίας, πες αυτό που θες να πεις και τελείωνε, μην πλατειάζεις, δώσε μου γρήγορα αυτό που χρειάζομαι -αλήθεια τι είναι αυτό που χρειάζομαι;-, τελείωνε να πάμε παρακάτω, ωστόσο το πολυσέλιδο μυθιστόρημα στέκει ατάραχο, ενώ εσύ δεν διστάζεις να το αφήσεις με μια οποιαδήποτε αφορμή -τι ώρα έχει πάει, τι καιρό θα κάνει αύριο, πού να βρίσκεται εκείνη ή εκείνος, πόσα τικ έχουν βάλει στη λίστα εν τω μεταξύ οι άλλοι- και επανέρχεσαι κάνοντας βιαστικά και συνήθως λαθεμένα μαθηματικές πράξεις για το υπολειπόμενο της ιστορίας, πόσες σελίδες, πόσες ώρες, πόσες μέρες, πόσα χαμένα τικ και φωτογραφικά κλικ, και ξάφνου γίνεται κάτι μαγικό, όλα εκείνα τα πρόσωπα, αρχικά απλώς ονόματα που δυσκολευόσουν να συγκρατήσεις και να συνδυάσεις με γεγονότα και λεπτομέρειες, ξαφνικά μεταμορφώνονται σε παλιούς γνώριμους, συμπάθειες και αντιπάθειες, μια λαχτάρα για το τι θα γίνει παρακάτω εμφανίζεται, και πριν καλά καλά το καταλάβεις ζεις μια παράλληλη ζωή.

Κάτι τέτοιες εμπειρίες έρχονται και σε βρίσκουν εκεί που δεν το περιμένεις, αδιανόητος μοιάζει ο εκ των προτέρων σχεδιασμός τους, κανείς δεν μπορεί να αποφασίσει ότι θα μπει σε μια παράλληλη πραγματικότητα, απλώς βρίσκεται σε μια παράλληλη πραγματικότητα χωρίς να το καταλάβει, παρά μόνο αργότερα, ίσως ακόμα και αφού εκείνη περάσει στο παρελθόν, όταν πια τα απογεύματα ή οι πρώτες πρωινές ώρες ή οι τελευταίες βραδινές είναι όπως πριν.

Δεν νομίζω πως για μένα υπάρχει αντιπροσωπευτικότερο παράδειγμα από την εξάμηνη σχεδόν παραλληλία της τότε ζωής μου, με την αδιάφορη και μηχανιστική από ένα σημείο και μετά πρωινή δουλειά της παροχής τηλεφωνικών πληροφοριών, με τη ζωή των ηρώων του Μαρσέλ Προυστ, από τόμο σε τόμο, με την Αλμπερτίν να μου γεννά αισθήματα μίσους που δεν γνώριζα πως είχα και την Υπόθεση Ντρέιφους να με παθιάζει με έναν τρόπο επίσης πρωτόγνωρο, και ξαφνικά, μια μέρα διάβασα την τελευταία σελίδα, και έμεναν δύο μήνες ακόμα για τη λήξη της σύμβασης, και δεν ήξερα τι μου έφταιγε τα απογεύματα που γύριζα στο σπίτι, παρότι οι μέρες είχαν μεγαλώσει, η καλοκαιρία επέλαυνε, οι σειρήνες του έξω κόσμου τραγουδούσαν πιο γλυκά από ποτέ και οι περιπέτειες της καρδιάς ξεδιπλώνονταν σε επεισόδια άνισα, και ήταν εκείνο το κενό της έλλειψης της παραλληλίας, εκείνο το καταφύγιο το οποίο πια ξεθώριαζε στο βάρος της λήθης, όπως όλα εκείνα που υπόσχεσαι πως δεν θα ξεχάσεις ποτέ.

Αλλά υπάρχει ακόμα κάτι συγκλονιστικό στα πολυσέλιδα μυθιστορήματα, το γεγονός πως ο συγγραφέας διέθεσε μήνες ή χρόνια από τη ζωή του ασχολούμενος με την κατασκευή ενός οικοδομήματος, παράλληλα κι εκείνος με τόσα άλλα της δικής του καθημερινότητας, υποχρεώσεις και περισπάσεις, άγχη και απογοητεύσεις, λογαριασμούς και κοινωνικές υποχρεώσεις, ξενύχτια και πρωινά ξυπνήματα, φαντασία και ρεαλισμό.

Μη βιαστείς να κρίνεις όσα είπα με όρους συγκριτικούς, η μεγάλη φόρμα απέναντι στη μικρή, δεν είναι αυτό το νόημα, απλώς άκουσα κάποιον αναγνώστη ελαφρά την καρδία να λέει: εγώ θα έκοβα εκατόν πενήντα σελίδες· και διαολίστικα, γιατί, όπως και να το κάνεις, δεν είναι ωραίο να ακούς κάποιον να κόβει σελίδες από τη ζωή σου.

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

Ο τρομπετίστας - Fernando Aramburu





Βιβλίο Βάσκου συγγραφέα δεν είχα διαβάσει πριν από τον Τρομπετίστα του Φερνάντο Αράμπουρου, αν θυμάμαι βέβαια καλά, βιβλίο που από κάποιον έχω δανειστεί και δεν θυμάμαι από ποιον, και παρακαλείται, εκείνος, αν διαβάσει το κείμενο, να προχωρήσει σε υπενθύμιση.

Ο μόνος τρόπος για τον Μπενίτο Λακούνθα ώστε να ξεφύγει από την πατρική καταπίεση ήταν οι σπουδές, έτσι βρέθηκε στη Μαδρίτη, όπου έκανε οτιδήποτε άλλο από το να σπουδάζει, αν και η μηνιαία επιβίωσή του εξαρτιόταν από τα χρήματα που του έστελνε ο πατέρας του, μέχρι που ανακάλυψε την αλήθεια. Τώρα ζούσε με την Πάουλι, γεγονός που του εξασφάλιζε στέγη και ζεστό φαγητό, ενώ δούλευε περιστασιακά στο μπαρ Ουτοπία, του οποίου ο ιδιοκτήτης του επέτρεπε πού και πού να παίζει τρομπέτα στους θαμώνες.

Τα όνειρά του για καριέρα στη μουσική βιομηχανία πάντα προσέκρουαν σε κάποιο άτυχο περιστατικό, και εκείνος, αν και κατέβαλλε την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια, επέμενε να διακηρύσσει πως αργά ή γρήγορα θα έπιανε την καλή.

Η είδηση σχετικά με τον θάνατο του πατέρα του θα τον αφήσει αρχικά αδιάφορο, όμως, ύστερα από την πίεση της Πάουλι, ορμώμενης από τη διεκδίκηση του μερίδιου που του αναλογούσε από την κληρονομιά, ο Μπενίτο Λακούνθα θα βρεθεί, μετά από χρόνια, πίσω στο χωριό που γεννήθηκε.

Δεν ενθουσιάστηκα ιδιαίτερα από το μυθιστόρημα αυτό, αν και το διάβασα ευχάριστα, αναγνωρίζοντας κάποιες αρετές στην υποβόσκουσα παρωδία και στο στήσιμο της ιστορίας, όμως η ίδια η ιστορία μου φάνηκε κάπως απλοϊκή και η προσοχή μου επικεντρώθηκε εξ ολοκλήρου στην ιστορία, γεγονός που είναι ίσως αρκετό για να δείξει την έλλειψη ενθουσιασμού, καθώς, κακά τα ψέματα, δύσκολα μια ιστορία από μόνη της, χωρίς άλλες αρετές λογοτεχνικές να την υποστηρίζουν και να την αναδεικνύουν, μπορεί να σταθεί, εφόσον οι περισσότερες ιστορίες, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, έχουν ειπωθεί, και μάλιστα με εκπληκτικούς τρόπους.

Για παράδειγμα, διέκρινα την πρόθεση του Αράμπουρου να προσδώσει στους ήρωές του μία σχηματικότητα, να τους μετατρέψει σε πρότυπα, πρόθεση η οποία δεν ευωδόθηκε, στερώντας από το μυθιστόρημα τη ρεαλιστική διάσταση που ο συγγραφέας τού αφαίρεσε.

Θυμήθηκα όμως έναν αγαπημένο Ισπανό συγγραφέα, τον Μολίνα, βιβλίο του οποίου, άγνωστο γιατί, έχει καιρό να κυκλοφορήσει στα ελληνικά.

Μετάφραση Χριστίνα Αμαργιανού
Εκδόσεις Gema

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

Το βιβλίο των κατόπτρων - E.O. Chirovici





Ο Πίτερ, λογοτεχνικός ατζέντης, θα λάβει ένα μέηλ από κάποιον Ρίτσαρντ Φλυν, το οποίο αρχικά μοιάζει με ακόμα ένα μέηλ από κάποιον υποψήφιο συγγραφέα. Όταν όμως θα διαβάσει τη συνοδευτική επιστολή του συνημμένου αρχείου, ο Πίτερ θα νιώσει πως πρόκειται για κάτι διαφορετικό, πως δεν είναι μία ακόμα αδέξια και άψυχη επιστολή. 

Το 1987 ο διάσημος καθηγητής Τζόζεφ Βίντερ θα βρεθεί δολοφονημένος στο σπίτι του, στο Πρίνστον. Η ανεξιχνίαστη αυτή δολοφονία αποτελεί το θέμα του χειρόγραφου που θα πάρει στα χέρια του ο Πίτερ. Πρόκειται άραγε για ομολογία ή για έργο μυθοπλασίας;

Ξεκινώντας να γράφω το κείμενο αυτό, φλέρταρα με την ιδέα να αναφερθώ πιο αναλυτικά απ' ό,τι συνήθως στην υπόθεση, κυρίως για να αναδείξω την ικανότητα του συγγραφέα στη σύνθεση της ιστορίας, με τις ανατροπές να κυριαρχούν και τον αναγνωστικό ορίζοντα προσδοκιών να τίθεται συνεχώς υπό αμφισβήτηση. Γρήγορα όμως συνειδητοποίησα πως οποιαδήποτε αναφορά στην υπόθεση θα αποτελούσε σπόιλερ για τον πιθανό αναγνώστη, οπότε και εγκατέλειψα την αρχική ιδέα.
Πιστεύω πως, για τους περισσότερους ανθρώπους, το να μεγαλώνεις σημαίνει, δυστυχώς, να αποκτάς την ικανότητα να κλειδώνεις τα όνειρά σου σ' ένα κουτί και να το πετάς στον ποταμό Ιστ. Κατά τα φαινόμενα, δεν αποτέλεσα εξαίρεση στον κανόνα. Όμως πριν από μερικούς μήνες ανακάλυψα κάτι σημαντικό, το οποίο επανέφερε στη μνήμη μου ορισμένα τραγικά περιστατικά που συνέβησαν το φθινόπωρο και τον χειμώνα του 1987, στο τελευταίο έτος μου στο Πρίνστον. Κατά πάσα πιθανότητα καταλαβαίνεις τι εννοώ: θεωρείς ότι έχεις λησμονήσει κάτι -ένα περιστατικό, έναν άνθρωπο, μία κατάσταση- και ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι η ανάμνηση μαράζωνε σε κάποιο κρυφό δωμάτιο του μυαλού σου αλλά ήταν πάντοτε εκεί, σαν να δημιουργήθηκε μόλις την προηγούμενη μέρα. Σαν να ανοίγεις μια παλιά ντουλάπα γεμάτη άχρηστα πράγματα και δεν έχεις παρά να μετακινήσεις ένα κουτί για να καταρρεύσουν τα πάντα πάνω σου.
Τι είναι αυτό που οδηγεί κάποιον να μιλήσει για μια ιστορία που συνέβη τόσο παλιά; Ο Κίροβιτς γνωρίζει καλά πως ο αφηγητής οφείλει να διαθέτει το απαραίτητο πάθος, να καθιστά ξεκάθαρο στον αναγνώστη πως η ζωή του εξαρτάται τρόπον τινά από την αφήγηση αυτή. Ήδη από τη συνοδευτική επιστολή διαφαίνεται η αγωνία του Φλυν, κανένα στοιχείο δεν μπορεί να θεωρηθεί λεπτομέρεια παρά μόνο ένα απαραίτητο κομμάτι του παζλ που επιχειρεί να συνθέσει.

Εκείνο που τελικά είναι δευτερεύον κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης είναι η ανακάλυψη του δολοφόνου, και είναι δευτερεύον γιατί προηγούνται τα μυστικά που τα κρατούν κρυμμένα, χρόνια μετά, τα πρόσωπα της ιστορίας, όχι μόνο εκείνα που ανήκαν στον περίγυρο του καθηγητή, όπως ο Φλυν, αλλά και όσοι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ασχολήθηκαν με την ιστορία της δολοφονίας και του χειρογράφου τόσο τότε όσο και τώρα, χρόνια μετά, ενώ τα κάτοπτρα που αναπαράγουν την πρώτη  εικόνα συχνά την παραμορφώνουν, για να χαθεί τελικά εκείνη μέσα σε μια σειρά αντικατοπτρισμών.

Το βιβλίο, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη, συνδέεται με τα βιβλία της Ντόνα Ταρτ και του Ζοέλ Ντικέρ, και, παρά την πιθανότητα κάτι τέτοιο να αποτελούσε απλώς ένα προωθητικό τρικ, στάθηκε ικανό να με ιντριγκάρει και να με οδηγήσει στην ανάγνωση. Τελειώνοντας το βιβλίο δεν έχω καμία αμφιβολία, οι λάτρεις της Ταρτ και του Ντικέρ θα το αγαπήσουν, είναι καταιγιστικός, αλλά σε καμία περίπτωση κενός, ο τρόπος με τον οποίο ο Κίροβιτς χτίζει την ιστορία του, ενώ οι ανατροπές στηρίζονται στην αλήθεια των ηρώων, με τους οποίους ο αναγνώστης αναπτύσσει έναν συναισθηματικό δεσμό, βάση του οποίου διαμορφώνει τις προσωπικές του προτιμήσεις για την τελική έκβαση της ιστορίας.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αντώνης Καλοκύρης
Εκδόσεις Πατάκη 


Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

Περιστρεφόμενο άπειρο





Οκτώ χρόνια, λοιπόν. Ας περάσουμε επί τροχάδην τα προφανή και κοινότοπα: πώς περνάει έτσι ο καιρός και σαν χτες μου φαίνεται και τα λοιπά και τα λοιπά. Ας προχωρήσουμε παρακάτω, ρίχνοντας λίγο τον ρυθμό: αρκετοί επαΐοντες προβλέπουν το τέλος των ιστολογίων, την επιβλητική και οριστική επικράτηση των κοινωνικών δικτύων, όμως μοιάζει να έχουν άδικο, όχι μόνο γιατί εστιάζουν τη ματιά τους στη δική τους "προσωπική γνώμη" -βλ. κούραση ή βαρεμάρα- αλλά και γιατί συνεχώς όλο και κάποια νέα ιστολόγια εμφανίζονται -για να εξαφανιστούν λίγο αργότερα τα περισσότερα είναι η αλήθεια- και γιατί εν γένει τα ιστολόγια ούτως ή άλλως υπερτερούν έναντι των κοινωνικών δικτύων λόγω του μη εφήμερου χαρακτήρα τους· ο χρόνος τα βαραίνει και τα αξιολογεί διαρκώς.

Ας χαλαρώσουμε τώρα τον ρυθμό. Οκτώ χρόνια, λοιπόν. Οκτώ χρόνια από την πρώτη δημοσίευση, που αναρτήθηκε αρκετούς μήνες μετά την πρώτη εμφάνιση της ιδέας για τη δημιουργία ενός ψηφιακού χώρου απόθεσης σκέψεων για ό,τι διάβασα, είδα και άκουσα, ένα απόγευμα κάπου στην παγωμένη ισπανική επαρχία, σε ένα σπίτι χωρίς σύνδεση στο διαδίκτυο και πριν την εμφάνιση των έξυπνων κινητών. Έτσι ξεκινάει το επετειακό αυτό κείμενο, με μια ανασκόπηση προσωπική, παράλληλη της πορείας του ιστολογίου, και, για ακόμα μία φορά, αναδεικνύεται, ο σημαντικότερος ίσως λόγος ύπαρξης αυτού εδώ του ψηφιακού τόπου, λόγος που τότε μου διέφευγε: η ανάγκη για έκφραση, η φιλοδοξία πως και κάποιον άλλον θα ενδιαφέρουν όσα θα έχω να λεω. Αυτοί ήταν οι τότε λόγοι, που σχετίζονται με τον ημερολογιακό χαρακτήρα της καταγραφής των εντυπώσεων και των σκέψεων, με αυτές τις, συχνά αδιόρατες, προσωπικές ψηφίδες, τη διάθεση της ημέρας, την απογοήτευση, τον ενθουσιασμό κ.τ.λ. κ.τ.λ. Γιατί δεν μεγάλωσε μόνο το ιστολόγιο κατά οκτώ χρόνια, αλλά κι εγώ -σκέψη προφανής και κοινότοπη μα όχι χωρίς αξία-, γιατί τελικά διαρκώς επιβεβαιώνεται η πίστη μου στη σημασία δημιουργίας παρελθόντος, του απαραίτητου αυτού φορτίου εξέλιξης, έτσι ώστε τα αρχικά προφανή και κοινότοπα ερωτήματα να μην έχουν χαρακτήρα αφαίρεσης αλλά πρόσθεσης. 

Ξεχωριστή μνεία οφείλω στα πρόσωπα που εμφανίστηκαν ή εξαφανίστηκαν, πρόσωπα που συνδιαμόρφωσαν, συνειδητά ή ασυνείδητα, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο ποσοστό το παρόν ιστολόγιο, αλλά και εμένα τον ίδιο, στους ιδανικούς αναγνώστες και ιδανικούς φίλους που φώτισαν περαιτέρω το μονοπάτι αυτό αλλά και -τι τύχη!- στα πλείστα αντιπαραδείγματα που λειτούργησαν, και συνεχίζουν να λειτουργούν, ως φάροι αποφυγής σκοτεινών υδάτων.

Οκτώ χρόνια, λοιπόν, και αρκετοί με ρωτούν αν βαρέθηκα ή αν έμπλεξα στα γρανάζια της ρουτίνας -αυτής της άδικα αρνητικά επιβαρημένης λέξης- ή αν με κατάπιε το σύστημα. Και μπορεί να μην έχω απάντηση για το σύστημα, όμως μπορώ να πω με σιγουριά πως απολαμβάνω τη ρουτίνα και στιγμή δεν έχω βαρεθεί, το αντίθετο μάλλον, διαρκώς νιώθω να αντικρίζω νέες προκλήσεις.

Και τι μας νοιάζουν εμάς όλ' αυτά; Σ' αυτό δεν έχω απάντηση, και να με συγχωράτε.



Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2018

Η συνομωσία Μπόρχες - Gastón Fiorda





Αποφάσισα να τον πιστέψω, ξέροντας πως η ζημιά θα 'ταν ανεπανόρθωτη. Ο Ντανιέλ, σκυμμένος πάνω από το τραπεζάκι του μπαρ, έδινε τις λεπτομέρειες μιας υπόθεσης που διαγραφόταν ανησυχητική. Θυμάμαι τα λόγια του να πέφτουν αργά από το στόμα του, την κατάπληξη που προκαλούσαν· όχι μόνο επειδή αυτά που έλεγε είχαν να κάνουν με τον Μπόρχες, αλλά και επειδή δε θύμιζαν σε τίποτα τη συνήθη του μετριοπάθεια.
"Ο Μπόρχες είναι επινόημα, είναι ένα συλλογικό δημιούργημα..." -η παρεμβολή της σερβιτόρας που ήρθε να ρωτήσει αν θέλαμε τίποτ' άλλο, του χάλασε τη διάθεση- "... ακόμα και η Κοδάμα αγνοούσε όλα αυτά τα χρόνια πως ο συγγραφέας Μπόρχες δεν ήταν παρά μια κατασκευή, βάσει ενός συμφώνου που παρέμεινε σε ισχύ ως το θάνατό του."
Με εύρημα αυτή την ιερόσυλη ιδέα, ειδικά για Αργεντινό, πως ο Μπόρχες ήταν ένα επινόημα της ομάδας του λογοτεχνικού περιοδικού Sur, ο γεννημένος το 1979 Γκαστόν Φιόρδα κάνει το λογοτεχνικό του ντεμπούτο. Ο Φιόρδα, σε ρόλο αφηγητή, θα πιστέψει τον Ντανιέλ και την παράλογη ιδέα του σχετικά με τον Μπόρχες. Aρχικά, από λογοτεχνικό ενδιαφέρον θα αποφασίσει να αξιολογήσει τα στοιχεία και να αναζητήσει μάρτυρες που θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν τη θεωρία αυτή. Σταδιακά, και καθώς η έρευνά του προχωρά παράλληλα με όσα συμβαίνουν στην προσωπική του ζωή, τα πράγματα θα περιπλακούν, καθώς οι θεματοφύλακες της συνομωσίας είναι αποφασισμένοι να προστατεύσουν το μυστικό.

Με αφετηρία το εύρημα και συμμάχους το πάθος για το έργο του μεγάλου δασκάλου και την πολύφερνη φαντασία του, ο Φιόρδα καταφέρνει να μας παρασύρει σε ένα ταξίδι προκλητικό για κάθε αναγνώστη. Με στοιχεία συνομωσιολογικού θρίλερ αλλά και βιβλιόφιλης νουβέλας, ο συγγραφέας επιτυγχάνει να μυθοποιήσει ακόμα περισσότερο τον Μπόρχες επιχειρώντας την αποδόμησή του, καθώς η συνομωσία μοιάζει λογικοφανής, αφού το έργο τού Μπόρχες μοιάζει αδύνατο να αποδωθεί σε έναν και μόνο άνθρωπο.

Ο Φιόρδα δεν αποπροσανατολίζεται από το εύρημά του, αλλά κάνει ορθή χρήση του ως σημείου περιστροφής, φροντίζοντας να χτίσει τη νουβέλα του με υλικά στέρεα, συνδυάζοντας, σαν καλός μυθοπλάστης, στοιχεία πραγματικά και γεγονότα φανταστικά, επιτρέποντας στη φαντασία του να βαδίσει σε δρόμους πασίγνωστους ακολουθώντας όμως διαφορετικά μονοπάτια.

Βιβλία όπως Η συνομωσία Μπόρχες αποτελούν τα ιδανικά βιβλία ανάπαυσης για μένα· αγάπη για τη λογοτεχνία, σπινθηροβόλα γραφή, μεταμοντέρνα τεχνάσματα, αίσθημα αγωνίας και παραποίηση της πραγματικότητας, διάθεση για παιχνίδι με αγάπη γι' αυτό. Και η Αργεντινή, περισσότερο από άλλες χώρες, εξάγει αρκετά τέτοια μικρά διαμαντάκια που είναι απολύτως του γούστου μου, σημαντικό μέρος των οποίων φέρουν τη μεταφραστική υπογραφή του Αχιλλέα Κυριακίδη και των εκδόσεων Opera.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Opera

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018

Η διαδικασία - Harry Mulisch




Η διαδικασία δεν ήταν το βιβλίο που ήθελα να διαβάσω εκείνη την ημέρα. Το βιβλίο που ήθελα να διαβάσω ήταν το Ταίναρον της Λέενα Κρουν. Ήμουν σίγουρος πως θα το βρω. Πήγα σε δύο μικρά βιβλιοπωλεία. Δεν το είχαν. Την επόμενη μέρα θα έφευγα, οπότε η προοπτική της παραγγελίας δεν ήταν εφικτή. Σε μεγάλο βιβλιοπωλείο δεν ήθελα να πάω. Κολλήματα. Απογοητευμένος βγήκα στον δρόμο. Έκανε κρύο κι εγώ είχα λίγο ακόμα χρόνο μέχρι να τους συναντήσω για να πάμε σε μια συναυλία. Βρήκα καταφύγιο σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο, από το οποίο ψώνιζα συχνά γύρω στο 2005. Εκεί βρήκα τη Διαδικασία. Την επόμενη μέρα στο τρένο ξεκίνησα να διαβάζω ακόμα ένα βιβλίο του Ολλανδού Χάρι Μούλις.
Ναι, φυσικά μπορώ να μπω κατευθείαν στο θέμα και ν' αρχίσω με μια πρόταση όπως: Χτύπησε το τηλέφωνο. Ποιος παίρνει ποιον; Γιατί; Πρέπει να είναι κάτι σημαντικό, αλλιώς δεν θ' άνοιγε μ' αυτό ο φάκελος. Αγωνία! Δράση! Αλλά αυτή τη φορά δεν μπορεί να γίνει έτσι. Απεναντίας. Πριν μπορέσει να ζωντανέψει κάτι εδώ, επιβάλλεται εμείς οι δύο να προετοιμαστούμε με περισυλλογή και προσευχή. Όποιος επιθυμεί να παρασυρθεί αμέσως, για να σκοτώσει τον καιρό του, καλύτερα να κλείσει αμέσως τούτο το βιβλίο, ν' ανοίξει την τηλεόραση και ν' αράξει στον καναπέ όπως σε μια μπανιέρα με ζεστό αφρόλουτρο. Προτού συνεχίσουμε λοιπόν τη γραφή και την ανάγνωση, θα νηστέψουμε πρώτα μια μέρα, στη συνέχεια θα πλυθούμε με δροσερό, καθαρό νερό κι έπειτα θα φορέσουμε ένα μανδύα από το πιο φίνο λευκό λινό.
Εξοικειωμένος με το στυλ του Μούλις, μεταμοντέρνο με αγάπη για την κεντικοευρωπαϊκή λογοτεχνία, με τον αναγνώστη συνεχώς παρόντα, δεν μου έκανε εντύπωση η απόπειρα αποθάρρυνσης μιας μερίδας αναγνωστών, ενέργεια που δεν έχει κάτι το ελιτίστικο, αλλά θέτει εξ αρχής τους κανόνες του γράφοντος, έτσι ώστε να απολαύσει ο ίδιος τη διαδικασία. Και όντως το πρώτο μέρος του βιβλίου, μέχρι δηλαδή να φτάσουμε στην κεντρική ιστορία με πρωταγωνιστή τον Βίκτορ Βέρκερ, την ιστορία ενός επιτυχημένου βιολόγου που κατόρθωσε να δημιουργήσει στο εργαστήριο έναν ζώντα οργανισμό από ανόργανη ύλη, που όμως δεν τα καταφέρνει στην καθημερινότητά του. Ακόμα ένας αποτυχημένος μεσήλικας ήρωας από εκείνους που τόσο αγαπώ στη λογοτεχνία. Στο πρώτο μέρος, λοιπόν, ο Μούλις πιάνει το νήμα από πιο πίσω, όταν ένας Εβραίος Ραβίνος θα αποπειραθεί να δώσει ζωή σε ένα Γκόλεμ. Και επιτυγχάνει αυτό που εξ αρχής δήλωσε, ένα κλίμα νηστείας και κάθαρσης για τον υπομονετικό αναγνώστη.

Αυτή η διάθεση του Μούλις για παιχνίδι -όπως το ορίζουν τα παιδιά, κάτι σοβαρό και σπουδαίο δηλαδή-, η διάθεσή του να αποπειράται διάφορα με αφορμή την κεντρική ιστορία, πότε να επιμένει στην αφήγησή της και πότε η ιστορία να μοιάζει απλώς η αιτία για να πει κάτι άλλο, κάτι που τον απασχολεί την εκάστοτε δεδομένη στιγμή, αδιαφορώντας για την πρόσκαιρη αίσθηση χάους, μια ικανότητα που παραπέμπει σε μουσικό σύνολο που ξαφνικά βρίσκεται να αυτοσχεδιάζει, μέχρι να επανέλθει, αργά και σταθερά, στην παρτιτούρα που έχει μπροστά του. Εγκεφαλικό και ιδιαίτερο. Μέσα από το μυθιστόρημά του ο Μούλις καταφέρνει να αποδώσει την κοινωνική αγκύλωση της εποχής μας, να θέσει σε παράλληλο προβληματισμό τα επιτεύγματα και τις επιδιώξεις της επιστήμης, τα ζητήματα ηθικής και θεολογίας που εκείνα γεννούν, με τον συναισθηματικό κόσμο των ανθρώπων που μοιάζει να συρρικνώνεται σε αντίθεση με τις ανάγκες που γιγαντώνει το αίσθημα της μοναξιάς και της ματαιότητας.

Τη μεθεπόμενη μέρα του ταξιδιού, ενώ η ανάγνωση της Διαδικασίας πλησίαζε στο τέλος της, βρήκα το μυθιστόρημα της Κρουν. Αυτό θα είναι το επόμενο βιβλίο. Όμως, έστω και από σπόντα, να που βρήκα ακόμα ένα βιβλίο του αγαπημένου μου, μαζί με τον Νόοτεμποομ, Ολλανδού συγγραφέα. Κάθε εμπόδιο για καλό, και άλλα τέτοια κλισέ.

Πριν από τρία χρόνια, με αφορμή Τα στοιχεία έγραφα τα εξής: Τα στοιχεία - Harry Mulisch

υγ. τελικά για το υπέροχο βιβλίο της Κρουν έγραψα νωρίτερα, μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο αυτό εδώ.


Μετάφραση Ινώ Βαν Ντάικ-Μπαλτά
Εκδόσεις Καστανιώτη

 

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018

Ο ξυλοκόπος - Reginald Hill





Ήθελα να διαβάσω ένα νουάρ μυθιστόρημα, κάπως παλιακό στη φόρμα και στην αφήγηση, που θα μου άφηνε εκείνη την αίσθηση ασπρόμαυρης κινηματογραφικής ταινίας που πάντα ακολουθεί αυτά τα βιβλία, και Ο ξυλοκόπος έμοιαζε η κατάλληλη επιλογή ανάμεσα στα υπόλοιπα αδιάβαστα βιβλία της γνωστής αναπτυσσόμενης στοίβας.

Τελικά, και μετά από μια αναζήτηση στο ίντερνετ, διαπίστωσα ότι το αίσθημα κατά την ανάγνωση των πρώτων σελίδων, πως δεν επρόκειτο για ένα παλιό βιβλίο, κάτι το οποίο πίστευα αρχικά εξαιτίας της έκδοσης και του υπότιτλου Κλασική Νουάρ Λογοτεχνία στο εξώφυλλο, επιβεβαιώθηκε. Το βιβλίο, γραμμένο το 2010, είναι νουάρ αλλά σε καμία περίπτωση ακόμα κλασικό.

Ο ορίζοντας προσδοκιών, αυθαίρετα και διαισθητικά δομημένος, κατέρρευσε. Ωστόσο η απογοήτευση κράτησε ελάχιστα, και υπεύθυνος γι' αυτό ήταν ο Χιλ.
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσατε εσείς καλά κι εγώ καλύτερα.
Ακριβώς. Όπως στα παραμύθια.
Πώς αλλιώς να περιγράψω τη ζωή μου μέχρι εκείνο το λαμπερό φθινοπωριάτικο πρωινό του 2008.
Ήμουν ο ταπεινός ξυλοκόπος που ερωτεύτηκε την πεντάμορφη πριγκίπισσα όταν την είδε να χορεύει στα ολάνθιστα παρτέρια του κάστρου, ξέροντας ωστόσο ότι ήταν ανώτερή μου, που θα μου έπαιρναν το κεφάλι ακόμη κι αν τολμούσα να τη φαντασιωθώ. Παρ' όλα αυτά, όταν ορίστηκαν τρεις φαινομενικά ακατόρθωτοι άθλοι με αντάλλαγμα το χέρι της σε γάμο, αποδέχτηκα την πρόκληση και μετά από πολλές επικίνδυνες περιπέτειες επέστρεψα θριαμβευτής για να διεκδικήσω αυτήν που ποθούσε η καρδιά μου.
Ο Ξυλοκόπος βρέθηκε να έχει όλα όσα επιθυμούσε, ίσως και παραπάνω απ' αυτά, όταν ξαφνικά, μέσα σε μία μέρα, θα βρεθεί στη φυλακή εξαιτίας της κατηγορίας για παιδεραστία σε συνδυασμό με οικονομικές ατασθαλίες. Εκείνος δηλώνει αθώος. Φίλοι και συνέταιροι του γυρίζουν την πλάτη. Η γυναίκα του τον χωρίζει και παντρεύεται τον καλύτερό του φίλο και πρώην δικηγόρο του. Στο κελί ονειρεύεται ένα και μόνο πράγμα, την εκδίκηση.

Μην αφήσετε κανέναν να σας πει κάτι παραπάνω για την υπόθεση.

Με μια γραμμική και απλή αφήγηση η ιστορία δεν θα ήταν ικανή να στηρίξει ένα βιβλίο επτακοσίων σελίδων, εκεί όμως έρχεται η ικανότητα του συγγραφέα, η μαστοριά του καλού αφηγητή, που ξέρει πώς να κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο, να εκμεταλλευτεί την έκταση της ιστορίας του ώστε να χτίσει τους χαρακτήρες του, να δικαιολογήσει την επιθυμία του πρωταγωνιστή για εκδίκηση, να ενσωματώσει τις απαραίτητες ανατροπές με έναν τρόπο λειτουργικό. Σκοτεινό και συναρπαστικό, το μυθιστόρημα του Χιλ σε αρπάζει και δεν σε αφήνει να ησυχάσεις μέχρι το τέλος της ανάγνωσης, καθώς νιώθεις μια ολοένα αυξανόμενη ταύτιση με τον Ξυλοκόπο. Εγκεφαλική δράση ανάμεσα στους ήρωες, με προεκτάσεις στην ψυχολογία και την θεολογία, με το ένστικτο της αυτοσυντήρησης να μοιάζει ανίκητο.

Τελικά Ο ξυλοκόπος ήταν μία τεράστια και απροσδόκητη αναγνωστική απόλαυση, βιβλίο που ενδείκνυται για τους λάτρεις του είδους αλλά και για εκείνους που πεισματικά αρνούνται να διαβάσουν "αστυνομικά".

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Χρύσα Τσαλικίδου
Εκδόσεις Εξάντας

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2018

Σκοτεινά σαν τον τάφο που ο φίλος μου κείται - Malcolm Lowry





Η κυκλοφορία του Σκοτεινά σαν τον τάφο που ο φίλος μου κείται ήταν η μεγαλύτερη, μέχρι την επόμενη ελπίζω, εκδοτική έκπληξη της χρονιάς. Πρώτον, γιατί τίποτα σχετικό δεν είχα ακούσει και γιατί κρίνοντας απ' όσα έμαθα εκ των υστέρων, ακόμα και για τον μεταφραστή Παναγιώτη Χαχή και για τις εκδόσεις Sestina ήταν επίσης μια μεγάλη ανακούφιση, το ευτυχές τέλος ενός δύσκολου εγχειρήματος. Δεύτερον, γιατί εκεί κάπου στην αλλαγή του χρόνου, παίζοντας το παιχνίδι στόχων για την χρονιά που πλησίαζε, αποφάσισα πως θα ήθελα να διαβάσω ξανά το Κάτω από το ηφαίστειο, ένα από τα βιβλία εκείνα που τους αξίζει η χρήση του ρήματος στοιχειώνω. Μόλις έπιασα το βιβλίο στα χέρια μου, ήξερα πως θα ήταν αδύνατο να μείνω πιστός στο αναγνωστικό πρόγραμμα που είχα καταστρώσει. Παραδόθηκα στον σκοτεινό κόσμο του Λόουρυ, με πλήρη επίγνωση του συναισθηματικού ρίσκου που έπαιρνα με την απόφαση αυτή.

Λένε, και συμφωνώ, πως οι σπουδαίοι δημιουργοί δουλεύουν συνεχώς και αδιαλλείπτως ένα και μόνο έργο, και η περίπτωση του Λόουρυ είναι από τις πλέον αντιπροσωπευτικές αυτής της άποψης, ίσως γιατί υπήρξε ένας από τους ελάχιστους που λειτουργούσαν καλλιτεχνικά έχοντας ως στόχο ένα συνολικό έργο, και παρά τις διαφορετικές μορφές που δοκίμασε, δούλευε παράλληλα ιδέες νέες, διόρθωνε κείμενα παλιά και αναθεωρούσε τελικές εκδοχές. Στη βάση αυτού του σύμπαντος βρίσκεται το Κάτω από το ηφαίστειο. Ο πρόωρος χαμός του Λόουρυ, αρκετά μυθιστορηματικός όπως κι ένα μεγάλο μέρος της ζωής του άλλωστε, άφησε ανολοκλήρωτο εν τέλει το συνολικό εγχείρημα, αφήνοντας για κληρονομιά σπαράγματα μεγαλύτερης ή μικρότερης έκτασης, όπως για παράδειγμα το Σκοτεινά σαν τον τάφο που ο φίλος μου κείται, που πέραν της δεδομένης λογοτεχνικής τους αξίας, παρουσιάζουν το επιπρόσθετο ενδιαφέρον της δυνατότητας να μελετήσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο δούλευε ο Λόουρυ.
Η αίσθηση της ταχύτητας, μιας γιγαντιαίας μετάβασης, να πηγαίνεις νότια, να κατεβαίνεις πάνω από τρεις χώρες, οι τρομερές οροσειρές, η αιφνίδια αίσθηση της καθόδου, της τρομερής οπισθοδρόμησης και της κίνησης, της ακινησίας, αλλά με έναν τρόπο, να πέφτεις κατευθείαν πάνω στον κόσμο, κατευθείαν πάνω στο χάρτη, σαν κάτι σπουδαίο να επικρέμαται, εκπληκτικό, κι ωστόσο η κινούμενη σκιά του αεροπλάνου από κάτω τους, ο αιώνιος μετακινούμενος σταυρός, λιγότερο φευγαλέος και περισσότερο απτός από τη θαμπή σκιά της σημασίας τού τι πραγματικά έκαναν, που ο Σίγκμπορν είχε στο μυαλό του: κι ωστόσο το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να επικεντρώνεται σ΄εκείνη τη σκιά κι αυτό μονάχα για μικρά διαστήματα.
Ο Σίγκμπορν, συγγραφέας του βιβλίου Κάτω από το ηφαίστειο, βιβλίου που αναζητούσε εκδότη, γνωρίζοντας απορρίψεις και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού, επιστρέφει με τη νέα του σύντροφο στο Μεξικό, εκεί που λίγα χρόνια πριν έλαβαν χώρα οι περιπέτειες του πρόξενου, με μια απροσδιόριστη επιθυμία αναζήτησης και αναβίωσης του παρελθόντος, αποτελούμενου από μέρη και πρόσωπα που συμπλήρωναν ή και επέτειναν την κατάσταση μέθης, της μποντλερικής μέθης ενάντια στην ύπαρξη, του συγγραφέα και του μυθιστορηματικού άλτερ έγκο του. Αντικατοπτρισμός στον αντικατοπτρισμό των χαρακτήρων μέσω των οποίων υπήρχε στα βιβλία του ο Λόουρυ, ο τόπος στον οποίο ο ρεαλισμός της αυτοβιογραφίας συναντά την μυθιστορία της φαντασίας, των εμμονών και των παθών. Ο τρόπος με τον οποίο ο ημερολογιακός χαρακτήρας των καθημερινών σημειώσεων μετατρέπεται σε μυθιστόρημα εν είδει κρυψώνας.

Ο αναγνώστης που θα τολμήσει να διαβεί το κατώφλι του λογοτεχνικού σύμπαντος του Λόουρυ, αυτού του καταραμένου συγγραφέα, οφείλει να γνωρίζει, και καλό είναι να προειδοποιηθεί γι' αυτό, πως το ταξίδι αυτό θα έχει ως κύριο πρωταγωνιστή τον ίδιο, και πως ο Σίγκμπορν ή ο πρόξενος δεν θα είναι παρά δικές του αντανακλάσεις, πως οι μέρες ανάμεσα στις σελίδες δεν θα μοιάζουν σε τίποτα με το πριν, καθώς θα βρεθεί να βαδίζει σε μέρη σκοτεινά της ψυχής ή της ύπαρξης.

Ένα κείμενο πηχτό. Έτσι χαρακτήρισα χωρίς πολλή σκέψη και γλωσσική φροντίδα το βιβλίο όταν ένας φίλος με ρώτησε πώς μου φαίνεται. Δεν θα άλλαζα, συνειδητοποιώ, τη διατύπωση αυτή· είναι ακριβής και συμπυκνώνει -εσκεμμένη χρήση ρήματος- τον συναισθηματικό πυρήνα της εμπειρίας μου ανάμεσα στις σελίδες του Λόουρυ. Ένα κείμενο πηχτό, λοιπόν, υψηλής περιεκτικότητας, όπου η κάθε λεπτομέρεια, θαρρείς και, είναι απαραίτητη, παρότι, διάολε, μιλάμε για ένα ανολοκλήρωτο έργο. Η καταβύθιση που γίνεται σταδιακά, οι μορφές που αναδύονται από το παρελθόν, η αμφιβολία που κατατρώει τις αρχικές προθέσεις του ταξιδιού, η αναζήτηση μιας ισορροπίας που έχει από καιρό χαθεί, οι εμμονές που ξαφνικά θεριεύουν, η αγάπη που ποτέ δεν είναι αρκετή, η εξάρτηση που συνεχώς μεταμορφώνεται, το μεξικανικό τοπίο που πάντα είναι παρόν, οι μέρες που κυλούν αργά, το φορτίο του ξένου σε έναν τόπο που μοιάζει ανεξήγητα οικείος, το αλκοόλ.

Στην περίπτωση του Λόουρυ ο διαχωρισμός ανάμεσα σε ψυχαγωγία και διασκέδαση μοιάζει αφελής και παιδιάστικος, παρότι αποτελεί συνήθως ένα καλό εύρημα διαχωρισμού για την επίδραση της τέχνης. Εδώ έχουμε κάτι διαφορετικό, δυσκολότερα εξηγήσιμο και διαχειρίσιμο. Αναλογίζομαι την εβδομάδα ανάγνωσης, και αντικρίζω ένα κενό. Πρόκειται όμως για κενό με τη συνηθισμένη χρήση της λέξης; Δεν είμαι σίγουρος. Μοιάζει περισσότερο με το κενό της περιόδου ενός σοκ, με ένα κενό καθοριστικό, άμυνα και αδυναμία εκείνου που το υπόκειται. Το σώμα, τότε, βρίσκεται σε πλήρη δράση, από τον εγκέφαλο μέχρι τις άκρες των δακτύλων, ο όγκος των πεπραγμένων είναι τέτοιος που η αίσθηση μοιάζει με ένα τεράστιο κύμα που σε παρασέρνει και, ενώ αδυνατείς να κρατήσεις το κεφάλι πάνω από την επιφάνεια του νερού, μετά σε αγκαλιάζει και σε στροβιλίζει, για να σε ξεβράσει, λίγο αργότερα στην ακτή, αν είσαι τυχερός, με την ανάσα κομμένη. Νομίζεις ότι υπερβάλλω; Δοκίμασε.


Μετάφραση Παναγιώτης Χαχής
Εκδόσεις Sestina

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2018

Η μορφή των λειψάνων - Juan Gabriel Vásquez




Την τελευταία φορά που τον είδα, ο Κάρλος Καρβάγιο ανέβαινε με κόπο σε μια αστυνομική κλούβα, με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα, με χειροπέδες, και το κεφάλι βυθισμένο ανάμεσα στους ώμους, ενώ μια λεζάντα στο κάτω μέρος της οθόνης πληροφορούσε για τους λόγους της σύλληψής του: είχε προσπαθήσει να κλέψει το υφασμάτινο κοστούμι ενός δολοφονημένου πολιτικού.
Μεγαλώνοντας, ανάμεσα σε τόσα και τόσα άλλα, μαθαίνουμε την ιστορία του τόπου μας, κυρίως αυτήν, μέσα από διηγήσεις του περιβάλλοντός μας αλλά και από την ιστορία, ως μάθημα στο σχολείο, έτσι όπως αυτή επικράτησε. Αργότερα, εξαιτίας της κυκλικότητας της ιστορίας αλλά και της ιδιότητας του παρελθόντος να καθορίζει το παρόν και να συνδιαμορφώνει το μέλλον, επιμένουμε -ίσως όχι όλοι, σίγουρα όχι όλοι-  να διερευνήσουμε τι πραγματικά συνέβη. Κάποιοι -ίσως ακόμα λιγότεροι- επιθυμούν να εξερευνήσουν εκείνη την άλλη πραγματικότητα, να περιηγηθούν στο βασίλειο των ενδεχομένων και των εικασιών, σε μέρη που ούτε ο ιστορικός ούτε ο δημοσιογράφος είχαν τη δυνατότητα να εισέλθουν.

Έτσι λειτουργεί ο Βάσκες, κάτι που γνωρίζαμε και από τα προηγούμενα βιβλία του που κυκλοφορούν στα ελληνικά, Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν και Οι πληροφοριοδότες, αυτό τον ενδιαφέρει και όχι μια απλή μυθιστορηματική αναπαράσταση των γεγονότων. Το πάντρεμα της ιστορίας και της μυθοπλασίας, της αλήθειας και της φαντασίας, η ανάδειξη μιας λεπτομέρειας σε κύριο σημείο περιστροφής, ο παραλληλισμός και η ταυτόχρονη αντιπαράθεση μυθιστοριογράφου και συνωμοσιολόγου. Και αν, διαβάζοντας τον Ήχο των πραγμάτων όταν πέφτουν, στα μάτια μου ήταν προφανής η λογοτεχνική συγγένεια με τον σπουδαίο στυλίστα Χαβιέρ Μαρίας, πλέον, με τους Πληροφοριοδότες και τη Μορφή των λειψάνων, είναι ορατή μια άλλη εκλεκτική συγγένεια με τον επίσης σπουδαίο Χαβιέρ Θέρκας.

Δύο δολοφονίες με απόσταση χρόνων μεταξύ τους, του φιλελεύθερου ηγέτη Ουρίμπε το 1914 και του επίσης φιλελεύθερου Γκαϊτάν το 1948, που στιγμάτισαν την κολομβιανή ιστορία και την οδήγησαν από διαφορετικά μονοπάτια μέχρι σήμερα, αποτελούν τον διπλό πυρήνα του μυθιστορήματος αυτού, ενός μυθιστορήματος που συγχρόνως αποτελεί το χρονικό της συγγραφής του, με αφηγητή τον ίδιο τον Βάσκεζ, ο οποίος, επιμένοντας στο δίπολο πραγματικότητα-φαντασία, εντάσσει και τη δική του βιογραφία στο μυθιστόρημα, ώστε να παραμένουν δυσδιάκριτα για τον αναγνώστη τα όρια ανάμεσα στην αλήθεια και την επινόηση, μια απόφαση που δικαιολογεί ωστόσο απόλυτα τον τρόπο με τον οποίο ο Βάσκες προσεγγίζει τη λογοτεχνία που τον παθιάζει. Ο Βάσκες δίνει τον απαραίτητο χώρο, ώστε να διαφανεί όχι μόνο η σημαντικότητα των λεπτομερειών σχετικά με αυτές τις δύο δολοφονίες, αλλά κυρίως να αναδειχτεί το πάθος και η εμμονή των ηρώων για το κυνήγι της αλήθειας, για την ανασκευή της επίσημης εκδοχής των γεγονότων, και μαζί με αυτή και η εμμονή του ίδιου.

Οι τρεις κεντρικοί ήρωες, ο Βάσκες, ο Καρβάγιο και ο Ανσόλα, μπαίνουν στο κυνήγι της ανάδειξης της κρυφής πλευράς της ιστορίας ξεκινώντας από μια υπόσχεση σε κάποιον· στην εξέλιξη της έρευνας το προσωπικό πάθος επικρατεί και τυφλώνει, η έρευνα μετατρέπεται σε προσωπική υπόθεση. Το πάθος, που τόσο λείπει από την καθημερινότητα, σε σημείο εμμονής, κυριαρχεί.

Η απαράμιλλη αφηγηματική άνεση του Βάσκες, η ικανότητά του να ελίσσεται ανάμεσα στις υποϊστορίες που απαρτίζουν την ιστορία, ο τρόπος με τον οποίο επιχειρεί τα μπρος πίσω στον χρόνο, επιτρέπουν στον αναγνώστη μία απρόσκοπτη ανάγνωση, μέσα από την οποία αναδεικνύονται ξεκάθαρες οι προθέσεις του συγγραφέα, αλλά και το σημαντικότερο -μάλλον- όλων, η αυθύπαρκτη υπόσταση του μυθιστορήματος ως πραγματικότητας παράλληλης με την πραγματικότητα του αναγνώστη.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2018

Κρίσιμη καμπή - Nancy Huston





Με τον καιρό έχω καταφέρει να μαζέψω από βιβλιοπωλεία και παζάρια το μεγαλύτερο μέρος των βιβλίων της Νάνσυ Χιούστον που κυκλοφορούν στα ελληνικά· μου λείπουν βέβαια ακόμα ένα ή δύο -δεν είμαι σίγουρος- αλλά δεν χάνω την πίστη μου, όσο συνεχίζω να κάνω βόλτες σε παλαιοβιβλιοπωλεία ανά την επικράτεια. Όλο έλεγα να διαβάσω ακόμα κάποιο βιβλίο της και όλο κάποιο άλλο βιβλίο κάποιου άλλου συγγραφέα εμφανιζόταν μπροστά μου, και με ξεμυάλιζε με όσα υποσχόταν· τώρα -δηλαδή τότε, όταν άνοιξα την πρώτη σελίδα- ήταν η στιγμή.
Το κορμί αυτό βγήκε από μέσα της.
"Κορίτσι", λένε τα άτομα που τα χέρια τους χειρίζονται τώρα επιδέξια, εκεί κάτω, τα μικροσκοπικά όλο γωνίες μέλη και τις γυαλιστερές γλοιώδεις μάζες των γλουτών και του τριχωτού κεφαλιού, έπειτα βουτάνε στο βάθος της χαίνουσας αβύσσου που είναι το κορμί της Λιν για να βγάλουν από μέσα το παλλόμενο μαυροκόκκινο κομμάτι ζωντανής σάρκας που δεν ανήκει σε κανέναν, ούτε σε εκείνη ούτε στο παιδί, κι έπειτα αρχίζουν να τη ράβουν ξανά. 
Η Λιν, επαγγελματίας χορεύτρια, παντρεμένη με δύο παιδιά πια, νιώθει πως δεν μπορεί να αφιερωθεί στο πάθος της, πρέπει να διαλέξει.

Αυτή είναι η υπόθεση, η κρίσιμη καμπή στη ζωή μιας γυναίκας, και περισσότερα δεν είναι απαραίτητο να ειπωθούν. Μία συγγραφέας, όπως η Χιούστον, δεν έχει ανάγκη από σύνθετες υποθέσεις και ευφάνταστα ευρήματα, η ζωή γύρω της της είναι αρκετή. Μία γυναίκα που πρέπει να διαλέξει, μία γυναίκα σύγχρονη, με ένα πάθος παρόν, που δεν μπορεί και δεν θέλει να σκέφτεται συμβατικά. Η Χιούστον δεν επιθυμεί να πάρει θέση, ούτε δίνει φωνή στο περιβάλλον της οικογένειας έτσι ώστε να δώσει τη δυνατότητα στον αναγνώστη -που το αναζητά- να ταυτιστεί, ούτε επιχειρεί να δικαιολογήσει την απόλυτα προσωπική -με τις συνέπειές της- απόφαση της Λιν. Ένα θέμα ταμπού, ακόμα και για εκείνους που δεν το παραδέχονται.

Εκείνο που με εντυπωσιάζει, ανάμεσα σε άλλα, στη γραφή τής Χιούστον είναι το πώς καταφέρνει να συνδυάζει την εγκεφαλική με τη συναισθηματική γραφή, τον στακάτο με τον ποιητικό λόγο, σε ένα αποτέλεσμα απολαυστικό και ιδιαίτερο, τέτοιο που μπορεί να λειτουργήσει τόσο ανεξάρτητα όσο και υποστηρικτικά στην ιστορία που διηγείται. Αφήνει συνειδητά μία απόσταση ανάμεσα σε εκείνη και τους ήρωές της, δεν θέλει να τους χαϊδέψει, ούτε να τους επικρίνει, θέλει να τους παρακολουθήσει σε ένα περιβάλλον ήσυχο, χωρίς αχρείαστες φωνές και υστερίες, σίγουρα κάτι άγνωστο για το δικό μας μεσογειακό ταμπεραμέντο, ήσυχο αλλά όχι χωρίς συναισθήματα όπως ο θυμός, η απογοήτευση και η αγάπη.

Η Χιούστον μοιάζει να γνωρίζει καλά την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, της συνύπαρξης, των αποφάσεων που κάποτε έμοιαζαν σωστές και τελικά αποδείχτηκαν αποφάσεις άλλων, των αποφάσεων που επισύρουν τιμωρίες. Δεν υπάρχουν συνταγές, πόσο μάλλον συμβουλές, ενώ το πλήκτρο της επανεκκίνησης της ζωής δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμα. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως η Χιούστον ανοίγει μία χαραμάδα στον αναγνώστη, για να παρατηρήσει τις ζωές της τετραμελούς οικογένειας, να αναμετρηθεί με τη ροπή για συμβουλές, στον ρόλο κάποιου που λέει τραγούδια έξω από τον χορό, να τον φέρει στη δύσκολη θέση, στην πλέον δύσκολη θέση της ανεκτικότητας προς τον τρίτο.

Ένα ακόμα υπέροχο μυθιστόρημα, δείγμα καλής γυναικείας λογοτεχνίας, από τη γεννημένη στον Καναδά Νάνσυ Χιούστον.

Μετάφραση Ρένα Χατχούτ
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2018

Όταν η βία πλησιάζει - Malcolm Mackay





Ζεις τη ζωή σου κρατώντας μεγάλα μυστικά και αυτά καταλήγουν να σε καθορίζουν. Το ότι ξαφνικά τα αποκαλύπτεις σε κάποιον  είναι αγχωτικό. Συνέχισε· σταματάς και διακινδυνεύεις να μην αρχίσεις ποτέ ξανά.
Πέρασαν σχεδόν τρία χρόνια απ' όταν διάβασα το πρώτο μέρος της τριλογίας του Μάλκολμ Μακέι Ο αναγκαίος θάνατος του Λιούις Γουίντερ, και τελειώνοντάς το ευχήθηκα, απόρροια της αναγνωστικής απόλαυσης, να εκδοθούν και τα υπόλοιπά δύο, όχι τόσο για να δω την κατάλληξη της ιστορίας του επαγγελματία εκτελεστή συμβολαίων θανάτου Κάλουμ Μακλίν, όσο γιατί η αφηγηματική ικανότητα του Μακέι, με τις κοφτές προτάσεις, τον στακάτο ρυθμό και τη διαρκή δευτεροπρόσωπη απεύθυνση στον αναγνώστη με είχαν κερδίσει. Θα ήταν, βέβαια, ψέμα να ισχυριστώ πως η αφηγηματική ικανότητα του Σκοτσέζου συγγραφέα θα μπορούσε να είναι από μόνη της αρκετή, το μυθιστόρημα διέθετε και τις υπόλοιπες αρετές του είδους, δράση, μια σκοτεινή πόλη, τη Γλασκώβη στην προκειμένη περίπτωση, πειστικούς χαρακτήρες, ανατροπές και σασπένς. Η ευχή μου πραγματοποιήθηκε. Τώρα ήταν η σειρά του τρίτου και τελευταίου μέρους.

Ένας στυλίστας της γραφής, όπως ο Μακέι, δύσκολα σε απογοητεύει. Λίγες μόνο προτάσεις είναι αρκετές για να επανέλθεις στη Γλασκώβη των συμμοριών, παρότι έχει περάσει τόσος καιρός από την τελευταία βόλτα σου εκεί. Το ίδιο συνέβη και αυτή τη φορά. Ο Κάλουμ Μακλίν στον δρόμο για μία ακόμα δουλειά, μια τελευταία δουλειά. Αυτό είναι μυστικό όμως. Είναι κάτι που τα αφεντικά του δεν γνωρίζουν. Εκείνος είναι αποφασισμένος· ν' αφήσει πίσω του τη Γλασκώβη, να εξαφανιστεί από εργοδότες και εχθρούς, να ζήσει μια ζωή κανονική. Κι αυτή είναι η πλέον απαιτητική δουλειά της καριέρας του.

Η Γλασκώβη του Μακέι αντανακλά τη ζωή του Κάλουμ Μακλίν, σκοτεινή και ήσυχη, φαινομενικά ήσυχη. Δεν αποτελεί, και πώς θα μπορούσε άλλωστε, έναν τουριστικό οδηγό της βιομηχανικής πόλης. Ο συγγραφέας δεν έχει σκοπό να διαφημίσει την πόλη, είναι μία πόλη όπως όλες οι μεγάλες πόλεις, με τα μυστικά της, με τις συμμορίες να επιχειρούν να αποκτήσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο έλεγχο και να διευρύνουν τη ζώνη επιρροής τους, ταυτόχρονα όμως αποτελεί την πόλη που τον ενέπνευσε ως σκηνικό για την ιστορία του, γεγονός γοητευτικό.

Ένα συχνό μειονέκτημα της αστυνομικής λογοτεχνίας είναι η αγιοποίηση του ήρωα· ο καλός επιθεωρητής, ο κοινωνικός τιμωρός, ο δολοφόνος εκδικητής. Αυτό είναι κάτι που δεν λειτουργεί, που κάνει μη ρεαλιστικό το περιβάλλον δράσης, περισσότερο και από ένα ακραίο σενάριο. Ο Μακέι δεν πέφτει στην παγίδα αυτή, όλοι οι ήρωές του είναι ατελείς και απλώς φλερτάρουν με τη συμπάθεια του αναγνώστη σε έναν διαγωνισμό εσωτερικό.

Γεννημένος το 1982, ο Μακέι θεωρείται από πολλούς ο αδιαμφισβήτητος διάδοχος του Ίαν Ράνκιν στη σκοτσέζικη λογοτεχνία, και εγώ δεν έχω κανένα λόγο να διατυπώσω οποιαδήποτε ένσταση σ' αυτόν τον ισχυρισμό.

Είχαν προηγθεί: Ο αναγκαίος θάνατος του Λιουίς Γουίντερ,
                           Πώς ένας εκτελεστής λέει αντίο


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Άλκηστις Τριμπέρη
Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

Κόκκινος καπνός - Perla Suez






Τι υπέροχο βιβλίο ήταν αυτό που διάβασα, σκέφτηκα μόλις το έκλεισα και το άφησα στο δίπλα μου κομοδίνο, και στη συνέχεια σκεφτόμουν τον Πάνο, με τον οποίο γνωριστήκαμε μέσω των ιστολογίων μας -βρείτε εδώ το δικό του, μήπως και τον κάνετε να γράφει πιο συχνά-, αφού ήταν εκείνος που μου το πρότεινε, εγώ, βλέπετε, το είχα σταμπάρει όταν κυκλοφόρησε, όμως με τον καιρό και την επέλαση τόσων βιβλίων το ξέχασα, μου το πρότεινε σχεδόν ψιθυριστά, με ένα μήνυμα που έλεγε: να διαβάσεις τον Κόκκινο καπνό, αν δεν το έχεις κάνει ήδη δηλαδή, εμένα μου άρεσε πολύ. Και ύστερα σκεφτόμουν πόσο εύστοχο και ακριβές ήταν το σχόλιο τού μεταφραστή του βιβλίου, Αχιλλέα Κυριακίδη -πόσα και πόσα διαμαντάκια από τη Λατινική Αμερική, και όχι μόνο, δεν φέρουν την υπογραφή του;-: "Σπουδαία συγγραφέας, χωρίς κανένα ίχνος συγγραφικού ναρκισσισμού". Ακριβώς αυτό! Χωρίς κανένα ίχνος συγγραφικού ναρκισσισμού, χωρίς καμία διάθεση να εντυπωσιάσει με πυροτεχνήματα, που γρήγορα και άδοξα χάνουν τη λάμψη τους, γνωρίζοντας ξεκάθαρα πως η ιστορία της χωρίς εξεζητημένο μακιγιάζ θα ήταν αρκετή για να φέρει την αλήθεια της στον αναγνώστη. Και έτσι ακριβώς έγινε.
Απόψε δεν έκλεισα μάτι, η πόρτα της κουζίνας έτριζε και χρειάστηκε να σηκωθώ πολλές φορές και να τη δέσω μ' ένα σύρμα για να ησυχάσει. Σκέπασα με μια κουβέρτα το παράθυρο της κουζίνας για να μη βλέπω - μου φαινόταν πως κάποιος γυρόφερνε εκεί έξω.
Μία οικογενειακή σάγκα, με τις αρχές της κάπου τον 18ο αιώνα στη Ρωσία και τη Γερμανία της φτώχειας και της εξαθλίωσης. Ο Βίλχελμ Κέλερ, γιος του Μπέρνχαρντ, και η Ούτε Σούλντινγκ θα αναζητήσουν ένα καλύτερο αύριο στην Αργεντινή, και θα φέρουν στον κόσμο δύο παιδιά, τον Όσκαρ και τον Τόμας. Η ζωή του μετανάστη και ο σκληρός και διαρκής αγώνας του για επιβίωση και δημιουργία ενός καλύτερου αύριο, η επιθυμία και η άρνηση για ενσωμάτωση στο καινούριο περιβάλλον, τα βιώματα του παρελθόντος, οι προκλήσεις του παρόντος και τα όνειρα -χέρι χέρι με τις φοβίες- του μέλλοντος.

Δεν υπάρχει σήμερα χωρίς χτες, και δεν χρειάζεται κάποιος ειδικός ψυχολόγος ή άλλης ειδικότητας επιστήμονας για να το επιβεβαιώσει, γι' αυτό και η Σουέζ κρίνει απαραίτητο -και υλοποιεί τεχνικά εξαίσια- το διαρκές μπρος πίσω στον χρόνο, ώστε να φτάσει μέχρι το κλείσιμο της αυλαίας. Η θέση της γυναίκας, τα όνειρα-εφιάλτες των γονιών για τα παιδιά τους, η διαρκής ανατροπή των δεδομένων, η φυλακή των βιωμάτων, οι ιθαγενείς που θεωρούνται εξίσου ξένοι με τους ξένους, ο έρωτας και ο γάμος, η αργεντίνικη επαρχία της ομορφιάς και της εγκατάλειψης, η πολιτική, εσωτερική και εξωτερική, ανάμεσα σε άλλα, συνθέτουν, ή περιστοιχίζουν την ιστορία των Κέλερ.

Χωρίς τη σκληρότητα του ρεαλισμού της Ντελέντα, αλλά ταυτόχρονα χωρίς τα φτιασίδια άλλων ρευμάτων, όπως του μαγικού ρεαλισμού για παράδειγμα, η Σουέζ καταφέρνει μέσα σε 180 σελίδες ενός αραιογραμμένου μυθιστορήματος να δώσει στον αναγνώστη μια δυνατή και αληθινά συγκινητική ιστορία, γεμάτη από πραγματική ζωή, χωρίς υπερβολές και εξάρσεις. Ένα μυθιστόρημα που αποτυπώνεται στη μνήμη του αναγνώστη -στη συναισθηματική κυρίως μνήμη, που ευτυχώς μοιάζει πολύ πιο ισχυρή και ανυπότακτη στο πέρασμα του χρόνου.

Πολύ μεγάλη έκπληξη το βιβλίο αυτό!

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Opera