Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Έτσι, λέει, πρέπει να είναι οι παρουσιάσεις των βιβλίων.





Στην αρχή η βροχή έγινε δεκτή κυρίως με αδιαφορία, μόνο κάποιοι λίγοι βρέθηκαν να εκφράσουν, με έκδηλη ανακούφισή, τη χαρά τους, η γη θα ξεδιψούσε. Άλλωστε, όπως είναι γνωστό, στον τόπο αυτόν η βροχή είναι κάτι το πρόσκαιρο, μια απλή αφορμή για δυσφορία της λεγεώνας των καιριστών -φράξιας η οποία ασχολείται, απουσία άλλου ενδιαφέροντος ή ελλείψει θάρρους, συνεχώς με τον καιρό, χωρίς να υπάρχει συνήθως κάποιος λόγος. Μία εβδομάδα μετά, κατά την οποία κάποια διαστήματα ψιλόβροχου αποτελούσαν μία απλή παύση στα κυβικά εκατοστά νερού ανά τετραγωνικό μέτρο, κανείς ακόμα δεν ήξερε με ακρίβεια να πει πόσα, η δυσαρέσκεια είχε πάρει διαστάσεις συλλογικού συναισθήματος, μία από τις ελάχιστες -η μοναδική ίσως;- περιπτώσεις ύπαρξης ενός συλλογικής σύμπνοιας, χωρίς φωνές διαμαρτυρίας. Δεν ήταν μόνο το στέγνωμα των ρούχων, αλλά, κυρίως, η ύφεση στην αγορά. Τις πρώτες ημέρες, δύο ή τρεις για την ακρίβεια, υπήρξε μια πρόσκαιρη, όπως έμελλε να αποδειχτεί, άνθηση -λέξη αστεία- στην αγορά αλεξιβρόχιων -κοινώς: ομπρελών- και αδιάβροχων ενδυμάτων, ενώ κάποιοι προνοητικοί έσπευσαν να αγοράσουν και αδιάβροχα υποδήματα -κοινώς: γαλότσες. Αξιοσημείωτες αγορές πλεούμενων σκαφών ή σωσιβίων γιλέκων δεν παρατηρήθηκαν.

Στην πτώση της αγοράς -κάποιοι έπαιξαν με τις λέξεις χρησιμοποιώντας τη λέξη στέγνωμα- αναφέρθηκαν πρώτοι -όπως πάντα- οι δημοσιογράφοι, αρχικά με εξωτερικές συνδέσεις-υπό την προστασία ομπρέλας και με έκδηλες τις κακουχίες στο πρόσωπο και τη φωνή από τη βροχή αλλά και τις σκηνοθετικές οδηγίες για θεατρικότητα στο στήσιμό τους. Αργότερα, τη δωδέκατη ή δέκατη τρίτη ημέρα, επέστρεψαν στην οικεία στεγανότητα των κλειστών χώρων, δεδομένου ότι η ταλαιπωρία για να προσεγγίσουν το στούντιο ήταν μάλλον αρκετή. Σταδιακά, και ενώ η βροχή συνεχιζόταν, τα περισσότερα καταστήματα παρέμεναν κλειστά, στους δρόμους κυκλοφορούσε ελάχιστος κόσμος, οι καπνιστές επιδείκνυαν το θάρρος τους απέναντι στον νόμο, οι εθελοντές ένιωθαν μια πρωτόγνωρη εγγύτητα με τους άστεγους και για τον λόγο αυτό έπαψαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, προτιμώντας τη θαλπωρή του σπιτιού τους, οι πιστοί πείσθηκαν χωρίς ιδιαίτερο κόπο και χωρίς κατήχηση για το αληθινό νόημα της φράσης "πανταχού παρών", οι ερωτευμένοι κουράστηκαν. Μόνο οι ποιητές συνέχισαν να στρέφονται ενάντια στην ποίηση γράφοντας ποιήματα.

Μετά από πενήντα τρεις ή πενήντα τέσσερις ημέρες η βροχή σταμάτησε.

Στην αρχή κυριάρχησε μια κάποια επιφύλαξη, παρά τον λαμπρό ήλιο. Οι δρόμοι στέγνωσαν και άρχισαν να γεμίζουν πεζούς και οχήματα. Ελάχιστοι όμως παρατήρησαν την εξαφάνιση των πουλιών. Το μυστήριο λύθηκε αργότερα: καθώς ήταν αδύνατον να πετάξουν, κατέφυγαν σε υπόστεγα, και έτσι έπεσαν θύματα των διωκτών τους.

Λίγα χρόνια μετά κανείς δεν θυμόταν τίποτα πια.

(Μου στέλνει συχνά τέτοια κείμενα. Για την ακρίβεια, μου στέλνει τέτοια κείμενα κάθε φορά που έχει διαβάσει ένα βιβλίο που του δημιούργησε την ανάγκη να γράψει όπως του επέβαλε εκείνο, το βιβλίο· πολύ συχνά τότε, αν όχι πάντα, έχει αναπτύξει μια ιδέα που τον απασχολούσε -κάποιες φορές λέει "βασάνιζε"- πριν ή κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Έτσι, λέει, πρέπει να είναι οι παρουσιάσεις των βιβλίων.

Αυτή τη φορά στο υστερόγραφο έγραψε ότι το κείμενο που μου έστειλε το έγραψε μετά την ανάγνωση του βιβλίου Οι εργάτες του κρύου, του Αργεντίνου Ραμίρο Κιντάνα.)



Μετάφραση Ρομίνας Κηπουρίδου
Εκδόσεις Σαιξπηρικόν

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Οι Τέσσερις Δίκαιοι - Edgar Wallace




Εξοχότατε,
το νομοσχέδιο που προτίθεστε να καταθέσετε στη Βουλή είναι άδικο. Έχει σχεδιαστεί ώστε να παραδώσει σε μια διεφθαρμένη και εκδικητική κυβέρνηση άτομα που αυτή τη στιγμή βρίσκουν στην Αγγλία άσυλο από τις διώξεις των δικτατόρων και των τυρράνων.
Συνεπώς, βρισκόμαστε στη θλιβερή θέση να σας προειδοποιήσουμε πως, εκτός και αν η κυβέρνησή σας αποσύρει το νομοσχέδιο, θα υποχρεωθούμε να σας εκτελέσουμε, και όχι μόνο εσάς αλλά και όποιον άλλον αναλάβει να προωθήσει ένα τόσο άδικο σχέδιο νόμου.
Την παραπάνω προκήρυξη υπογράφουν οι Τέσσερις Δίκαιοι, γνωστοί ανά την υφήλιο για την πολιτική τους δράση και την επιτυχημένη υλοποίηση των υποσχέσεων/απειλών τους. Ο ισχυρός υπουργός δικαιοσύνης ετοιμάζεται να φέρει προς ψήφιση έναν νόμο που θα επιτρέπει την έκδοση αλλοδαπών που διώκονται στις χώρες τους και έχουν βρει καταφύγιο στην Αγγλία. Οι Τέσσερις Δίκαιοι, αριστοκράτες με υψηλό αίσθημα δικαιοσύνης, δεν είναι διατεθειμένοι να επιτρέψουν κάτι τέτοιο, και στέλνουν το απειλητικό σημείωμα, το οποίο και αξιολογείται από τις αρχές ως αληθινά απειλητικό, ενώ ταυτόχρονα ετοιμάζουν το σχέδιο για τη δολοφονία του υπουργού σε περίπτωση που εκείνος επιμείνει να φέρει προς ψήφιση τον συγκεκριμένο νόμο.

Μια αφήγηση παράλληλη, από τη μία οι ετοιμασίες των τεσσάρων και από την άλλη η άμυνα της αστυνομίας, θα οδηγήσει στην κορύφωση του τέλους: θα κάνει πίσω ο υπουργός; Και αν όχι, τότε πώς θα υλοποιήσουν την απειλή τους οι Τέσσερις Δίκαιοι απέναντι στα δρακόντεια μέτρα της αστυνομίας; Οι Τέσσερις Δίκαιοι, πρώτο μέρος έξι βιβλίων του Έντγκαρ Γουάλας, δημοσιεύτηκε το 1905. Πολιτικό θρίλερ, στο οποίο ενυπάρχει επίσης το υποείδος "το μυστήριο του κλειδωμένου δωματίου", και σήμερα, παρότι έχουν περάσει πάνω από εκατό χρόνια, εξακολουθεί να εντυπωσιάζει με την απλότητά του, αφήνοντας την αίσθηση μιας ασπρόμαυρης ταινίας σε θερινό σινεμά, χωρίς αχρείαστες φιοριτούρες για τη δημιουργία ατμόσφαιρας, αποτυπώνοντας με ακρίβεια την εποχή, επιλέγοντας ένα θέμα αμφιλεγόμενο, χωρίς να κάνει διάκριση ανάμεσα σε απόλυτα κακούς και καλούς. Οι Τέσσερις Δίκαιοι αποπνέουν μια ρομαντικότητα με διαχρονική ισχύ, καθώς, ενώ ανήκουν στην προνομιούχα τάξη, σε μια εποχή έντονης ανισότητας, επιλέγουν τη δράση και ρισκάρουν την προσωπική τους ελευθερία γι' αυτό που θεωρούν κοινό καλό.

Μυθιστόρημα το οποίο διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, με κτίσιμο χαρακτήρων και απόδοση εποχής, λογοτεχνική αξία που δεν έχει αλλοιώσει ο χρόνος, το αντίθετο μάλιστα, την έχει περιβάλλει με τον μανδύα του κλασικού και διαχρονικού.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφαση Αντώνης Καλοκύρης
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

    

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

Ταίναρον - Leena Krohn





Με τη σκανδιναβική λογοτεχνία να γνωρίζει παγκοσμίως τεράστια απήχηση, κυρίως -αλλά όχι μόνο- λόγω της αστυνομικής λογοτεχνίας, απόρροια μιας αναγνωστικής τάσης αλλά και της πολιτικής σχετικά με το βιβλίο αυτών των βόρειων χωρών, το γεγονός πως δεν είχα διαβάσει κανένα βιβλίο Φινλανδού συγγραφέα ήταν ένας λόγος που με οδήγησε στην πρόσφατη και για πρώτη φορά στα ελληνικά έκδοση του βιβλίου της Λέενα Κρουν με δύο νουβέλες. Το οπισθόφυλλο, μαζί με τις πρώτες σελίδες, διαβασμένες σε όρθια στάση στο βιβλιοπωλείο, ενέτειναν την επιθυμία μου.

Πώς να ξεχάσω εκείνη την άνοιξη που πηγαίναμε περίπατο στον Βοτανικό Κήπο του Πανεπιστημίου, αφού ένας τέτοιος κήπος υπάρχει κι εδώ, στο Ταίναρο, μεγάλος και καλοσυντηρημένος; Αν τον έβλεπες, θα έμενες άφωνος. Έχει πολλά φυτά που δεν τα γνωρίζει κανείς, ακόμα και ένα είδος που ανθίζει κάτω από το χώμα.

Η πρώτη νουβέλα, που δίνει και τον τίτλο στην έκδοση, γράφτηκε το 1985 και έχει μορφή επιστολική· εκείνη, η αποστολέας των αναπάντητων επιστολών, ζει πια μακριά από τον άγνωστο τόπο της, κάπου στον αντίποδα του Ταίναρου. Μέσα από τις τριάντα σύντομες επιστολές ένας μαγικός κόσμος κάνει την εμφάνιση του. Ο καλύτερός της φίλος στον νέο τόπο είναι ένα σκαθάρι. Ναι, ένα σκαθάρι. Όμως είναι τέτοιος ο τρόπος με τον οποίο διηγείται η Κρουν την ιστορία της, που οι ρεαλιστικές διαστάσεις της δεν τίθενται καμία στιγμή εν αμφιβόλω, ενδεδυμένη ταυτόχρονα με κάτι το παραμυθένιο, στις παρυφές του μαγικού ρεαλισμού, με σημείο εκκίνησης όμως την κεντροευρωπαϊκή λογοτεχνία. Είναι ο ξεχωριστός τρόπος με τον οποίο η Κρουν αντικρίζει τη σκοτεινή πλευρά του κόσμου, επιθυμώντας να δώσει μία διάσταση μαγική, χωρίς να αναλωθεί στον στεγνό καταγγελτικό ρεαλισμό, φλερτάροντας οριακά με το μελό και αρνούμενη να παραδοθεί ολοκληρωτικά στην παραβολή. Το αποτέλεσμα είναι συναρπαστικό -επίσης: γλυκό, τρυφερό και συγκινητικό.

Στη δεύτερη νουβέλα, γραμμένη το 2013, με τίτλο Hotel Sapiens, η Κρουν ορίζει επίσης έναν νέο τόπο, αυτή τη φορά ένα ξενοδοχείο ανθρώπων, που θυμίζει φρενοκομείο, φυλακή ή στρατόπεδο συγκέντρωσης, αλλά ταυτόχρονα είναι και καταφύγιο από τον έξω κόσμο που έχει πια ισοπεδωθεί, ένα ξενοδοχείο που το διαχειρίζονται μηχανές, ένα περιβάλλον άχρονο, όπου το μόνο τικ τακ που ακούγεται είναι εκείνο του μηχανισμού του προσωπικού του. Εδώ η Κρουν, με τον ευδιάκριτο προσωπικό της τρόπο, όπως ήδη αποτυπώθηκε ευκρινώς εκείνος στην πρώτη νουβέλα, διηγείται μια δυστοπική ιστορία, που ανήκει στην ευρύτερη οικογένεια της Επιστημονικής Φαντασίας. Η μνήμη του παλιού κόσμου που σταδιακά ξεθωριάζει, τα όνειρα που καταγράφονται από τους φύλακες και οι ομιλίες γνωστών επισκεπτών -φιλοσόφων, ψυχολόγων και λογοτεχνών-, για την ακρίβεια μηχανών μεταμφιεσμένων σε πρωτοπόρους της σκέψης και της επιστήμης του παρελθόντος, συνυπάρχουν με την καθημερινότητα του ξενοδοχείου και τις αγωνίες των ενοίκων του.

Ένα βιβλίο μαγικό, που φανερώνει ένα πνεύμα με ποικίλα ενδιαφέροντα και μεγάλο εύρος γνώσεων, ένας ξεκάθαρα προσωπικός τρόπος γραφής, που συγγενεύει με άλλες σπουδαίες σύγχρονες συγγραφείς ταυτόχρονα όμως χωρίς να τις θυμίζει. Η Κρουν επιλέγει το λογοτεχνικό περιβάλλον που ταιριάζει καλύτερα στην ιστορία της και το διαμορφώνει με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι λειτουργικό και γόνιμο, για να χωρέσει και να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο εκείνη αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω της.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Μαρία Μαρτζούκου
Εκδόσεις Καστανιώτη  

Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2018

Μυθιστόρημα - Θωμάς Συμεωνίδης





Τετάρτη βράδυ. Εκείνη έχει απ' ώρα αποκοιμηθεί. Κάτι βράδια, όπως αυτό, τη ζηλεύω για την ευκολία της στον ύπνο. Εγώ στριφογυρίζω, δεν βολεύομαι, και εκείνη δυσανασχετεί μες στον ύπνο της. Χωρίς ν' ανάψω το φως, βρίσκω τον δρόμο για το σαλόνι, το καλώδιο του ηλεκτρικού καλοριφέρ υπήρξε το πλέον απαιτητικό εμπόδιο, στη συνέχεια, ιεραρχικά, η αποφυγή του τριξίματος της πόρτας, μεγεθυμένου εκκωφαντικά μες στην ησυχία της νύχτας. Στο τραπέζι η κούπα του μισοτελειωμένου πρωινού καφέ και το βιβλίο του Συμεωνίδη. Σκέφτομαι όλες εκείνες τις φωτογραφίες με μια κούπα καφέ και ένα βιβλίο που τόσο απεχθάνομαι. Σκέφτομαι την αντίστιξη της στιγμής, και γελάω μόνος μου ενώ τραβάω τη φωτογραφία και την ανεβάζω στα κοινωνικά δίκτυα. Τετάρτη βράδυ.

Κάποιες σελίδες αργότερα, και με την κούπα άδεια, συμβιβάζομαι με την αϋπνία. Ένα ακόμα βράδυ κερδισμένο ή ένα ακόμα βράδυ χαμένο. Όπως προτιμάτε.

Αυτή είναι η τελευταία ανάμνηση της βραδιάς, λίγο πριν μετακινήσω το βιβλίο από πάνω μου και αναζητήσω το ξυπνητήρι που σημαίνει πρωί. Ο συμβιβασμός επιφέρει την παράδοση, σκέφτομαι ενώ ντύνομαι, εκείνη κοιμάται στο δωμάτιο και η ησυχία εξακολουθεί να κυριαρχεί. Ακόμα μία εργάσιμη μέρα. Στο λεωφορείο, συνεχίζω το βιβλίο του Συμεωνίδη, οπισθοχορώ λίγες σελίδες από τη σήμανση του σελιδοδείκτη, να πιάσω το νήμα πριν την οριστική παράδοση στον ύπνο. Κάθε τόσο σηκώνω το βλέμμα και κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Ελάχιστα είναι εκείνα που διαφέρουν. Η ρουτίνα της διαδρομής και των αστικών εικόνων. Στο διάζωμα, τα συνεργεία του δήμου αναχαιτίζουν την πορεία των φυτών προς το οδόστρωμα. Η κυρία δίπλα μου μυρίζει όμορφα. Εκείνη δεν θα ξυπνήσει παρά αργότερα.

Κοιτάζω το εξώφυλλο. ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ. Η εικόνα του γνωστού πίνακα της πίπας με τον υπότιτλο Αυτό δεν είναι μία πίπα, μου έρχεται στο νου, δυσκολεύομαι να ανακαλέσω το όνομα του δημιουργού και καταφεύγω στην ψηφιακή αναζήτηση, Ρενέ Μαγκρίτ, ναι, ναι, μονολογώ, Ρενέ Μαγκρίτ. Δεν είναι μυθιστόρημα, μάλλον, έτσι, τουλάχιστον πιστεύω εγώ. Θυμάμαι εκείνο το Πάσχα -Μεγάλη Βδομάδα στο χωριό, βαρετά και ανούσια, χωμένος στο κρεβάτι μου να διαβάζω Μπέκετ για πρώτη φορά. Είναι η στιγμή να πατήσω το κουμπί της στάσης, η κυρία δίπλα μου με προλαβαίνει, κατεβαίνουμε και περιμένουμε υπομονετικά το φανάρι για τους πεζούς, να μας προστατεύσει από την ορμή της λεωφόρου.

Φτάνω στη δουλειά είκοσι λεπτά νωρίτερα. Η μαγεία του απρόοπτου των αστικών συγκοινωνιών. Ζυγίζω τις σελίδες που απομένουν μέχρι το τέλος, παίρνω το ρίσκο, αργώ τελικά τρία λεπτά να περάσω την πόρτα, σύμφωνα με το ρολόι μου τουλάχιστον, με τον σελιδοδείκτη πλέον, παρά την ομορφιά του, άχρηστο. Αργότερα, στο μεσημεριανό διάλειμμα κοιτάζω τις σημειώσεις μου για το βιβλίο: Πάσχα/Μπέκετ, καφές/βιβλία, Παρίσι/Μετρό. Ποιος είπε ότι οι σημειώσεις μπορούν να περιγράψουν με ακρίβεια μία ανάγνωση;

Σήμερα είναι Κυριακή και αυτό είναι το κείμενο για ένα ιδιαίτερα όμορφο βιβλίο.

Εκδόσεις Γαβριηλίδη

Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018

Ιστορίες του Βαρθολομαίου Ολίβιε - Δημήτρης Καρακίτσος





Τις περισσότερες συλλογές διηγημάτων τις βρίσκω μάλλον κακές, σίγουρα ασύνδετες και ξεκάθαρα άνισες. Κάποιες ελάχιστες με γοητεύουν. Τέτοια η περίπτωση της συλλογής από Ιστορίες του Βαρθολομαίου Ολίβιε, του ρεσεψιονίστ και διηγηματογράφου Βαρθολομαίου Ολίβιε, όπως γνωστοποιεί ο υπότιτλος.

Η ανάγνωση των ελάχιστων αυτών συλλογών έχει ακόμα ένα χαρακτηριστικό, είναι συνήθως αργή καθώς ανάμεσα σε δύο διηγήματα νιώθω την ανάγκη για ένα διάλειμμα, να κλείσω το βιβλίο για να το ανοίξω ξανά λίγο αργότερα, έτσι ώστε να μπορέσω εκ νέου να βυθιστώ στην επόμενη ιστορία. Η συγκεκριμένη ανάγνωση δεν διέθετε αυτό το χαρακτηριστικό, γεγονός που δεν οφειλόταν μόνο στη "μανία" να διαβάσω λίγο ακόμα, αλλά σε μία διάχυτη αίσθηση συνοχής, ορατής από την πρώτη κιόλας μετάβαση στο επόμενο διήγημα, αίσθηση η οποία εντεινόταν καθώς η ανάγνωση προχωρούσε, και ο Βαρθολομαίος Ολίβιε, ο αφηγητής των ιστοριών, αποκτούσε σάρκα και οστά -κάπως κλισέ ως φράση, το παραδέχομαι-, και ο τρόπος, του να παρατηρεί και να διηγείται διέθετε τη γοητεία ενός γνήσιου παραμυθά, κάτι που παραδόξως εντεινόταν στις ιστορίες εκείνες που λόγω θέματος έμοιαζαν εν πρώτοις αδιάφορες. Και έτσι, ο Καρακίτσος, με τον αφηγητή που επινοεί, μένει στα παρασκήνια των ιστοριών, μία κίνηση που μοιάζει να είναι συνειδητή, και, επιτρέψτε μου να πω, ευφυής.
Ξημερώνει. Οι ήρωες του ανά χείρας διηγήματος έχουν αποκοιμηθεί στις ξαπλώστρες. Είναι εξουθενωμένοι. Τους κακομεταχειρίστηκα όλο το βράδυ. Δεν τους επέτρεψα να κάνουν έρωτα. Η νύχτα ήταν ζεστή, έριξα την κιθάρα του αγοριού στις πλάκες της βεράντας για να τους τρομάξω. Έλυσα το άλογο και οι νέοι το ακολούθησαν, βρήκαν την πόρτα του γειτονικού σπιτιού ανοιχτή. Μια τηλεόραση έπαιζε σιγανά, το χρυσόψαρο άστραφτε μέσα στο ενυδρείο.
Άλλα μικρότερα, άλλα μεγαλύτερα, τα διηγήματα του Καρακίτσου διαθέτουν τη μη διαπραγματεύσιμη ιδιότητα, να είναι σφιχτά και σμιλεμένα στη λεπτομέρεια, δικαιολογώντας απόλυτα και χωρίς συμβιβασμούς την επιλογή της μικρής φόρμας. Και αν χωρικά οι ιστορίες, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, είναι περιορισμένες, έχοντας ως άξονα την Κέρκυρα, με την παράδοση στη μουσική και την επιρροή της Δύσης, δεν συμβαίνει το ίδιο ως προς τον χρόνο εξέλιξης των ιστοριών, που εκτείνεται σε ένα μεγάλο εύρος, όπως επίσης συμβαίνει και με τη θεματική τους. Ιστορίες κατασκοπείας και καθημερινά περιστατικά, θρύλοι και ρεαλισμός, ιστορίες στις οποίες ο Ολίβιε υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας και άλλες για τις οποίες άκουσε, αναφορές στον Μπόρχες και στον Λόβκραφτ αλλά και σε μουσικοσυνθέτες. Και παρά τις διαφορετικές μεταξύ τους ιστορίες, καθώς η ανάγνωση περνά στο παρελθόν, παρατηρώ πως δυσκολεύομαι να επιμείνω στον χαρακτηρισμό του βιβλίου ως συλλογής διηγημάτων, αλλά τείνω να προτιμήσω εκείνον του σπονδυλωτού μυθιστορήματος, έχοντας επίγνωση του ατοπήματος αυτού, ίσως γιατί τελικά οι ωραίες ιστορίες ανήκουν στον αφηγητή τους, και στο πέρασμα του χρόνου συνθέτουν μια ιδιότυπη βιογραφία του ίδιου.


Η καλαίσθητη έκδοση, με την επιλογή του σχεδίου του Ανρί Ματίς και την ξεχωριστή υφή του χαρτιού, αποτελούν -απαραίτητες- λεπτομέρειες που καλό είναι να επισημαίνονται. 

Εκδόσεις Ποταμός  

Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2018

Αγαπώ, ρήμα αμετάβατο - Mário de Andrade




Θα αρκούσε ο τίτλος για να τραβήξει την προσοχή του υποψήφιου αναγνώστη, ρόλο που θα πάρω εγώ, αγαπητέ αναγνώστη -μαζί με τον χαρακτηρισμό ρομαντικός-, και μετά δεν θα υπήρχε γυρισμός -εκτός από τον απαραίτητο μέχρι το βιβλιοπωλείο-, το όνομα του μεταφραστή Νίκου Πρατσίνη ακόμα μία εγγύηση, και η έκδοση ακόμα μία. Το είχα βάλει στο μάτι, όπως συνηθίζουν κάποιοι να λένε, όχι εγώ όμως, αγαπητέ αναγνώστη, εγώ θα έλεγα: αυτό το βιβλίο θέλω να το διαβάσω, απευθυνόμενος στον εαυτό μου κατά πάσα πιθανότητα, όμως αυτό είναι άσχετο, συμπληρώνοντας κάπως χαμηλόφωνα: κάποια στιγμή. Μου το έκαναν δώρο, χωρίς να το έχω ζητήσει, μια μεταβατική πράξη αγάπης. Έτσι απέφυγα τουλάχιστον τον απαραίτητο γυρισμό.

Παρέκβαση:


Μία από τις αναγνωστικές διαμάχες των περασμένων μηνών αφορούσε το βιβλίο της Λισπέκτορ Η ώρα του αστεριού. Πόλωση: από τη μία εκείνοι -μαζί κι εγώ- που το αποκαλούσαν αριστούργημα, από την άλλη εκείνοι -ίσως μαζί κι εσύ- που το αποκαλούσαν κακό και με βεβαιότητα έλεγαν πως η Λισπέκτορ δεν ξέρει να γράφει. Χμ. Υπερασπίζομαι μέχρι τελικής πτώσης το δικαίωμα στο προσωπικό γούστο: μου άρεσε ή δεν μου άρεσε. Αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο. Δύο όμως πράγματα με προβλημάτισαν στη συγκεκριμένη εχθρότητα απέναντι στη Λισπέκτορ. Πρώτον, η έλλειψη οποιασδήποτε αιτιολόγησης όσον αφορούσε τον χαρακτηρισμό του ως κακό βιβλίο, καμία αναφορά στο πλαίσιο και στις λογοτεχνικές αρχές που εκείνη υπηρέτησε. Δεύτερον, το πάθος με κάτι που δεν άρεσε σε κάποιον, αντί για το πάθος με κάτι που τον συγκλόνισε, αν τον συγκλόνισε. Βέβαια, παρά τα όσα ειπώθηκαν, κανέναν από τους αρνητές της δεν τον απασχόλησε το γιατί ενοχλήθηκε τόσο από το συγκεκριμένο μυθιστόρημα.

Γιατί η παρέκβαση με τη Λισπέκτορ αναρωτιέσαι, αγαπητέ αναγνώστη, και με το δίκιο σου. Λίγη υπομονή, παρακαλώ. Ο Μάριο Αντράντε υπήρξε ένας από τους κύριους εκπροσώπους του βραζιλιάνικου μοντερνισμού. Η Λισπέκτορ, λίγα χρόνια αργότερα, μία από τις πλέον γνωστές εκπροσώπους του βραζιλιάνικου μεταμοντερνισμού. Είναι κάπως πιο ξεκάθαρο τώρα; Δεν έχω την απαίτηση από κανέναν να εντρυφήσει στη λογοτεχνική θεωρία, πριν αποφασίσει να διαβάσει το ένα ή το άλλο βιβλίο μυθοπλασίας. Μακριά από μένα κάτι τέτοιο. Όμως, αν ενοχληθείς, αν δεν μπορέσεις να καταλάβεις γιατί κάποιο έργο θεωρείται αριστούργημα, δεκαετίες μετά την αρχική του έκδοση, δεν θα βοηθούσε η καταφυγή στη θεωρία; Όχι για να σου αρέσει μετά με το ζόρι, αλλά για να καταλάβεις γιατί δεν σου άρεσε. Στην παρούσα έκδοση κάτι τέτοιο είναι πιο απλό, καθώς η κατατοπιστική εισαγωγή και τα σχόλια του μεταφραστή αποτελούν ένα σημαντικό εργαλείο στα χέρια του αναγνώστη. 

Ο πατέρας μιας πλούσιας οικογένειας συμφωνεί με μια Γερμανίδα γκουβερνάντα και την προσλαμβάνει. Πίσω από το προφανές της εκπαίδευσης των παιδιών βρίσκεται κάτι ακόμα, η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση του δεκαεξάχρονου υιού. Μη βγει τοιούτος το παιδί, μην μπλέξει με καμία πόρνη.

Μοιάζει με σενάριο σαπουνόπερας. Αυτή είναι η υπόθεση του μυθιστορήματος.

Και τι με αφορά εμένα μια ιστορία όπως αυτή, μπορεί να αναρωτηθείς, αγαπητέ αναγνώστη, και δεν θα είχες εντελώς άδικο. Πριν αμφισβητήσουμε την ικανότητα και το εύρος της φαντασίας του Μάριο ντε Αντράντε, θα ήταν χρήσιμο να αναλογιστούμε τη χρονολογία συγγραφής του Αγαπώ, ρήμα αμετάβατο, και τις προθέσεις του συγγραφέα, να αναζητήσουμε εκεί επιπλέον λόγους ανάγνωσης. Ο Μάριο ντε Αντράντε επιθυμεί να διηγηθεί μια λαϊκή ιστορία, αυτό είναι ξεκάθαρο, με έναν τρόπο όμως διαφορετικό, γοητευμένος από το κίνημα του μοντερνισμού και την ανάγκη για αναζήτηση της εθνικής και κατ' επέκταση της γλωσσικής ταυτότητας, την αναζήτηση της βραζιλιανικότητας. Ο ενεργός ρόλος που ο συγγραφέας επιφυλάσσει στον αναγνώστη με τη διαρκή του απεύθυνση σε αυτόν αποτελεί βασικό γνώρισμα του μοντερνισμού. Ο αφηγητής, που πότε είναι παντογνώστης και πότε δεν είναι, πότε ξέρει και πότε φαντάζεται, είναι σίγουρα παιχνιδιάρης και ταυτόχρονα απαιτητικός από τον υποψήφιο αναγνώστη της ιστορίας, μην αφήνοντάς τον στιγμή να εφησυχάσει. Εδώ έχουμε ένα δείγμα -μια απόπειρα που τελικά κατέληξε να συμπεριληφθεί στον κανόνα- του βραζιλιάνικου μοντερνισμού.

Η απόσταση, χωρική και χρονική, από το μυθιστόρημα είναι μάλλον σίγουρο πως θα στερήσει από τον αναγνώστη ένα μέρος της απόλαυσης, όπως και η μη ανάγνωση στο πρωτότυπο. Όμως, υπάρχουν στοιχεία ικανά να γοητεύσουν, όπως για παράδειγμα η γλώσσα και η προφορικότητα ή η διάθεση του συγγραφέα για κριτική και σάτιρα. Ακόμα και στοιχεία της ίδιας της υπόθεσης όμως, ο χαρακτήρας της γκουβερνάντας για παράδειγμα ή η ερωτική απογοήτευση ενός νεαρού ανθρώπου ή, σε γενικότερο πλαίσιο, η σχέση υπερπροστατευτικότητας των γονιών απέναντι στα παιδιά τους και του ευνουχισμού τους.

Αγαπητέ αναγνώστη,
το Αγαπώ, ρήμα αμετάβατο δεν είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα εξαιτίας της θέσης του στη λογοτεχνική θεωρία και μόνο. Το Αγαπώ, ρήμα αμετάβατο είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα για πολλούς ακόμα λόγους, τους περισσότερους εκ των οποίων θα ανακαλύψεις ίσως μόνο εσύ, και αυτό είναι το μαγικό, ξέρεις, με τη λογοτεχνία, ο υποκειμενικός της χαρακτήρας, αυτή η αδυναμία να εκφράσεις τα συναισθήματα, τόσο έντονα και παρόντα, που σου γέννησε ένα βιβλίο. Βέβαια, μπορεί καθόλου να μη σου αρέσει, και τότε, ακόμα κάτι μαγικό, θα έχεις σμιλεύσει με ακόμα μεγαλύτερη ακρίβεια την προσωπική σου αισθητική.
Με ευχαριστίες για την προσοχή σου
(δυσανάγνωστη υπογραφή)

Μετάφραση Νίκος Πρατσίνης
Εκδόσεις Ροές


  
   

Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2018

Δολοφόνος ο κύριος Ροΐδης; - Σταύρος Κρητιώτης




Ο αναγνώστης-μελετητής που γυρεύει ανάμεσα στις γραμμές τις διακειμενικότητες, τα αυτοβιογραφικά στοιχεία, τα ψήγματα συγκαλυμμένης πραγματικότητας, που αντλεί ηδονή από την έρευνα στα λόγια των σπουδαίων, στους λαβύρινθους της σκέψης τους και σε όσα υπονόησαν, που βάζει στην άκρη την ανάγκη, την επιθυμία, τη ματαιοδοξία να γράψει τις δικές του λέξεις, αυτός ο επίδοξος ιχνηλάτης ξεκινάει το ταξίδι του στο άγνωστο χωρίς κάποιο ξεκάθαρο στοιχείο· μία στιγμή έμπνευσης, μία παράλογη υπόθεση μπορεί να είναι αρκετές για ατελείωτες ώρες έρευνας σε βιβλιοθήκες και τόπους ψηφιακούς. Και μόνο η τύχη, θαρρείς, μπορεί να δώσει την απαραίτητη λαβή ώστε ν' αρχίσει να γυρνά ο τροχός, για να επιβραβευθεί, έστω αρχικά, έστω εθελοτυφλώντας, η επιμονή του.

Ο Κρητιώτης -πόσο υπέροχο ήταν το δικό του Μηνολόγιο ενός απόντος- ή ίσως ακριβέστερα ο αφηγητής, αποτελεί μία τέτοια περίπτωση μοναχικού μελετητή, ο οποίος αρχίζει να αναζητά στο προσωπικό αρχείο του Εμμανουήλ Ροΐδη, στα βάθη της βιβλιοθήκης, απαντήσεις και στοιχεία γύρω από το έργο του σπουδαίου συγγραφέα, του συγγραφέα με το μοναδικό, μα τόσο επιδραστικό και φημισμένο, μυθιστόρημα, αναζητά στοιχεία στα βιβλία της προσωπικής βιβλιοθήκης του συγγραφέα, στις υπογραμμίσεις και στις ιδιόχειρες σημειώσεις του στα περιθώρια των βιβλίων του, στη φθορά της επαναλαμβανόμενης επιστροφής σε αυτά, αλλά και στην ακεραιότητα, που δείχνει ελάχιστη ή καθόλου ανάγνωση, και να που του χαμογελά η τύχη, όταν σε κάποιον τόμο θα βρει χειρόγραφα σημειώματα του Ροΐδη, δυσανάγνωστα, γεγονός που απαιτεί τη βοήθεια γραφολόγου, και καθώς εκείνος, ο γραφολόγος, του αποστέλλει κάθε σημείωμα, καθαρογραμμένο και επιτέλους ευανάγνωστο, αυτός, ο αφηγητής, προχωρά τις υποθέσεις του, και ξαφνικά μία φιλολογική μελέτη μετατρέπεται σε έρευνα αστυνομικής φύσης: δολοφόνος ο κύριος Ροΐδης;

Ιδιαίτερη, από κάθε άποψη, η φιλολογική νουβέλα του Κρητιώτη, γεμάτη πάθος για τη λογοτεχνία, πάθος που μεταδίδεται αβίαστα στον αναγνώστη, η εμμονή του αφηγητή, οι υποθέσεις που πρώτα επιβεβαιώνονται, για να καταρρεύσουν μετά, τα στοιχεία που κατ' αρχάς δεν αξιολογήθηκαν σωστά και εκείνα που υπερεκτιμήθηκαν, η ανάγκη να αντικρίσουμε τις υποθέσεις μας να αποδεικνύονται, ο φθόνος απέναντι στους θετικούς επιστήμονες με τα απόλυτα συμπεράσματα -έστω και με τις αναπόδεικτες συμβάσεις ως αρχή-, η ικανοποίηση εν τέλει από το ταξίδι, ανεξάρτητα από το τελικό αποτέλεσμα.

Το αίσθημα του ανικανοποίητου και η δίψα για περαιτέρω επαφή με τον δημιουργό, όταν τα έργα του έχουν διαβαστεί ξανά και ξανά, όταν η επιθυμία για λίγο ακόμα μετατρέπει τον αναγνώστη σε ερευνητή, να μελετήσει κάθε λεπτομέρεια σχετικά με τη ζωή και το έργο του συγγραφέα, που από χρόνια τον έχει στοιχειώσει, να βρει -ακόμα και αν χρειαστεί να επινοήσει- νήματα ανάμεσα στα βιβλία του και στα στοιχεία της βιογραφίας του, να ανακαλύψει αν ο τάδε ή ο δείνα ήρωας αντιστοιχεί σε πραγματικό πρόσωπο, αν τα λόγια που ξεστομίζει σε έναν τυχαίο διάλογο ο πρωταγωνιστής έχουν κάποτε όντως ειπωθεί, πού αρχίζει και πού τελειώνει η μυθοπλασία. 
 
Η νουβέλα θα μπορούσε να διαβαστεί και ως μια ωδή σ' εκείνους τους αναγνώστες, που μία φίλη τους αποκαλεί, με όλη της την αγάπη, μυρμήγκια της λογοτεχνίας, εκείνους τους αναγνώστες που δεν σταματούν να γυρεύουν λέξεις πίσω από τις λέξεις, να εντοπίζουν λεπτομέρειες και αποχρώσες ενδείξεις, να προσθέτουν λιθαράκια στο οικοδόμημα, τις περισσότερες φορές από τα παρασκήνια, μακριά από τα φώτα.

Και είναι μαγευτική αυτή η ικανότητα της λογοτεχνίας, να οικειοποιείται την πραγματικότητα και να συνομιλεί μαζί της, να διατηρεί αναλλοίωτη εντός της την αμφιβολία: πού αρχίζει και πού τελειώνει η μυθοπλασία;

Εκδόσεις The Athens Review of books 


 

Πέμπτη, 25 Ιανουαρίου 2018

Το τελευταίο σήμερα - Κωστής Μαλούτας





Ο Πρώτος Βασιλιάς δεν μπορούσε να δεχτεί ότι ο ήλιος ήταν αυτός που έκανε τις σελίδες του ημερολογίου να γυρίζουν, γι' αυτό και αποφάσισε να τον αντικαταστήσει.
Τα ημερολόγια, επινόηση ανθρώπινη, για τον ορισμό της αρχής και το δάμασμα της πορείας του χρόνου, δεν είναι αρκετά για να βγάλουν από τη μέση τον απόλυτο άρχοντα, τον ήλιο, εκείνον που ορίζει την αρχή και το τέλος της κάθε μέρας. Μα είναι αυτό δυνατόν; αναρωτήθηκε κάποτε ο βασιλιάς, να μπορώ να καθορίσω τη μοίρα και την ευτυχία του βασιλείου μου, και να μην μπορώ να καθορίσω τον χρόνο; Και πήρε την απόφαση: όταν κοιμάμαι είναι νύχτα και όταν ξυπνάω είναι μέρα. Έτσι κι έγινε, και από τότε το ημερολόγιο της χώρας ακολούθησε τον ύπνο του πρώτου βασιλιά και των διαδόχων του. Αυτή η ιδέα αποτελεί το εύρημα της νουβέλας του Κωστή Μαλούτα.

Για τον συγγραφέα, για τον δημιουργό γενικότερα, το εύρημα αποτελεί ευχή αλλά συχνά και κατάρα. Κατάρα, γιατί εγκλωβίζει την έμπνευση, καθορίζει τους κανόνες και τα όρια, συχνά αναγκάζει τον συγγραφέα να γίνει έρμαιο της ίδιας του της ιδέας, ακόμα και αν δεν λειτουργεί, τον οδηγεί σε σαθρά γεφυρώματα και υπερβολές. Βέβαια, όλα τα παραπάνω μπορεί να συμβούν όταν το εύρημα αποτελεί το σύνολο του οπλοστασίου του και όχι τον σπόρο. Γιατί ο ικανός συγγραφέας ευγνωμονεί τη στιγμή που το εύρημα τον επισκέφτηκε, αλλά παράλληλα γνωρίζει πως εκείνο από μόνο του δεν αρκεί, δεν αποτελεί το τέλος του δρόμου αλλά την αρχή του, την ελάχιστη βάση πάνω στην οποία θα χτίσει το οικοδόμημά του, ένα σωρό υλικά μένουν να βρεθούν για να μπορέσει εκείνο να σταθεί, για να αποτελέσει το εύρημα ένα στοιχείο λειτουργικό, όχι διαρκώς παρόν να καλύπτει τα πάντα. Ο συγγραφέας που έχει μάθει να εργάζεται σκληρά ξέρει πως το εύρημα είναι συνήθως παιδί της τύχης και του χρόνου, γι' αυτό, μόλις εκείνο εμφανιστεί, και ο αρχικός ενθουσιασμός υποχωρήσει, ξέρει πως τον περιμένει σκληρή δουλειά. Ο Μαλούτας δείχνει να γνωρίζει καλά τις παγίδες της καλής τύχης. Κινώντας από το αρχικό εύρημα, συνθέτει την ιστορία του, δουλεύει, με σύμμαχο τη δεδομένη φαντασία του, πάνω στις απαραίτητες εκείνες λεπτομέρειες, που θα υπηρετήσουν το εύρημα χωρίς όμως να αμελεί τα υπόλοιπα απαραίτητα συστατικά της λογοτεχνίας, και αυτός είναι ο λόγος που η νουβέλα του δεν αρκείται στην καλή ιδέα.

Στο Τελευταίο σήμερα ο Μαλούτας δεν έρχεται αντιμέτωπος μόνο με τη χρήση του ευρήματος, αλλά δοκιμάζεται στο πάντα επίφοβο δεύτερο βήμα. Μετά το Μια φορά (και ίσως κι άλλη μία), που επίσης διαθέτει δύο ευρήματα, ένα ορατό και ένα αφανές, μυθιστόρημα το οποίο ήταν ξεκάθαρα μία από τις αναγνωστικές εκπλήξεις της εγχώριας παραγωγής για το 2016, επανέρχεται εκδοτικά με Το τελευταίο σήμερα και αποδεικνύει πως, διατηρώντας το προσωπικό του ύφος στην αφήγηση, δεν στέρεψε από ιδέες και στολίδια. Δεύτερο βήμα, λοιπόν, αυτό που δίνει μια ακόμα πιο ξεκάθαρη εικόνα για τον βηματισμό του συγγραφέα, και απαντά στις προσδοκίες.

Διαβάζοντας Το τελευταίο σήμερα, εκτός από την αναγνωστική απόλαυση, ένιωσα πως είχα απέναντί μου έναν έξυπνο άνθρωπο, ένα μυαλό που γεννάει ιδέες χωρίς όμως να υποκύπτει στην αυταρέσκεια, και αυτό είναι ένα όμορφο συναίσθημα, που γεννά μια επιπρόσθετη εγκεφαλική απόλαυση.

Εκδόσεις Εκάτη       

Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018

Ab Ovo - Θανάσης Δ. Σταμούλης





Η σκιά στο δέντρο, το πρώτο μυθιστόρημα του, γεννημένου το 1978, Θανάση Σταμούλη, ήταν μία αναγνωστική έκπληξη, μία από τις μεγαλύτερες της χρονιάς που πέρασε. Η είδηση για την κυκλοφορία της νουβέλας του Ab Ovo μου δημιούργησε άμεσα προσδοκίες, βέβαια, οι επιφυλάξεις για το δεύτερο βήμα, το πάντα επίφοβο δεύτερο βήμα, ήταν επίσης παρούσες. Γιατί, συμβαίνει συχνά, της πρώτης έκθεσης να προηγείται μεγάλο χρονικό διάστημα κυοφορίας, δουλειά μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, στολισμός με κάθε πολύτιμο διαθέσιμο στολίδι, με αποτέλεσμα το δεύτερο βήμα, άπαξ και η πόρτα προς τον εκδοτικό στίβο ανοίξει, ενίοτε να οφείλεται σε μία κεκτημένη ταχύτητα, και να καταλήγει ξέπνοο, χωρίς νεύρο, στις προθήκες των βιβλιοπωλείων.   

Θα διάβαζα, ούτως ή άλλως, τη νουβέλα του Σταμούλη, πόσο μάλλον αυτή την περίοδο, που με έχει κυριεύσει μια έντονη επιθυμία να διαβάσω εγχώρια λογοτεχνία, εγχώρια και ειδικότερα της γενιάς μου, συγγραφέων με τους οποίους μοιράζομαι κοινά βιώματα και ερεθίσματα, που οι συνήθεις ιστορίες, που απασχολούν εδώ και χρόνια το σύνολο σχεδόν της ελληνικής λογοτεχνίας, προσδίδοντάς της μία αίσθηση στασιμότητας, μας είναι γνωστές διαμέσου της αφήγησης και όχι του άμεσου βιώματος, και η ανάγκη για εξιστόρησή τους πηγάζει από διαφορετικές αφετηρίες.
"Το σκουλήκι στην καρδιά έχει το μέγεθος μιας βλεφαρίδας. Δεν μπορείς να το δεις. Είναι σαν μεταφερόμενος ιός και τρυπώνει στο σώμα με κάθε εισπνοή μας. Μόλις φτάσει στην καρδιά, μεγαλώνει. Γίνεται πρησμένη αρτηρία. Και για να χορτάσει, τρώει τον μυ."
Οι πρώτες κιόλας γραμμές της νουβέλας ανέσυραν τις μνήμες από την αίσθηση της ανάγνωσης του μυθιστορήματος του Σταμούλη, ήταν αρκετές για να επαναφέρουν εκείνο που περισσότερο, για μένα, χαρακτήριζε τη Σκιά στο δέντρο, την ποιητική αίσθηση της ρεαλιστικής περιγραφής. Οι προσδοκίες κέρδισαν έδαφος απέναντι στις επιφυλάξεις, έμενε να αποδειχτεί πως αυτές οι πρώτες γραμμές δεν ήταν πυροτέχνημα. Και αποδείχτηκε.

Η ιστορία είναι οικεία· τέσσερις νέοι στην Αθήνα(;) του σήμερα, η ταυτόχρονη ανάγκη για επιβίωση, η ελπίδα για αναγέννηση και ο φόβος να παραφυλάει στη γωνία. Εκείνο που μετατρέπει την ιστορία σε νουβέλα είναι ο τρόπος αφήγησης, η γλώσσα και ο ρυθμός, η επιλογή ενός πρίσματος μαγείας, μία ποιητικότητα, ενίοτε σκληρή.

Όμως ας διευκρινίσουμε ορισμένα πράγματα, ώστε να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις: το Ab Ovo δεν είναι ένα εγκεφαλικό κατασκεύασμα, ο Σταμούλης έχει κατακτήσει τον τρόπο με τον οποίο επιλέγει να διηγηθεί την ιστορία του, έχει -ή μοιάζει να έχει- δοκιμάσει ξανά και ξανά τις δυνατότητες αφήγησης της ιστορίας που κατέλαβε την έμπνευσή του, και μόνο όταν ήταν σίγουρος πως βρήκε την εσωτερική φωνή που θα μετέτρεπε τη σκέψη σε λόγο, μόνο τότε έκανε το βήμα, η φωνή έφερε αβίαστα -αν και με πολλή δουλειά και επιμονή προφανώς- τον ρυθμό και τη γλώσσα.

Και κάπως έτσι, με πολλή δουλειά και δεδομένη ικανότητα, ο Σταμούλης επιτυγχάνει κάτι σπάνιο: δημιουργεί, μέσω της οικειότητας μια αίσθηση ταύτισης του αναγνώστη με τους ήρωες και την ιστορία, ενώ ταυτόχρονα, μέσω της γλώσσας και του ρυθμού, γοητεύει και ικανοποιεί την ανάγκη του αναγνώστη για καλή λογοτεχνία.

Προσδοκίες υπερκαλυμμένες και επιφυλάξεις καταχωνιασμένες, το Ab Ovo είναι ένα ξεκάθαρο δεύτερο βήμα για τον Σταμούλη.

πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα
Εκδόσεις Ποταμός
       



Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

χόλι μάουντεν - Νίκος Βεργέτης




αφού το ξέρεις, δε μεγάλωσα σε ορφανοτροφείο ούτε δούλευα από μικρός, δε χρειάστηκε, οι γονείς μου τίποτα το εξτρίμ, ούτε φυλακή είχε κάνει ο πατέρας μου, ούτε πρώην ποδοσφαιριστής ήτανε να 'χω να λέω στους φίλους μου, ούτε ηθοποιός να το πω στα κορίτσια και να σκιρτήσει το μέσα τους, ούτε βία ενδοοικογενειακή να βλέπουν οι άλλοι τη μάνα μου μπαούλο απ' το ξύλο και να με λυπούνται, τίποτα, έτσι κι εγώ αναγκάστηκα να σκαρώνω ιστορίες ψεύτικες
Η σύμβαση δίνεται από την αρχή, για την ακρίβεια η αμφιβολία, τι απ' όλα όσα διηγείται ο αφηγητής είναι αλήθεια και τι όχι, και όμως, γρήγορα αυτή η αίσθηση απομακρύνεται, ο αναγνώστης παρασύρεται από την παραληρηματική εναλλαγή των λέξεων, χωρίς τελείες να οριοθετούν τις προτάσεις, μόνο κόμματα και ερωτηματικά, για την αναπνοή και την πάσα στην ακροάτρια, αυτό το βουβό πρόσωπο απεύθυνσης στο δωμάτιο του νοσοκομείου, για να επανέλθει ανά διαστήματα η αμφιβολία από τον ίδιο τον αφηγητή, να αναιρεί όσα προηγουμένως είπε, για να αναιρέσει την αναίρεση, για να εντείνει την αμφιβολία, για να δοκιμάσει τα όρια και τις δυνάμεις του στην αλήθεια του, να σιγουρευτεί πως δεν του χρειάζεται κάποιο ψέμα, για ν' αποκτήσει βάρος η αφήγηση του προσωπικού, τώρα που το τέλος πλησιάζει.

Το ζητούμενο, θεωρώ, σε κάθε αντίστοιχη παραληρηματικής μορφής αφήγηση, αφήγηση που δεν διαθέτει εξωτερικούς περιορισμούς, καθώς υπακούει σε μία διαισθητική ορμή μόνο, και κινδυνεύει, εξαιτίας της πλήρους ελευθερίας, να περιπέσει σε αδιέξοδα μονοπάτια επίδειξης, είναι η αγωνία του συγγραφέα να πει την ιστορία του, αυτό είναι το πρώτο ζητούμενο, και ύστερα ακολουθεί η αλήθεια του, που στην προκειμένη περίπτωση τίθεται εξ αρχής εν αμφιβόλω από τον ίδιο τον αφηγητή, και αυτό εντείνει το αίσθημα αγωνίας εκ μέρους του να καταθέσει την ιστορία του. Και είναι αυτή η αγωνία του αφηγητή που προστατεύει το τελικό αποτέλεσμα, που αναδεικνύει την παραληρηματική αφήγηση, την έντονης ορμής παραληρηματική αφήγηση, αυτή την αίσθηση λήθαργου-εγρήγορσης, ζωής-θανάτου, του χρόνου που μετρά αντίστροφα, και τελικά δικαιώνει, πρώτα την αφηγηματική επιλογή του Βεργέτη, και εν συνεχεία το τελικό αποτέλεσμα, παρά τις όποιες ενστάσεις, ενστάσεις που με τη σειρά τους πηγάζουν από την πλήρη ελευθερία της διαισθητικής γραφής, ελευθερία που προσφέρει στον αναγνώστη μία ιδιαίτερης φύσης ταύτιση με τον αφηγητή, το θάρρος να εκφράσει γνώμη για την τροπή ή το ύφος, καθώς νιώθει άνετα, αν και ίσως υποσυνείδητα, να αναλάβει ανά πάσα στιγμή εκείνος τα ηνία της αφήγησης.

Είναι πιθανόν, ακόμα και ο ίδιος αναγνώστης, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν μέσα ή γύρω του, να διαβάσει κάθε φορά ένα διαφορετικό βιβλίο, να εκφράσει διαφορετική άποψη, να βιώσει διαφορετική απόλαυση -ή ακόμα και ενόχληση. Και αν αυτή, θα μπορούσε κάποιος να πει, είναι μια γενικότερη αλήθεια, τότε σε βιβλία όπως το χόλι μάουντεν είναι μάλλον απόλυτη και καθοριστική. Και αυτό είναι ένα ρίσκο που δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να αποτρέψει τον συγγραφέα, καθώς η παρόρμηση για την αφήγηση πηγάζει από την αγωνία του αφηγητή του να εκβιάσει συναισθηματικά -στη συγκεκριμένη περίπτωση με θετικό πρόσημο η έκφραση αυτή- την ακροάτρια που ο ίδιος έχει επιλέξει, όπως αντίστοιχα επέλεγε τον έναν ή τον άλλο συμμαθητή του για να του πει το ένα ή τ' άλλο ψέμα, ώστε να ψηλώσει στα μάτια του, και να πέσει λίγο αργότερα με την αποκάλυψη της αλήθειας.

Και αφού ο Βεργέτης έχει επιτύχει στο στοίχημα της δικαιολόγησης της επιλογής της παραληρηματικής αφήγησης, μένει να απαντηθεί το ερώτημα αν καταφέρνει να παρασύρει τον αναγνώστη, με τους περιορισμούς που ανέλυσα παραπάνω. Κατά την προσωπική μου άποψη τα καταφέρνει. Το χόλι μάουντεν είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται με ορμή αντίστοιχη της αφήγησης, και ίσως, αν πετύχει τον αναγνώστη σε κατάλληλη συνθήκη, να τον παρασύρει μαζί του σε μία ανάγνωση μοναδική.

Εκδόσεις Κέλευθος

 

Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018

Ο αυτόπτης μάρτυρας - Ernst Weiss





Η μοίρα με όρισε να παίξω έναν συγκεκριμένο ρόλο στη ζωή ενός από τους σπάνιους ανθρώπους που μετά τον Μεγάλο Πόλεμο επρόκειτο να προκαλέσουν τρομερές αλλαγές και ανυπολόγιστα πάθη στην Ευρώπη. Αρκετές φορές μετέπειτα αναρωτήθηκα τι με ώθησε τότε το φθινόπωρο του 1918 να εμπλακώ σ' εκείνη την υπόθεση, αν ήταν η φιλομάθεια, η κύρια ιδιότητα ενός ερευνητή που ασχολείται με την ιατρική επιστήμη, ή ένα είδος παντοδυναμίας, η επιθυμία να ορίσω μια φορά κι εγώ τα πράγματα.
Πριν όμως ο αφηγητής φτάσει στο φθινόπωρο του 1918, τότε που, ως νέο ακόμα γιατρό, η μοίρα τον έφερε αντιμέτωπο με την υστερική τύφλωση του Α.Χ., τύφλωση η οποία αντιμετωπίστηκε με επιτυχία, γεγονός που, μετά τη σύντομη αίσθηση επιστημονικής ευτυχίας, έμελλε να καθορίσει το μέλλον, το ζοφερό μέλλον εκατομμυρίων ανθρώπων, εξιστορεί τη ζωή του μέχρι τότε, για να φτάσει στο κρίσιμο σημείο, και να συνεχίσει μέχρι κάποια χρόνια αργότερα, ενώ, παράλληλα με τη δική του ιστορία, που παρά τη διασταύρωσή της με τον Α.Χ. μικρή αξία θα είχε ως ιστορική μνήμη, αφηγείται την ιστορία της Γερμανίας, κυρίως, και της Ευρώπης, γενικότερα. Και είναι αυτή η απόφαση του Βάις που μετατρέπει το μυθιστόρημα αυτό από ένα απλό μυθιστόρημα ευρήματος σε ένα πραγματικά σπουδαίο μυθιστόρημα.

Ο Βάις, γιατρός και ιδεολογικός αντίπαλος του Χ. και όσων εκείνος πρέσβευε και εφάρμοζε, παίρνει τη θέση του συναδέλφου του που θεράπευσε τον Χ. από την υστερική τύφλωση. Σε πρώτο πρόσωπο, λοιπόν, και με το βάρος του γεγονότος εκείνου στους ώμους, ο αφηγητής, ξεκινώντας από την παιδική του ηλικία, λίγα χρόνια πριν μπει η Γερμανία στον Μεγάλο Πόλεμο για να βγει ηττημένη και πολιτικά ασταθής, αφηγείται μια -αρχικά- ιστορία ενηλικίωσης, μέσα από την οποία ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με την εποχή εκείνη, όχι απλώς με τα σημαντικά και καταγεγραμμένα πολιτικά γεγονότα, αλλά και με την κοινωνική πραγματικότητα. Οι οικογενειακές σχέσεις και η σεξουαλική αναζήτηση, το εκπαιδευτικό πλαίσιο και οι αγκυλώσεις του παρελθόντος, ο ναζισμός που ρίζωνε πριν καν οριστεί, θεωρητικοποιηθεί και εν τέλει εφαρμοστεί, οι διακρίσεις με βάση τη θρησκεία, την καταγωγή και την τάξη αποτελούν κάποιες από τις συνισταμένες της αφήγησης του Βάις, που μέχρι το σημείο καμπής θυμίζει έντονα έναν άλλον σπουδαίο συγγραφέα, τον Ρόμπερτ Βάλζερ.

Διαβάζοντας ένα μυθιστόρημα σχετικά με μια περίοδο της ιστορίας για την οποία τόσα γνωρίζουμε -αν και κάποια πράγματα είναι απαραίτητο να επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά-, το κεντρικό ερώτημα του μυθιστορήματος, εκείνο που απασχολεί και τον αφηγητή άλλωστε, είναι η απάντηση στο ερώτημα για το αν ο γιατρός έπραξε ορθά θεραπεύοντας τον Χ. Ερώτημα που δεν έχει μία και μόνη απάντηση, πόσο μάλλον απλή, αλλά αποτελεί ένα σύνθετο φιλοσοφικό ερώτημα και μάλιστα σε μια περίοδο που η ηθική της επιστήμης δεν ήταν ανεξάρτητος κλάδος του στοχασμού. Ο Βάις χειρίζεται έξυπνα τον βασικό πυλώνα του μυθιστορήματός του, αποφεύγοντας να λαϊκίσει και να ωθήσει τον αφηγητή του στην απόλυτη καταδίκη ή αθώωση του εαυτού του, καταφεύγει στην αφήγηση της ατομικής ιστορίας, η οποία έρχεται να συναντήσει τη μεγάλη ιστορία από μία συγκυρία, ώστε να θέσει και να αφήσει παρακαταθήκη το πλέον σημαντικό και, διαχρονικά σύγχρονο, ερώτημα: πώς βρέθηκε μια τόσο μεγάλη πλειοψηφία του λαού να ακολουθήσει τις προσταγές ενός αρρωστημένου μυαλού, πώς διαμορφώθηκαν οι συνθήκες εκείνες, ώστε το έδαφος να γίνει γόνιμο για τον σπόρο του μίσους.

Ο αφηγητής δεν είναι ήρωας. Είναι ένας απλός άνθρωπος με πάθη, αρετές και ελαττώματα, που προσπαθεί να αποκτήσει βηματισμό σε μια εποχή που κυριαρχεί βαθύ σκοτάδι, παλεύοντας να ορίσει έναν προσωπικό κώδικα αξιών, να γνωρίσει τον εαυτό του, να συμφιλιωθεί μαζί του και να δοκιμάσει τις δυνάμεις του στην ευτυχία.

Είναι η πρώτη φορά που κάποιο έργο του Ερνστ Βάις μεταφράζεται στα ελληνικά και αυτό από μόνο του θα μπορούσε να αποτελεί ένα σπουδαίο γεγονός. Όμως, αν δεν επρόκειτο για ένα τόσο σπουδαίο και δυνατό μυθιστόρημα, τότε η παρούσα έκδοση θα αποτελούσε απλώς τον εμπλουτισμό της μεταφρασμένης λογοτεχνίας με ακόμα έναν τίτλο. 

Στην κατατοπιστική εισαγωγή του μεταφραστή Αλέξανδρου Κυπριώτη, ανάμεσα σε άλλα ενδιαφέροντα, βρίσκεται και η ιδιαίτερη σχέση του Βάις με τον Κάφκα ως αντίδωρο για τον αναγνώστη!

Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Σκαρίφημα

Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

Σώμα - Αχιλλέας Κυριακίδης





"Μη γίνεσαι μακάβριος," επιμένει η φωνή να επιπλήττει τον αφηγητή, που σκέφτεται τηλεγραφικά, την ώρα που μεσολαβεί μέχρι το ραντεβού του με τον ογκολόγο, "περνάω απέναντι STOP, ζέστη STOP, ζωή ST..", έτσι σκέφτεται την ώρα που έχει να σκοτώσει μέχρι το ραντεβού με τον ογκολόγο, αυτή ακριβώς την έκφραση χρησιμοποιεί, "έχω μια ώρα να σκοτώσω", ενώ, όσο το σκέφτεται αυτό, κάποια ώρα έχει κιόλας ήδη σκοτωθεί, έχει περάσει ανεπιστρεπτί στο βασίλειο του παρελθόντος. Και είναι το σώμα εκείνο πάνω στο οποίο εγγράφεται κυρίως το παρελθόν του καθενός, είναι βέβαια και η μνήμη, που όμως έχει ως αντίπαλο τη λήθη, ενώ το σώμα έχει ως αντίπαλο τον θάνατο, τον βέβαιο νικητή, το οριστικό πέρασμα στο παρελθόν. Βέβαια, αυτό είναι κάτι που συνηθίζουμε να αμελούμε, μαζί με το ίδιο το σώμα, και όταν το θυμόμαστε, όταν, για την ακρίβεια, το σώμα το ίδιο μάς το υπενθυμίζει, τότε, άραγε τότε, αν δεν είναι κιόλας αργά, πώς αλλιώς, παρά μακάβρια, μπορεί κάποιος τότε να αναφερθεί στο παρελθόν; "Τι θα θυμάται όταν ξεχάσω;", αναρωτιέσαι για το σώμα σου.

Και κάπου ανάμεσα σε μια βαθιά ανάσα και στο ραντεβού του αφηγητή με τον ογκολόγο του, μεσολαβεί, σε τρίτο πρόσωπο, η ιστορία του Μαρτινιανού Σταύρου, σε πέντε πράξεις, πέντε σωματικές πληγές, και μένει στον αναγνώστη να συσχετίσει τον αφηγητή με τον Σταύρου, τον φέρελπι φιλόλογο.

Ο Κυριακίδης, πιστός στρατιώτης της μικρής φόρμας, με το Σώμα, μια ολιγοσέλιδη νουβέλα, επανέρχεται ως συγγραφέας, τοποθετώντας στο κέντρο αυτό ακριβώς που τόσο ξεκάθαρα ο τίτλος αναφέρει, λιτά και απέριττα, το σώμα, ως το μοναδικό ακριβές όργανο μέτρησης του χρόνου. Η κάθε εμφανής πληγή, μαζί με τους άπειρους, στιγμιαίους μα οριστικούς, μικρούς θανάτους, καθορίζει την πορεία προς τη μοναδική φιλοσοφική βεβαιότητα, αυτή του τέλους. Το σώμα, που αντίθετα με τη μνήμη, δεν ξεχνά.

Γύρω από τον κεντρικό άξονα δεν θα μπορούσαν να μην περιστρέφονται οι γνώριμες εμμονές του δημιουργού Κυριακίδη, όπως η τέχνη, ο κινηματογράφος, η μουσική και η λογοτεχνία, ή η μνήμη, με τις αδυναμίες και τη γοητεία της, γοητεία που πηγάζει ακριβώς από τις αδυναμίες της εκείνες, ή ο έρωτας, κοινό υποσύνολο του σώματος και της μνήμης. Οι λίγες λέξεις σε καμία περίπτωση δεν σημαίνουν την έλλειψη λεπτομερειών, αλλά αντίθετα αναδεικνύουν την προσεχτική επιλογή και τη σοφή τοποθέτησή τους στο σώμα της ιστορίας, κάποιες πινελιές στον καμβά, διακοσμητικές και χρηστικές ταυτόχρονα, όπως ταυτόχρονα, με έναν τρόπο αβίαστο, γεννιούνται στον αναγνώστη η συγκίνηση και το γέλιο. Οι ιστορίες του Κυριακίδη διαθέτουν κάτι το στερεοσκοπικό, από κάθε ανάγνωση ξεπετάγεται ακόμα μία μεγάλη εικόνα, ανάμεσα σε δύο προτάσεις συχνά μοιάζει να χωράει ένα μυθιστόρημα.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που ισχυρίζονται πως η μικρή φόρμα ταιριάζει στους Έλληνες συγγραφείς, λες και πρόκειται για κάτι το γονιδιακό. Λίγοι είναι σίγουρα οι συγγραφείς που έχουν την ικανότητα να καταπιαστούν μαζί της, ο Κυριακίδης είναι προφανώς ένας από αυτούς τους λίγους και το Σώμα είναι ακόμα μία -λες και χρειάζεται- απόδειξη.

Εκδόσεις Πατάκη    

   

Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

Παίζοντας το παιχνίδι, 2017

Είναι κάπως παράξενο να αξιολογεί κανείς το έτος που πέρασε· έχει, η πράξη αυτή, μία υπόνοια πίστης στο μεταφυσικό, λες και μια ανθρώπινη σύμβαση, με βάση συνήθως ένα χρονικά τουλάχιστον αμφισβητήσιμο γεγονός, δύναται να επηρεάσει ποιοτικά τη ζωή του καθενός από εμάς, και που τελικά μοιάζει με παιχνίδι μεταφοράς ευθύνης και βάφτισης· εσύ -λέω στο χ έτος- μου έφερες εκείνο ή το άλλο, εσύ μου το πήρες, εσύ είσαι καλό, εσύ είσαι κακό κ.ο.κ.

Ας είναι, ας παίξω κι εγώ το παιχνίδι αυτό.

Χτες βράδυ έκανα μια λίστα με κουκκίδες, γράφοντας όσα όμορφα μπόρεσα να ανακαλέσω, σίγουρα υπήρξαν ακόμα κάποια που τα ξέχασα, και σίγουρα εθελοτύφλησα ως προς τα μη όμορφα. Η σχέση με το σώμα, τα ταξίδια, του μυαλού και της φαντασίας συμπεριλαμβανομένων, οι σχέσεις που άντεξαν και άνθισαν, αλλά και εκείνες που δεν άντεξαν και σαν χάρτινοι πύργοι κατέρρευσαν, το γέλιο, το γλυκό και το πικρό, η αγάπη για όσα κανείς κάνει, η επιμονή στις επιθυμίες, η αλλεργία στον συμβιβασμό και την υποκρισία, η αυτοκριτική, η μάχη ενάντια στους εθισμούς και τις κακές συνήθειες, ο μικρόκοσμος ως μοντέλο ουτοπίας, η αλήθεια, με το κόστος και την ικανοποίηση, η ανοχή, που έδειξα και έλαβα, τα σχέδια για το μέλλον, η ρουτίνα, η Κυρία Κη, τα βιβλία, οι εικόνες από τον βορρά, η γειτονιά, η θάλασσα, οι ράγες που ενώνουν πόλεις και ανθρώπους. Κοιτάζοντας προς τα πίσω διακρίνω μια προσωπική πορεία και αυτό είναι κάτι που, πάνω και πέρα απ' όλα τ' άλλα, με χαροποιεί και με οπλίζει με ηρεμία και δύναμη για όσα είναι να 'ρθουν, και μάλλον αυτή τη στιγμή αυτό έχει τη μεγαλύτερη σημασία.

Σκεφτόμουν πως ο πιο αδικημένος μήνας των ανασκοπήσεων είναι ο Δεκέμβρης, καθώς οι περισσότερες από αυτές κάνουν την εμφάνισή τους ενώ εκείνος ακόμα εκτυλίσσεται, σαν να μην πιστεύουν πως κάτι ωραίο ή αξιοσημείωτο μπορεί να συμβεί, σαν να βιάζονται να αποχαιρετίσουν τον χρόνο που φεύγει.

Για παράδειγμα τον Δεκέμβρη διάβασα κάποια πολύ όμορφα βιβλία, όπως για παράδειγμα τον Αυτόπτη Μάρτυρα του  Ερνστ Βάις (εκδόσεις Σκαρίφημα) και την καινούρια νουβέλα του Αχιλλέα Κυριακίδη Σώμα (εκδόσεις Πατάκη). Χάρηκα επίσης με το δεύτερο, στέρεο και υποσχόμενο, βήμα δύο συγγραφέων της γενιάς μου, του Θανάση Σταμούλη (Ab Ovo, εκδόσεις Ποταμός) και του Κωστή Μαλούτα (Το τελευταίο σήμερα, εκδόσεις Εκάτη). Αν είχα κάνει την ανασκόπησή μου αρχές Δεκέμβρη θα έλειπαν και θα ήταν κρίμα.  

Πόσο διαρκεί μια ανασκόπηση; Πότε αρχίζει και πότε τελειώνει; Κάθε πότε θα ήταν καλό να συντάσσεται μία;

Καταφεύγω στα σίγουρα καταφύγια, στις αναρτήσεις του μπλογκ και στις σελίδες του τετραδίου, εκεί βρίσκω ξανά την έκπληξη και τη συγκίνηση από τις οποίες με χώρισε η λήθη· κάποιες αναρτήσεις με έκαναν να ανατριχιάσω. Τα έντεκα βιβλία που με στοίχειωσαν τη χρονιά που πέρασε:

Η μελαγχολία της αντίστασης, Η συντέλεια του κόσμου, Το χέρι του σημαιοφόρου, Η ξάγρυπνη πόλη, Στο Κάσελ δεν υπάρχει λογική, Η μυστική ιστορία, Illska, Η μπαλάντα της αμμουδιάς των σκύλων, 2666, Άσωτοι, Το Νιξ.

Ακολουθούν οι φωτογραφίες, περισσότερες αυτή τη χρονιά -παρατήρηση που σημειώνω στο τετράδιο- τόποι, βιβλία και πρόσωπα εμφανίζονται. Ένα καινούργιο πρότζεκτ "Η Κυρία Κη κι Εγώ" ολοκλήρωσε τον δεύτερο χρόνο του. Κάποιες απ' αυτές είναι οι παρακάτω:









Ζούμε στα χρόνια του φαίνεσθαι και του κλαίγεσθαι, πάντα ζούσαμε σε αυτά τα χρόνια· ανεξάρτητα απ' το ότι ορισμένοι δεν μπορούμε να το συνηθίσουμε. Όπως κι αν έχει: ας είναι το 2018 μια καλή χρονιά, με υγεία, χαρά και δημιουργίες, μακριά από την τοξικότητα. Τα υπόλοιπα θα έρθουν.